Απόσπασμα από συνέντευξή μου στον Ανδρέα Κούνιο για την κυπριακή Αλήθεια. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη  εδώ, και εδώ την κριτική του για το REWIND. (Να πω ακόμα ότι τρία αντίτυπα του βιβλίου προσφέρονται με κλήρωση από τον Καλέντη μέσω του μπλογκ του Νίκου Διακογιάννη. Συμμετοχές μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου. Δείτε εδώ για λεπτομέρειες.)

Το REWIND είναι μια αληθινή ιστορία ή μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή;

Το REWIND είναι μια αφήγηση, και δεν υποκρίνεται ότι είναι αλήθεια· ό,τι πραγματικό υπάρχει στο βιβλίο είναι επεξεργασμένο: όπως κάθε ιστορία, αφήνει πίσω της την πραγματικότητα και τραβάει το δρόμο της. Δεν ξεκίνησα να καταγράψω μια αληθινή ιστορία, δεν ξεκίνησα να γράψω τη δική μου ιστορία, και δεν με ενδιέφερε το αν θα μπορούσε να συμβεί αυτή η ιστορία «εκεί έξω». Με ενδιέφερε να δω τι μπορούσε να συμβεί μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Ούτως ή άλλως, πιστεύω ότι από τη στιγμή που κάτι γράφεται, ακόμα κι αν ξεκίνησε αληθινό, γίνεται μυθοπλασία.

Θα βοηθούσε ίσως αν διευκρίνιζα ότι από τη μυθοπλασία δεν περιμένω μια καταγραφή της πραγματικότητας, αλλά ένα πείραγμά της, την αλλοίωσή της, την ανακατασκευή της, ή ακόμα και το αναποδογύρισμά της.

Από πού, αλήθεια, το εμπνευστήκατε;

Από πολλά θραύσματα: το REWIND συγκροτήθηκε από βιβλία –για παράδειγμα, η ατμόσφαιρά του είναι κατά κάποιο τρόπο γεννημένη από Το πλήθος του Φραγκιά–, από τραγούδια –πολλά απ’ τα οποία υπάρχουν στο βιβλίο–, από ταινίες, από συζητήσεις με φίλους, από αναμνήσεις, από μισοακουσμένες κουβέντες αγνώστων στο λεωφορείο· από πολλά, τέλος πάντων, πράγματα, που οδήγησαν σ’ αυτήν την ιστορία, σ’ αυτούς τους ήρωες.

Όταν αποφασίζατε να το εκδώσετε, ποιο είδος αναγνωστικού κοινού είχατε στο μυαλό σας;

Δεν έγραψα το βιβλίο έχοντας κατά νου μια συγκεκριμένη κατηγορία αναγνωστών· παρομοίως, στη διαδικασία της έκδοσης δεν σκέφτηκα με όρους κοινού. Αυτό που κυρίως σκεφτόμουν γράφοντας το REWIND ήταν να το γράψω όσο καλύτερα μπορούσα· να γράψω αυτή την ιστορία όπως θα ήθελα να τη διαβάσω· σκεφτείτε το σαν μήνυμα σε μπουκάλι, που δεν ξέρεις ποιος θα το βρει (αν τελικά το βρει κανείς), αλλά παρόλα αυτά το ρίχνεις στη θάλασσα και περιμένεις να δεις τι θα συμβεί.

Αποκεί και πέρα, κάθε αναγνώστης μπαίνει στον κόσμο του βιβλίου με τη δική του ιστορία, τις δικές του προσδοκίες, και το διαβάζει ανάλογα.

Αν και καλογραμμένο, το REWIND μπερδεύει με την πλοκή του. Συμφωνείτε;

Πρώτα-πρώτα, να πω ότι για μένα ένα καλογραμμένο βιβλίο δεν είναι απαραίτητα απλό ή εύκολα προσβάσιμο. Σαν αναγνώστρια, με ενδιαφέρουν τα ερωτηματικά, τα κενά, οι παγίδες που στήνει ο συγγραφέας. Οι άνθρωποι δεν είναι απλοί. Ο τρόπος που σκέφτονται, που βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, που αλληλεπιδρούν, δεν είναι απλός – ακόμα κι ο τρόπος που ερμηνεύουν το παρελθόν τους ή ό,τι αποκαλούμε εαυτό. Γιατί, λοιπόν, να είναι απλές οι ιστορίες τους;

Το αν μπερδεύει ή όχι το REWIND δεν μπορώ, φυσικά, να το κρίνω εγώ. Μπορώ μονάχα να πω ότι είναι συνειδητή η επιλογή να αφηγηθώ την ιστορία με διαρκή πηγαινέλα στο χρόνο και με αλλαγές στην οπτική γωνία: το μοντάζ του REWIND είναι αυτό που είναι, όχι για να μπερδέψει τον αναγνώστη, αλλά για να εικονογραφήσει τη σύγχυση του Πέτρου και την προσπάθειά του να δει την ιστορία του –που είναι επίσης η ιστορία του πατέρα του, της μητέρας του, της μητριάς του– από την αρχή. Πολύ απλά, αισθάνθηκα ότι αυτή την ιστορία έπρεπε να την πω έτσι· δεν θα ήταν η ίδια ιστορία με άλλο μοντάζ.

Διάλειμμα απ’ το γράψιμο για να μην κάνω κομματάκια όλες τις σελίδες που έχω γράψει μέχρι στιγμής. Σκιτσάρω, ελπίζοντας ότι θα ηρεμήσω αρκετά ώστε να επιστρέψω πιο ψύχραιμη στο (καθόλου συνεργάσιμο ή έτσι το νιώθω) κείμενο.

