Το καινούργιο βιβλίο: Πώς τελειώνει ο κόσμος
tweet, tweet
- “a touching/heartbreaking debut”: “Someone dies.” - & άλλα πράγματα που βρίσκεις στα εξώφυλλα βιβλίων. μεταφρασμένα bit.ly/MSvVgI 20 hours ago
- Ελπίζω να βρεθούν & άλλοι κατακαημένοι να εκτιμήσουν αυτό εδώ: I Shot the Serif (but I did not shoot the sans-serif): bit.ly/LuV0wF 20 hours ago
- I will show you Arcade Fire in a handful of dust: why pop music loves TS Eliot - bit.ly/JHAkyP 20 hours ago
- Μια συντέλεια που δεν ήρθε ποτέ, και τι απέγιναν αυτοί που ήταν σίγουροι για τον ερχομό της. bit.ly/KhNkOm 21 hours ago
- Κατά τα άλλα είναι η ώρα που πέφτει πείνα στο Παλέρμο 3 days ago
-
Previously
What is the what
Archiving Chaos
- Μαΐου 2012 (4)
- Απριλίου 2012 (6)
- Μαρτίου 2012 (8)
- Φεβρουαρίου 2012 (7)
- Ιανουαρίου 2012 (13)
- Δεκεμβρίου 2011 (6)
- Νοεμβρίου 2011 (9)
- Οκτωβρίου 2011 (18)
- Σεπτεμβρίου 2011 (21)
- Αυγούστου 2011 (13)
- Ιουλίου 2011 (14)
- Ιουνίου 2011 (4)
- Μαΐου 2011 (8)
- Απριλίου 2011 (3)
- Μαρτίου 2011 (5)
- Φεβρουαρίου 2011 (3)
- Ιανουαρίου 2011 (3)
- Δεκεμβρίου 2010 (4)
- Νοεμβρίου 2010 (6)
- Οκτωβρίου 2010 (3)
- Ιουλίου 2010 (5)
- Ιουνίου 2010 (3)
- Μαΐου 2010 (1)
- Απριλίου 2010 (4)
- Μαρτίου 2010 (2)
- Φεβρουαρίου 2010 (2)
- Ιανουαρίου 2010 (3)
- Δεκεμβρίου 2009 (6)
- Νοεμβρίου 2009 (8)
- Οκτωβρίου 2009 (21)
File Under
- etc (150)
- Δρόμος (2)
- Διαβάζω (10)
- Πώς τελειώνει ο κόσμος (33)
- REWIND (28)
- Uncategorized (2)
- work in progress (14)
Under the Cloud
Alejandro Zambra Anne Carson Bob Dylan China Miéville Craig Thompson David Foster Wallace David Mitchell Duke Special etc Haruki Murakami Jan Saudek Jeffrey Eugenides Jennifer Egan Jonathan Safran Foer José Saramago Lydia Davis Neil Gaiman Neil Hannon Nick Cave Nicole Krauss Nobuyoshi Araki notebooks Paul Auster Paul Yoon REWIND Roberto Bolaño Scott Matthew Shaun Tan Stephen King Thomas Pynchon Tindersticks Tiphanie Yanique Walkabouts work in progress world's end teasers Wu Lyf Αντρέας Φραγκιάς Παναγιώτης Γαβριήλογλου Πώς τελειώνει ο κόσμος Σώτη Τριανταφύλλου αποσπάσματα βιβλία κείμενα σάουντρακ χειρόγραφα
In our town, in the sweet spot of our county, we were like dark lumps of flesh moving through plasma. In a thousand years, perhaps, our descendants might evolve into creatures with a morsel of understanding at their core, some insight to untangle their gnarled dilemma, but for now, at this moment of our unevolved history, we were blessed with no skill for diagnosing our withered, exhausted state. We groped about, and if there was a harm’s way, we plunged into it so deeply that we were smeared up to the neck with the very stuff, the greasy paste, that was slowly killing us. We were tired, is what we said, which was like saying we were alive. Of course we were tired, who wasn’t?
