Στο τεύχος Ιανουαρίου του περιοδικού Διαβάζω που κυκλοφορεί, προσπαθώ κάτι μάλλον ακατόρθωτο: να συνοψίσω την εκπληκτική λογοτεχνική πορεία ενός πολύ αγαπημένου μου γραφιά, του Ζοζέ Σαραμάγκου. Το αφιέρωμα, με γενικό τίτλο Στο μυαλό ενός αντιρρησία συνείδησης, περιλαμβάνει τα κείμενα: Ο άθεος προφήτης, Η δεύτερη γέννηση του συγγραφέα, Διορθώνοντας την ιστορία και Το σκοτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, και κλείνει με το Αυτός με το μούσι είναι ο Θεός, ο άλλος είναι ο Διάβολος, ένα εκτενές κείμενο του Χάρολντ Μπλουμ για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, με τίτλο Cain, μια επιστροφή του συγγραφέα στη βιβλική αφήγηση (όπως μαρτυρά ο τίτλος του, το βιβλίο είναι η σαραμαγκική εκδοχή της ιστορίας του Κάιν), κυκλοφόρησε στα τέλη του 2009. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί (από τον Οκτώβριο του 2009) Το Ταξίδι του Ελέφαντα, σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά. Για τον συγγραφέα δείτε επίσης εδώ και εδώ (αν είστε από τους τυχερούς που ξέρουν πορτογαλικά).

…we all hang from a single thread and a thousand truths
The Walkabouts, Harbour Lights

Καλή χρονιά! Να βρίσκεστε μαζί με αγαπημένους, να έχετε ωραία θέα τριγύρω σας και μέσα σας και να νιώθετε όμορφα τόσο με τα ανθρώπινα, όσο και με τα ξωτικίσια ρούχα σας.

(Εικονογράφηση από Τιμ Μπάρτον γιατί δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις με τον χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.)

Αυτές τις μέρες έχω αναλάβει να μεταφέρω τη συλλογή γραμματοσήμων του πατέρα μου απ’ το παλιό άλμπουμ (του 1967, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος στην πρώτη σελίδα) στο καινούργιο. Είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή της – θα έλεγα ότι κι ο πατέρας μου την είχε ξεχάσει, αν δεν υπήρχε ένα γραμματόσημο του 2008 χωμένο ανάμεσα στ’ άλλα ν’ αποδεικνύει το αντίθετο.

Εργάτης στη Γερμανία (ίσως, λέω εγώ, παιδί του φίφτι φίφτι όπως ο ήρωας του Διπλού Βιβλίου του Χατζή – μα πάλι ίσως όχι), ο πατέρας μου κρατούσε τα γραμματόσημα απ’ τα γράμματα των δικών του, αλλά κι όσα του έδιναν συνάδελφοι και φίλοι απ’ τα γράμματα που λάβαιναν.  (Τον φαντάζομαι να κοιτάζει με λαχτάρα τα γράμματα των φίλων του· τον φαντάζομαι να ζητά από γνωστούς κι αγνώστους ένα γραμματόσημο, περίπου όπως η ηρωίδα του Φόερ στο Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά ζητά απ’ όλους να της γράψουν ένα γράμμα). Κάθε γραμματόσημο έχει μια ιστορία και μια άκρη της φτάνει μέχρι τον πατέρα μου που το βάζει στο άλμπουμ: τούρκικα γραμματόσημα, ισπανικά, πορτογαλικά, ιρανικά, αργεντίνικα. (Ένα από τα γραμματόσημα που μου αρέσουν περισσότερο είναι βιετναμέζικο.)