[πλέιλιστ]
Forty-three years old, and the war occurred half a lifetime ago, and yet the remembering makes it now. And sometimes remembering will lead to a story, which makes it forever. That’s what stories are for. Stories are for joining the past to the future. Stories are for those late hours in the night when you can’t remember how you got from where you were to where you are. Stories are for eternity, when memory is erased, when there is nothing to remember except the story.
When I was little Grace used to say we were a ship with a broken mast. She said we needed to be careful or we’d sink. And now I think she was right. But there’s something new, I know because I stay up and listen to the world at night. We are on a ship, only we’re not sinking. We’re moving again, cutting fast through the sea with a crucifix mast, plastic bag sails and a hull made of disposable razors and straw.
…the cigarette or spliff was an indispensable technology, a substitute for speech in social situations, a way to occupy the mouth and hands when alone, a deep breathing technique that rendered exhalation material, a way to measure and/or pass the time. More important than the easily satisfiable addiciton, what the little cylinders provided me was a prefabricated motivation and transition, a way to approach or depart from a group of people or topic, enter or exit a room, conjoin or punctuate a sentence. The hardest part of quitting would be the loss of narrative function; it would be like removing telephones or newspapers from the movies of Holywood’s Golden Age; there would be no possible link between scenes, no way to circulate information or close distance, and when I imagined quitting smoking, I imagined “settling down”, not because I associated quitting smoking with a more mature self-care, but because I couldn’t imagine moving through an array of social spaces without the cigarette as a bridge or exit strategy.
Για τη Λαυρεντία
Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να περιέχει όλες τις ιστορίες. Όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν. Κι ακόμα, τις ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία· τις ιστορίες που κι αυτή ακόμα η φαντασία απέρριψε και όσες αγνοεί. Ήταν ένα έργο τιτάνειο· ανάγκασα το ένα χέρι μου να γράφει στη μία σελίδα και το άλλο, ταυτόχρονα, στην άλλη, κι αφού έτσι το μυαλό μου έσπασε σε δύο κομμάτια αργότερα έσπασε και σε τρία, και σε τέσσερα, μέχρι που έχασα το μέτρημα αλλά δεν είχε σημασία γιατί έγραφα· έγραφα από το πρωί ως το βράδυ κι έκλεβα ώρες απ’ τον ύπνο μου για να γράψω κι άλλο· αποκοιμιόμουν πάνω στα τετράδιά μου και το πρωί διάβαζα σελίδες που δεν θυμόμουν να έχω γράψει. Δεν ήξερα αν τις είχα γράψει λίγο πριν απ’ τον ύπνο και τις είχε σβήσει απ’ τη μνήμη μου η εξάντληση ή αν τις είχα γράψει στον ύπνο μου, αλλά δεν είχα καιρό να ξεδιαλύνω το μυστήριο· έλυσα το πρόβλημα αποφεύγοντάς το: σταμάτησα να κοιτάζω, κλεφτά έστω, τις προηγούμενες σελίδες, εξάλλου μου έπαιρνε χρόνο απ’ τις σελίδες που δεν είχαν ακόμα γραφτεί.
Πέρασα πολύ καιρό έτσι, δεν ξέρω πόσο· η αλληλογραφία συσσωρευόταν μπροστά στην πόρτα και το μόνο που έκανα ήταν να την παίρνω από το πάτωμα και να την αφήνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου, μέχρι που έγινε ένας μεγάλος σωρός που το σκέπασε ολότελα. Όταν, κάποτε, μου τέλειωσαν τα τετράδια και τα χαρτιά άρχισα να γράφω στους κλειστούς φακέλους κι όταν μου τέλειωσαν κι αυτοί τους άνοιξα κι άρχισα να γράφω πάνω σε λογαριασμούς και διαφημιστικά και επιστολές που και να προλάβαινα να τις διαβάσω δεν θα κατάφερνα να θυμηθώ τι αφορούσαν. Όταν τέλειωσε κι η στοίβα, ένας οξύς πόνος στα χέρια μου με ανάγκασε να σταματήσω κι όταν σταμάτησα ανακάλυψα ότι οι αρθρώσεις των δαχτύλων μου ήταν ματωμένες, κι ακόμα ότι δεν μπορούσα να ξαναρχίσω γιατί δεν είχα τρόπο να πείσω τα χέρια μου, οπότε ψαχούλεψα στη χαρτούρα μέχρι να εντοπίσω το κρεβάτι μου κι όταν το εντόπισα ξάπλωσα και κοιμήθηκα, σκέπασμα ανάμιχτο κουβέρτες και σελίδες χαρτί.
Δεν ξέρω πόσο κοιμήθηκα· ώρες, ίσως, μήνες ή χρόνια· ο χρόνος είχε ούτως ή άλλως πάψει να σημαίνει οτιδήποτε, είχε πάψει να είναι μετρήσιμος, υπήρχε μόνο στις λέξεις, όχι στη ζωή. Ξύπνησα με μια σελίδα να έχει σφραγιστεί στο μάγουλό μου κι όταν προσπάθησα να τη διαβάσω στον καθρέφτη του μπάνιου διαπίστωσα ότι ήταν γραμμένη σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα· διαπίστωσα, επίσης, ότι πεινούσα, με κάποια έκπληξη που το σώμα μου αποφάσιζε, ξαφνικά, να θυμηθεί ότι υπάρχει κάτι που λέγεται πείνα. Κάπου ανάμεσα στα τετράδια και στα σκόρπια φύλλα υπήρχε το ψυγείο μου αλλά όταν επιτέλους το εντόπισα και το άνοιξα το βρήκα γεμάτο κι άλλα τετράδια, κι άλλα χαρτιά, και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ τι άλλο είχε μέσα κάποτε και πότε φαγώθηκε αυτό το άλλο, πότε ήπια τον τελευταίο καφέ και πότε το σπίτι έγινε από σπίτι μου σπίτι όλων των ιστοριών και για ποιο λόγο. Πήρα μια σελίδα, την έσχισα σε λωρίδες και τις μάσησα μία μία.
Από τότε με τρέφουν οι ιστορίες. Δεν γράφω πια, ούτε ψάχνω μέσα στα γραπτά να διαβάσω τι έχω γράψει· πού και πού σχίζω μια κόλλα χαρτί σε λωρίδες και τις καταπίνω κλαίγοντας. Για νερό πίνω τα δάκρυά μου· αφήνουν στα χείλη μου μια αλμυρή γεύση, ένα κάψιμο, αλλά δεν μπορώ να πιω από τις βρύσες του σπιτιού, αφού βγάζουν ένα κίτρινο υγρό που δεν ξέρω τι είναι, ξέρω μόνο ότι φοβάμαι να μάθω τι είναι κι αρνούμαι να το φέρω στα χείλη μου. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι μια μέρα θα ανοίξω την πόρτα και θα χτυπήσω στους γείτονες για να μάθω τι είναι αυτό το κίτρινο υγρό και τι απέγινε ο κόσμος όσο έγραφα τις ιστορίες του, γιατί ξέρω βέβαια ότι ο κόσμος ακόμα υπάρχει, είτε τον καταγράφω εγώ είτε όχι, ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω χωρίς να τολμώ ν’ ανοίξω την κουρτίνα για επιβεβαίωση, αλλά με πρόλαβαν αυτοί: χτύπησαν την πόρτα –τοκ, τοκ, τοκ– και περίμεναν όσο εγώ προσπαθούσα να αναγνωρίσω ότι αυτός ο ήχος ήταν ο ήχος της πόρτας, όσο κοιτούσα την πόρτα προσπαθώντας ν’ αποφασίσω αν θ’ ανοίξω ή όχι, όσο έσερνα τα βήματά μου – εφτά βήματα μέχρι την πόρτα, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, δισταγμός, έξι, εφτά· τα έκανα κι άνοιξα και όταν άνοιξα με κοίταξαν με κάτι που θυμόμουν από τις ιστορίες ότι ήταν ελπίδα αλλά είδα μέσα σε δευτερόλεπτα να γίνεται κάτι άλλο, μη αναγνωρίσιμο, ίσως επειδή πρόσεξαν τον χαμό των σελίδων στο χολ, και με ρώτησαν, «Τι συμβαίνει στον κόσμο;».