Υπάρχουν γραμματόσημα απ’ την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, την Ισπανία του Φράνκο –ολόκληρες σελίδες γεμάτες γραμματόσημα με το πορτρέτο του Φράνκο–, τη Γερμανία του Χίτλερ, πολλά από την Ελλάδα της επταετίας και κάποια από την Ελλάδα του Μεταξά. Ακόμα, ελβετικά γραμματόσημα με τη σφραγίδα απ’ το Πεσταλότσι να διακρίνεται πεντακάθαρα. Γραμματόσημα απ’ τη Νιγηρία, απ’ τη Γκάνα, απ’ το Μαρόκο, απ’ την Αλγερία, απ’ την Τυνησία. Γραμματόσημα απ’ τους Ολυμπιακούς του 1964 στο Τόκιο, για τους οποίους δεν έχω ιδέα· μαθαίνω από τη Wikipedia ότι τη φλόγα την άναψε ο Γιοσινόρι Σακάι, γεννημένος στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου του 1945, τη μέρα που οι Αμερικάνοι έριξαν την ατομική βόμβα – κι αυτό είναι το μοναδικό που μου κάνει εντύπωση από τους Ολυμπιακούς του 1964· γραμματόσημα από τους Ολυμπιακούς του 1968 στο Μεξικό, και δεν χρειάζεται να κοιτάξω στη Wikipedia για να θυμηθώ τις υψωμένες γροθιές του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος, και τη σφαγή στην πλατεία Τλατελόλκο – μόλις χθες διάβαζα γι’ αυτήν στους Άγριους Ντετέκτιβ του Μπολάνιο (η αφήγηση της Αουξίλιο, της μητέρας της μεξικανικής ποίησης): προφανώς, προσπαθώ να ενώσω κουκίδες και να φτιάξω μια ιστορία στη θέση της ιστορίας (των ιστοριών) που δεν θ’ ακούσω, δεν θα διαβάσω.

Ο πατέρας μου κοιτάζει τα δάχτυλά μου καθώς γυρίζω τις σελίδες κι ακουμπώ τα ίχνη των ιστοριών (ποιες απ’ αυτές θυμάται;) με τρόμο μήπως κάτι ακουμπήσω αδέξια, μήπως κάτι καταστρέψω. Τελικά σηκώνεται και φεύγει· φαντάζομαι αποφεύγει όχι μόνο τον φόβο της καταστροφής, αλλά και τον φόβο των ερωτήσεων έτσι.

Βλέπω τα γραμματόσημα σα σπαράγματα αφηγήσεων. Για να τα κάνω δικά μου, για να αισθανθώ ότι υπάρχει ένα κομμάτι αυτών των ιστοριών που με περιέχει, τα βάζω μαζί με τις δικές μου αφηγήσεις, τα φωτογραφίζω με τα βιβλία που διαβάζω τώρα και με το χειρόγραφο-τέρας που προχωρεί: είναι ένας τρόπος να συναντηθούν οι ιστορίες ενός πατέρα και μιας κόρης.

I heard this story from Auggie Wren. Since Auggie doesn’t come off too well in it, at least not as well as he’d like to, he’s asked me not to use his real name. Other than that, the whole business about the lost wallet and the blind woman and the Christmas dinner is just as he told it to me.

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

H Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Όγκι Ρεν (Auggie Wren’s Christmas Story) είναι ένα –ακυκλοφόρητο στα ελληνικά– διήγημα του Πολ Όστερ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990. Μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον Όστερ να αφηγείται την ιστορία εδώ, και να τη διαβάσετε εδώ. Την πολύ όμορφη καινούργια έκδοση του Faber & Faber, απ’ όπου και οι φωτογραφίες παρακάτω, εικονογράφησε η  Μαρισόλ Μισέντα (Isol).

Ο Όστερ χρησιμοποίησε την ιστορία αυτή σα βάση για το σενάριο της ταινίας Καπνός (Smoke, Γουέιν Γουάνγκ, 1995), όπου και κινηματογραφήθηκε ολόκληρη για τους τίτλους τέλους. Ακούγεται το τραγούδι Innocent When You Dream του Τομ Γουέιτς:

Σε αυτή τη σκηνή ο Όστερ κάνει και μια καμέο εμφάνιση (τα χέρια που δακτυλογραφούν είναι δικά του). Το όνομα Πολ Μπέντζαμιν που δακτυλογραφείται σαν όνομα συγγραφέα προέρχεται από το πλήρες όνομα του Όστερ (Πολ Μπέντζαμιν Όστερ) και είναι το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, το Squeeze Play (το μυθιστόρημα γράφτηκε σε μια προσπάθεια του Όστερ να κερδίσει χρήματα, και περιλαμβάνεται στην αυτοβιογραφία του).

After all, if you can’t share your secrets with your friends, what kind of a friend are you?

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

Και για το τέλος, μαζί με τις ευχές μου για καλές γιορτές και χρόνια πολλά, ένα  χριστουγεννιάτικο κομμάτι από τον Σκοτ Μάθιου που αγαπώ πολύ:

Αν και υποψιάζομαι ότι θα προτιμούσα να βρίσκομαι στο χριστουγεννιάτικο πάρτι του Μπομπ Ντίλαν:

Δωράκι της Λ.Φ., που ξέρει ότι έχω πάθος με τα τετράδια. Με μαλακό δερμάτινο εξώφυλλο, εξωτερικές ραφές και πολύ-πολύ απαλό χαρτί, σύμφωνα με την Λ.Φ. φώναζε τ’ όνομά μου:

Με την ευκαιρία, εδώ η Μάργκαρετ Άτγουντ προτείνει 10 δώρα για αρχάριους συγγραφείς. Φυσικά, το πρώτο στη λίστα είναι ένα τετράδιο.

Στο τεύχος Δεκεμβρίου του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, επτά πρωτοεμφανιζόμενοι παίρνουν συνέντευξη από τον εαυτό τους: Ευσταθία Ματζαρίδου (Ένας Κόμπος Όλα, Μεταίχμιο), Ελίζα-Ιωάννα Πολιτσοπούλου (Ουροβόρος Κρίνος: Σμαράγδια με Ασήμι, Κέδρος), Θοδωρής Κ. Ραχιώτης (Βασανιστές, Καστανιώτης), Μαρία Τσολοκούδη (Γραμματική, Τόπος), Έλση Τσουκαράκη (Η Ποινή, Ψυχογιός), Μαργαρίτα Φρανέλη (Μαμά, Κι Εγώ Δεν Σ’ Αγαπώ, Πατάκης), και η γιορς τρούλι (ξέρετε τώρα, Μαρία Ξυλούρη, REWIND, Καλέντης).

Όταν μου ζητήθηκε να… πάρω συνέντευξη του εαυτού μου, σκέφτηκα ότι είχα δύο επιλογές: από τη μία, να με ρωτήσω αυτά που θα ήθελα να με ρωτήσουν για το βιβλίο μου· από την άλλη, να απαντήσω σ’ αυτά που βλέπω ότι με ρωτάνε συχνότερα. Επέλεξα το δεύτερο, μια και μου φάνηκε λογικότερο. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, πάντως, ιδού, η Μαρία Ξυλούρη ρωτάει τη Μαρία Ξυλούρη για το REWIND, και όπως πάντα καταλήγει να μιλά για τον Πολ Όστερ:

Γιατί REWIND;

O τίτλος σχετίζεται με την ιστορία του βιβλίου και ιδίως με το μοντάζ του, με την συνεχή επιστροφή στο παρελθόν: ο ήρωάς μου, ο Πέτρος, θα πρέπει να γυρίσει πίσω στο χρόνο και να εξετάσει την ιστορία του πατέρα του –άρα και τη δική του ιστορία– από διαφορετική οπτική γωνία, όχι όπως την ερμήνευσε ο ίδιος, αλλά όπως την έζησαν οι άλλοι – ο πατέρας του, η μάνα του, η μητριά του.

Και η αφετηρία του REWIND ποια είναι;

Υπερσύγχρονο συγγραφικό όπλο, ιδανικό για επίδοξους γραφιάδες που δεν έχουν αυτοκίνητο ή μηχανάκι

Δεν μπορώ να την προσδιορίσω με ακρίβεια: πολλές ψηφίδες από διαβάσματα, βιώματα, ακούσματα, αλλά και παλιότερα γραπτά μου άρχισαν να ενώνονται σιωπηλά, κι έτσι βρέθηκα μια μέρα με αυτούς τους ήρωες, αυτή την ιστορία. Τραγούδια, ταινίες, συζητήσεις με φίλους, μισοακουσμένες κουβέντες στο τρόλεϊ, μνήμες από βιβλία. Για παράδειγμα, τα τραγούδια που υπάρχουν σαν αναφορές στο REWIND τα άκουγα στο mp3 player καθώς κυκλοφορούσα στην πόλη και οπτικοποιούσα στο μυαλό μου μέρη του βιβλίου. Όσο για τα διαβάσματα, χρωστάω σε κάθε συγγραφέα που έχω διαβάσει, όμως περισσότερο στον Πολ Όστερ –απόσπασμα από την Τριλογία της Νέας Υόρκης υπάρχει σαν μότο στο βιβλίο μου–, τον Αντρέα Φραγκιά (Το Πλήθος έχει προσφέρει πολλά στην ατμόσφαιρα του REWIND) και την Σώτη Τριανταφύλλου (συντροφιά με τα βιβλία της οποίας ενηλικιώθηκα).