Νόμιζα ότι μετά το «Δεν ξέρω» που είχα να τους δώσω για απάντηση, με μια ψιλή φωνή που είχα καιρό ν’ ακούσω αλλά έπρεπε να δεχτώ για δική μου, ένα ένα τα γράμματα καλλιγραφημένα αργά στον αέρα, δ ε ν ξ έ ρ ω, θα χτυπούσαν άλλη πόρτα μέχρι κάποιος να τους απαντήσει, όμως αυτοί κούνησαν το κεφάλι, με αυτόν τον τρόπο που λένε μερικές ιστορίες ότι κουνάν το κεφάλι οι πολύ κουρασμένοι άνθρωποι –ίσως, είπα μέσα μου, να ήμουν η τελευταία τους ελπίδα, ίσως τους άλλους να τους είχαν ήδη ρωτήσει, ίσως να μην υπήρχαν άλλοι–, και ξανακλείστηκαν σπίτι τους κι από τότε απ’ το σπίτι τους ακούγονται τριγμοί κι εγώ αναρωτιέμαι αν ο ήχος στη ζωή μου επέστρεψε εξαιτίας της επίσκεψής τους, αν μέχρι τώρα ο ήχος δεν υπήρχε, ή αν εγώ δεν τον άκουγα, αν χρειαζόταν να μου χτυπήσουν την πόρτα για να θυμηθούν τ’ αφτιά μου τον λόγο ύπαρξής τους, κι ακόμα σκέφτομαι ν’ ανοίξω το παράθυρο αλλά είναι πέντε βήματα μέχρι το παράθυρο, πέντε πολύ μεγάλα βήματα κι εγώ μόνο μέχρι το τρίτο έχω φτάσει γιατί τα βήματα τα σκεπάζουν όλες οι ιστορίες, όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν· κι ακόμα, ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία, ιστορίες που ακόμα κι αυτή η φαντασία τις απέρριψε και άλλες που αγνοεί, μείον όσες φαγώθηκαν απ’ όταν σταμάτησα να γράφω, λίγες, απίστευτα λίγες για να κάνουν τη διαφορά, ν’ αδειάσουν αυτόν τον ωκεανό που σκεπάζει τα βήματα μέχρι το παράθυρο. Αρνούμαι να τον περάσω, όχι.
*Διήγημα γραμμένο για τη συλλογή του Παλαιοβιβλιοπωλείου του Νίκου Χρυσού. Εδώ η πρώτη δημοσίευση. Εικονογράφηση: Φίλιππος Παπανικολάου.
Χριστίνα Αλεξάκη, Ειρήνη Σπυριδάκη (αργότερα διαπίστωσα ότι ήμασταν μαθήτριες του ίδιου ζωγράφου) και Γιάννης Φαρσάρης από την παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος στο Ηράκλειο, στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών του Κωστή Σχιζάκη, από όπου και η φωτογραφία της γιορς τρούλι να υπογράφει το αντίτυπο. Τους ευχαριστώ όλους. | …η δύναμη πυρός του μυθιστορήματος είναι η συγγραφική αρτιότητα – οι λέξεις που διαθέτουν περιεχόμενο, οι φράσεις που σφύζουν από ενέργεια, οι περιγραφές που σε κάνουν να αισθάνεσαι ένα κόμμα, μια τελεία, πρωτίστως ένα ερωτηματικό που κλυδωνίζεται σαν καρυδότσουφλο στα ενδιάμεσα των παραγράφων. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι μια εξαιρετικά ευθύβολη τοιχογραφία, ένα γενναίο οδοιπορικό στις καρδιές και στις ψυχές, ένας ερεθιστικός ψίθυρος στο αφτί του απαιτητικού αναγνώστη: Η κατά Ανδρέα Κούνιο εκδοχή του τέλους του κόσμου στην κυπριακή Αλήθεια. Δημοσιεύθηκε μαζί με απόσπασμα από το βιβλίο το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ. | Το παιχνίδι της Ξυλούρη… δεν εξαντλείται στην ιδιοφυή σύνθεση της πλοκής και στην διακειμενικότητα. Η τελεολογία της έχει τη σφραγίδα ενός προσωπικού λογοτεχνικού ύφους που η συγγραφέας φαίνεται να κατακτά μέσα από τη συνεχή τριβή με τη γραφή και την ανάγνωση: Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της από τη Χριστιάνα Μυγδάλη στο Διαβάζω Μαρτίου. | Κοιτάζοντας τον πίνακα περιεχομένων του Πώς τελειώνει ο κόσμος ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι υπάρχει ένα χρονικό κενό στο βιβλίο. Αυτό το κενό είναι ο χρόνος του Rewind. Προχωρώντας στην ανάγνωση του βιβλίου θα διαπιστώσει, επίσης, ότι κάποιους ήρωες τους ξέρει από το Rewind: τη Φανή, πρώτα πρώτα, αλλά και τον Ορέστη και τον Δημήτρη, που έκαναν κι αυτοί σύντομα περάσματα από το Rewind. Επί της ουσίας, το Rewind γεννήθηκε μέσα από τη διαδικασία γραφής του Πώς τελειώνει ο κόσμος, γι’ αυτό και συνδέονται: είναι βιβλία που διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο και έως ένα βαθμό μπορούν να διαβαστούν σαν παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Όμως, είναι γραμμένα έτσι ώστε να διαβάζονται αυτόνομα. Το ένα δεν αποτελεί συνέχεια του άλλου, για να διαβάσεις το Πώς τελειώνει ο κόσμος δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει το Rewind. Αν και θα με ενδιέφερε, όταν τελειώσει κάποιος το Πώς τελειώνει ο κόσμος, να επιστρέψει στο Rewind, αν το έχει ήδη διαβάσει, ή να το διαβάσει τώρα για πρώτη φορά, και να δει πού συναντιούνται τα βιβλία και πού αντιπαρατίθενται: η γιορς τρούλι δίνει μερικές εξηγήσεις για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και τη σχέση του με το Rewind στην Πατρίδα. (Το επανέλαβα πολλές φορές κατά την παραμονή μου στην Κρήτη: το είχα πει εξαρχής ότι το Rewind ήταν μια πρόβα, τώρα που βγήκε το Πώς τελειώνει ο κόσμος έχετε την παράσταση.)
Η πρώτη παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος. Τη Δευτέρα, 9 Απριλίου, στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου (Νυμφών 3, Πόρος*), στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων Λογοτεχνικό Αναλόγιο. Με πληροφορούν από το κοντρόλ ότι στο ιβέντ θα προσφέρονται χορτοπιτάκια από τα χεράκια της μαμάς μου. Αν είναι αλήθεια, η φάση είναι τσαλαπατηθείτε-κι-όποιος-προλάβει. Σας περιμένω.
*Σημείωση προς Αθηναίους: Ηράκλειο Κρήτης.