Επιλέγεις να πεις την ιστορία από τη σκοπιά ενός άντρα, γιατί;

Γιατί έτσι ήθελα να την αφηγηθώ: θα ήταν μια άλλη ιστορία αν την έγραφα από τη σκοπιά μιας γυναίκας. Κι αυτό, η επιλογή της οπτικής γωνίας δηλαδή, σ’ ένα βιβλίο που ξεκινά με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια, παρά διαφορετικές εκδοχές της που αλληλοσυγκρούονται ή αλληλοσυμπληρώνονται, είναι πολύ σημαντικό. Επιπλέον, το να τοποθετηθεί στο επίκεντρο ο Πέτρος ήταν και μια «παγίδα» που έβαλα στον εαυτό μου θέλοντας να αποφύγω, όσο αυτό ήταν φυσικά δυνατό, την αυτοβιογράφηση. Δεν είχα σκοπό να γράψω μια ιστορία που μου συνέβη, ή μια ιστορία που θα μπορούσε να μου συμβεί. Φυσικά, υπάρχει αρκετή Μαρία στο βιβλίο –πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;– όμως δεν είναι ένα βιβλίο για τη Μαρία: ο συγγραφέας που φαντάζεται ο αναγνώστης διαβάζοντας είναι κι αυτός ένας ήρωας της μυθοπλασίας.

Στην τελευταία ιστορία του Ghostwritten του Ντέιβιντ Μίτσελ όλα διαδραματίζονται με άξονα μια ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο Νυχτερινό Τρένο. Δεν ξέρω αν η Μαλίνα εμπνεύστηκε τον τίτλο της δικής της εκπομπής από το βιβλίο, ξέρω όμως ότι απόψε θα είμαι φιλοξενούμενη εκεί, με καλή παρέα και μπόλικα αγαπημένα τραγούδια.  Στις έντεκα, στον Chimeres fm.

JonathanSafran FoerΌταν ο (γεννημένος το 1977) Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το Everything is Illuminated, δίχασε: από τη μία, ενθουσιασμός –εκφρασμένος και από σπουδαίους γραφιάδες, όπως ο Απντάικ και ο Ρουσντί–, από την άλλη δυσπιστία: τι ήταν αυτό το μυθιστόρημα; Ένα ολοκληρωμένο, παρά τη νεαρή ηλικία του δημιουργού του, ιδιοφυές οικοδόμημα, ή μήπως πύργοι στην άμμο ενός παιδιού, οπωσδήποτε ιδιοφυούς, αλλά που ακόμα παίζει με τα κουβαδάκια του – απαιτώντας να θαυμάσουμε το παιχνίδι του σαν να ήταν πραγματικό έργο;

Τo Everything is Illuminated (που γυρίστηκε και ταινία, με τον Ελάιτζα Γουντ και τον Γιουτζίν Χατζ των Gogol Bordello) μ’ ένα λόγο αξιοποιούσε τεχνικές και τεχνάσματα με τρόπο που σε κάποιους φάνηκε επιτηδευμένος κι εξυπνακίστικος, πυροτέχνημα εντυπωσιασμού. Εντέλει όμως δεν ήταν: απόδειξη, το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα, κι αυτό πριν καν φτάσει τα τριάντα: το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά (Extremely Loud & Incredibly Close) του 2005, που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι, σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά είναι ένα μυθιστόρημα για την 11η Σεπτεμβρίου, ένα θέμα που νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περίμενε κανείς άρχισε να αποτυπώνεται στην κουλτούρα, τόσο την αμερικάνικη, όσο και την παγκόσμια· προηγήθηκε, μάλιστα, σχετικών έργων από συγγραφείς πιο έμπειρους και καταξιωμένους, όπως ο Ντον ΝτεΛίλο, η Σίρι Χούστβεντ και ο Πολ Όστερ (Falling Man, The Sorrows of an American και Man in the Dark, αντίστοιχα).

Σε μια κίνηση που τον διαφοροποιεί από τους προαναφερθέντες, ο Φόερ επιλέγει να παρακολουθήσει την ιστορία του μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού, του εννιάχρονου Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι ένα πανέξυπνο, γεμάτο φαντασία παιδί. Δηλώνει ντετέκτιβ, συλλέκτης, χορτοφάγος, εφευρέτης κι ένα σωρό άλλα πράγματα· λύνει τις απορίες του ψάχνοντας στο Google, ντύνεται μόνο στα λευκά και κυκλοφορεί παίζοντας ένα ντέφι για να ηρεμεί – μια επιλογή που, σε συνδυασμό με το όνομα του μικρού ήρωα, φέρνει στο νου το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας. Οι επινοήσεις του Όσκαρ (όπως ασθενοφόρα που προβάλλουν στους ασθενείς τα παρηγορητικά λόγια των περαστικών, γνωστών και αγνώστων, αλλά και στους περαστικούς μηνύματα για την πορεία της υγείας των ασθενών) είναι εντυπωσιακές μέσα στην παιδικότητά τους· όμως όλ’ αυτά περιστρέφονται γύρω από εκείνη τη μέρα: γιατί ο Όσκαρ είναι, επίσης, ένα βαθιά πληγωμένο παιδί. Ο πατέρας του βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου· γυρνώντας στο σπίτι νωρίτερα, ο Όσκαρ άκουσε ένα προς ένα τα μηνύματα που ο παγιδευμένος άντρας άφηνε στον τηλεφωνητή του σπιτιού του λίγο πριν το τραγικό τέλος του. Γιατί δεν σήκωσε ο Όσκαρ τ’ ακουστικό για ν’ ανταλλάξει δύο τελευταία λόγια με τον πατέρα του; Γιατί ο πατέρας του δεν φρόντισε να διαβεβαιώσει σ’ αυτά τα μηνύματα τους δικούς του ότι τους αγαπά; Ο Όσκαρ αντικαθιστά τη συσκευή του τηλεφωνητή με μιαν άλλη· κρύβει την παλιά στα πράγματά του για να προστατεύσει τη μητέρα του απ’ αυτά τα μηνύματα, όμως ποιος θα προστατεύσει τον ίδιο;

Ένα χρόνο αργότερα, ο Όσκαρ εμποδίζει τη μητέρα του να συνάψει νέους δεσμούς, φοβούμενος ότι ψάχνει έναν αντικαταστάτη του πατέρα του· κι ενώ η πολυαγαπημένη του γιαγιά μοιάζει να οδεύει προς την τρέλα (επικαλείται την παρουσία ενός νοικάρη –που ούτε ο εγγονός, ούτε η νύφη της έχουν δει ποτέ– στο σπίτι της), ο μικρός ανακαλύπτει στα πράγματα του πατέρα του ένα κλειδί μέσα σ’ έναν φάκελο που γράφει Μπλακ, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει τόσο το χρώμα (μαύρο) όσο κι ένα επώνυμο (Μαύρος). Ο Όσκαρ καταλήγει ότι πρόκειται για επώνυμο, και ξεκινά μια συναρπαστική αναζήτηση όλων των Μπλακ της Νέας Υόρκης, για ν’ ανακαλύψει ποια κλειδαριά ανοίγει το κλειδί.

Η επιλογή του Φόερ ν’ αφηγηθεί την ιστορία μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού απογειώνει το μυθιστόρημα, δίνοντάς του μια παιγνιώδη διάθεση (υπάρχουν αποσπάσματα που είναι οδυνηρά αστεία, άλλα που είναι οδυνηρά τρυφερά· υπάρχουν, τέλος, και αρκετές σπαρακτικές στιγμές) και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για να ξεδιπλωθεί μια οργιαστική, απολαυστική φαντασία: ένας ύμνος στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν (ή δεν είναι αρκετές)

Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντάΥπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο, σε αξιοσημείωτη αρμονία με την πρώτη: η ιστορία της γιαγιάς και του παππού του Όσκαρ, ανθρώπων που ξεβράστηκαν στην Αμερική μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, κουβαλώντας τις δικές τους πληγές. Ο παππούς, συνονόματος του εγγονού, φτάνοντας στις ΗΠΑ έχασε, λέξη τη λέξη, τη δυνατότητα της ομιλίας· κατέληξε να κυκλοφορεί μ’ ένα τετράδιο μόνιμα στο χέρι, όπου έγραφε μικρές φράσεις για να μπορεί να επικοινωνήσει.