Οι λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου συνεχίζονται, με τη σκυτάλη στους αναγνώστες του βιβλίου. | Τα πολύ παλιά χρόνια/ λίγο μετά την έκθεση με τους δεινόσαυρους (1991;) – κανείς δεν θυμάται πια εκείνο το μεγάλο ιβέντ / ήξερα ένα παιδί που διάβαζε πολύ/ όλα τα καλοκαίρια/ τις μικρές ώρες που η μπάλα μας σκαρφάλωνε δαιμονισμένα τα κλήματα της πίσω αυλής/ διακόπτοντας την σιέστα της γιαγιάς σταφίδας/ με τα τζιτζίκια σε τρελό ξεφάντωμα/ μπάνιζα ένοχα το παιδί να διαβάζει ξυπόλητο, μισογερμένο στο πλακάκι της τζαμαρίας/ πίσω απ’ τη μισάνοικτη τζαμόπορτα/ πίσω απ’ το μαύρο κάγκελο/ πίσω απ’ το φράκτη/ και το συρματένιο διαχωριστικό/ ήταν ένας κόσμος ξένος και σιωπηλός/ ένα παιδί που ζούσε αποκλειστικά τρεφόμενο με σταφύλια/ και που έτριβε πού και πού τα πέλματα μεταξύ τους/ όπως κάποιος που έχει επινοήσει αυτή την αυθόρμητη κίνηση/ χωρίς βέβαια να χάνει στιγμή τη σελίδα: Μια ιστορία-αντίδωρο για το Πώς τελειώνει ο κόσμος στο μπλογκ Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν. | «Rethink Athens, ξανασκέψου την Αθήνα» γράφει η διαφήμιση απέναντί μου. Κάθομαι δεξιά παράθυρο στη φορά του συρμού – σε μία από τις καλύτερες θέσεις δηλαδή για πρωί εργάσιμης καθημερινής. Ανοίγω το βιβλίο. Πώς τελειώνει ο κόσμος. Η Μαρία Ξυλούρη είναι μικρότερη από μένα. Πρώτα το έπαθα βλέποντας ποδόσφαιρο αυτό. Κάποια στιγμή οι παίκτες άρχισαν να είναι πιο μικροί από μένα. Μετά στο σκάκι. Τώρα και στους συγγραφείς. Ένας από τους ήρωες του βιβλίου δεν έχει βαφτιστεί, ήταν άθεοι οι γονείς του. Και οι δικοί μου άθεοι ήταν. Παντρεύτηκαν σε εκκλησία και με βάφτισαν. Ήταν στα τελευταία χρόνια πριν ο πολιτικός γάμος φτάσει στα μέρη του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια». Όταν γεννήθηκα ο Πέτρος Ευθυμίου υμνούσε τα ένοπλα κινήματα στα αμφιθέατρα. Πάλι πετάνε οι σκέψεις μου σαν σε παραλήρημα. Γυρνάω στο βιβλίο και στον Ορέστη. Δυστυχώς δε μπορώ να διαβάζω πια κανονικά στο μετρό. Πάνε οι εποχές του καρβουνιάρη Αθήνα-Ξάνθη που φεύγανε δυόμιση μυθιστορήματα. Ζαλίζομαι αμέσως. Αλλά οι 2-3 σελίδες είναι αρκετές για να περάσει το τεστ το βιβλίο. Ήδη 12 ώρες μετά που γράφω αυτό το σημείωμα έχω φτάσει στο Φώτη: Και μια ανάγνωση του βιβλίου στα μέσα μεταφοράς, ανάμεσα σε επιβάτες που θα μπορούσαν να είναι κι αυτοί στις σελίδες του, στο μπλογκ The Straw Broom. | Τρεις Διάνοιες (συν μία): To Πώς τελειώνει ο κόσμος συναντά το ελληνικό παράρτημα της διεθνούς των γουαλασιστών στη στήλη Bookspotting του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη για τη Lifo. | Ενώ ένα άλλο τέλος του κόσμου καταφτάνει στη Βέροια, για να συγκατοικήσει, ευχάριστα στριμωγμένο ανάμεσα στην Τριλογία της Νέας Υόρκης και το Sunset Park, με έναν γουαλασικό γάτο ονόματι Σνέιπ. | Στο μεταξύ, η γιορς τρούλι είχε τη χαρά να διανυκτερεύσει στο Αίθριο του φιλόξενου λογοτεχνικού Πανδοχείου του Λάμπρου Σκουζάκη, ο οποίος της ετοίμασε κι ένα υπέροχο εικονοστάσι των λογοτεχνικών της αγίων. | Η φωτογραφία του πύργου από τέλη του κόσμου στον Ιανό είναι της συγγραφέα και μεταφράστριας Βάσιας Τζανακάρη, από το μπλογκ της, Riverbed. | Θερμά ευχαριστώ σε όλους.