Ο γάμος αυτών των δύο ήταν εξαρχής ένας συμβιβασμός: χτίστηκε πάνω στον πόνο, και σε συμφωνίες, οι περισσότερες άρρητες, που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια πολύ εύθραυστη ισορροπία. Το διαμέρισμα του ζευγαριού έγινε ένας χάρτης όπου το υπαρκτό συνόρευε με νεκρές ζώνες, για τις οποίες από ένα σημείο κι έπειτα δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των συζύγων. Ώσπου η γυναίκα σπάει την πιο σημαντική συμφωνία, τη συμφωνία με την οποία έγινε ο γάμος εξαρχής: το να μην κάνουν παιδιά. Μένει έγκυος, κι ο άντρας εγκαταλείπει αυτήν και τον αγέννητο ακόμα γιο του.

Η περιγραφή των σχέσεων του ζευγαριού, του τρόπου με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να διαμορφώσουν τον αναγκαίο γι’ αυτούς συμβιβασμό, είναι έξοχη· το αποκορύφωμά της είναι το τηλεφώνημα του γέρου πια Όσκαρ Σελ στη γυναίκα του: ανίκανος να μιλήσει, ο Σελ απλώς πατάει τα κουμπιά της συσκευής που αντιστοιχούν στα γράμματα που του χρειάζονται για να συγκροτήσει τις λέξεις του – ολόκληρες σελίδες γεμάτες αριθμούς, κι ωστόσο πλήρεις νοήματος, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου οι σιωπές, η ανεπάρκεια των λέξεων, έχουν κεντρικό ρόλο (γι’ αυτό και είναι κρίμα που η ελληνική έκδοση κρατά απ’ τις σελίδες των αριθμών μονάχα μία παράγραφο, μειώνοντας την επίδρασή τους).

Όπως πλήρεις νοήματος είναι οι φωτογραφίες που χρησιμοποιεί ο Φόερ για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του, ακόμα και οι λευκές σελίδες εντός του κειμένου – ή, αντίθετα, οι σελίδες όπου οι λέξεις πυκνώνουν τόσο, ώστε καταλήγουν στο απόλυτο μαύρο. Τεχνάσματα που εξυπηρετούν πλήρως την αφήγηση, με κορυφαία στιγμή την κατάληξη του μυθιστορήματος, με μια σεκάνς φωτογραφιών ενός jumper (όπως ονομάστηκαν στις ΗΠΑ οι απελπισμένοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από την κόλαση των Δίδυμων Πύργων βουτώντας στο κενό) βαλμένη σε αντίστροφη χρονική σειρά: σαν να υπήρχε τρόπος, λέγοντας την ιστορία, να γυρίσεις το χρόνο προς τα πίσω, να ξε-κάνεις αυτό που έχει ήδη συμβεί, και να κρατήσεις αυτόν τον άνθρωπο ζωντανό.

Γιατί το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω σ’ έναν βασικό διχασμό: από τη μία, η πίστη στην αφήγηση κι από την άλλη, η αμφισβήτησή της. Αρκούν οι λέξεις για να μπορέσεις να φανερώσεις μια ιστορία, να φωτίσεις τα σκοτάδια της, να επικοινωνήσεις, εντέλει, με τον άλλον; Όχι. Κι ωστόσο, έχεις ανάγκη τις λέξεις –τις βαθιά ανεπαρκείς λέξεις, συγκροτημένες μέσα στο ψευδές οικοδόμημα της αφήγησης- για να διασώσεις κάτι ελάχιστο.

*Μια συντομευμένη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 501, Νοέμβριος 2009). Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ για το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά: 1, 2, 3, 4. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ένα δοκίμιο υπέρ της χορτοφαγίας με τίτλο Eating Animals, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις αρχές Νοεμβρίου.

JonathanSafran Foer