…I know you’re not the only one
You’re the only one with a knife
Σκοτ Μάθιου, Every Traveled Road

Στιγμιότυπα απ’ την καθημερινότητα του τραπεζιού της κουζίνας μου:

Against the Day –η αγγλική έκδοση δώρο φίλου, η ελληνική δώρο άλλου φίλου, μαζί με το V. και την κάρτα της τελευταίας φωτογραφίας– και Infinite Jest· το αναγνωστικό μου ημερολόγιο για το 2010· ένα απίστευτα μικρό (δείχνει ακόμα πιο τοσοδούλι πλάι στ’ άλλα) βιβλίο για γατόφιλους που μου χάρισε η αδελφή μου, μαζί μ’ ένα υπέροχο ζευγάρι σκουλαρίκια απ’ τα χεράκια της· μια φωτογραφία απ’ τη θητεία του πατέρα μου· μερικά σκιτσάκια· κάτω απ’ τα σκιτσάκια, το χειρόγραφο που σιγά-σιγά τελειώνει, κι αν όλα πάνε καλά, αρχές Φλεβάρη ξεκινάω να το δουλεύω στον υπολογιστή – γι’ αυτό και Nearly there ο τίτλος του ποστ· κι ο τελευταίος καφές της μέρας.

Και ένα συντομότατο διήγημα από τη συλλογή Brief Interviews with Hideous Men του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας:

A Radically Condensed History of Postindustrial Life

When they were introduced, he made a witticism, hoping to be liked. She laughed extremely hard, hoping to be liked. Then each drove home alone, staring straight ahead, with the very same twist to their faces.

The man who’d introduced them didn’t much like either of them, though he acted as if he did, anxious as he was to preserve good relations at all times. One never knew, after all, now did one now did one now did one.

Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Brief Interviews with Hideous Men

Στο τεύχος Ιανουαρίου του περιοδικού Διαβάζω που κυκλοφορεί, προσπαθώ κάτι μάλλον ακατόρθωτο: να συνοψίσω την εκπληκτική λογοτεχνική πορεία ενός πολύ αγαπημένου μου γραφιά, του Ζοζέ Σαραμάγκου. Το αφιέρωμα, με γενικό τίτλο Στο μυαλό ενός αντιρρησία συνείδησης, περιλαμβάνει τα κείμενα: Ο άθεος προφήτης, Η δεύτερη γέννηση του συγγραφέα, Διορθώνοντας την ιστορία και Το σκοτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, και κλείνει με το Αυτός με το μούσι είναι ο Θεός, ο άλλος είναι ο Διάβολος, ένα εκτενές κείμενο του Χάρολντ Μπλουμ για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, με τίτλο Cain, μια επιστροφή του συγγραφέα στη βιβλική αφήγηση (όπως μαρτυρά ο τίτλος του, το βιβλίο είναι η σαραμαγκική εκδοχή της ιστορίας του Κάιν), κυκλοφόρησε στα τέλη του 2009. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί (από τον Οκτώβριο του 2009) Το Ταξίδι του Ελέφαντα, σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά. Για τον συγγραφέα δείτε επίσης εδώ και εδώ (αν είστε από τους τυχερούς που ξέρουν πορτογαλικά).

…we all hang from a single thread and a thousand truths
The Walkabouts, Harbour Lights

Καλή χρονιά! Να βρίσκεστε μαζί με αγαπημένους, να έχετε ωραία θέα τριγύρω σας και μέσα σας και να νιώθετε όμορφα τόσο με τα ανθρώπινα, όσο και με τα ξωτικίσια ρούχα σας.

(Εικονογράφηση από Τιμ Μπάρτον γιατί δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις με τον χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.)

Αυτές τις μέρες έχω αναλάβει να μεταφέρω τη συλλογή γραμματοσήμων του πατέρα μου απ’ το παλιό άλμπουμ (του 1967, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος στην πρώτη σελίδα) στο καινούργιο. Είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή της – θα έλεγα ότι κι ο πατέρας μου την είχε ξεχάσει, αν δεν υπήρχε ένα γραμματόσημο του 2008 χωμένο ανάμεσα στ’ άλλα ν’ αποδεικνύει το αντίθετο.

Εργάτης στη Γερμανία (ίσως, λέω εγώ, παιδί του φίφτι φίφτι όπως ο ήρωας του Διπλού Βιβλίου του Χατζή – μα πάλι ίσως όχι), ο πατέρας μου κρατούσε τα γραμματόσημα απ’ τα γράμματα των δικών του, αλλά κι όσα του έδιναν συνάδελφοι και φίλοι απ’ τα γράμματα που λάβαιναν.  (Τον φαντάζομαι να κοιτάζει με λαχτάρα τα γράμματα των φίλων του· τον φαντάζομαι να ζητά από γνωστούς κι αγνώστους ένα γραμματόσημο, περίπου όπως η ηρωίδα του Φόερ στο Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά ζητά απ’ όλους να της γράψουν ένα γράμμα). Κάθε γραμματόσημο έχει μια ιστορία και μια άκρη της φτάνει μέχρι τον πατέρα μου που το βάζει στο άλμπουμ: τούρκικα γραμματόσημα, ισπανικά, πορτογαλικά, ιρανικά, αργεντίνικα. (Ένα από τα γραμματόσημα που μου αρέσουν περισσότερο είναι βιετναμέζικο.)

Υπάρχουν γραμματόσημα απ’ την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, την Ισπανία του Φράνκο –ολόκληρες σελίδες γεμάτες γραμματόσημα με το πορτρέτο του Φράνκο–, τη Γερμανία του Χίτλερ, πολλά από την Ελλάδα της επταετίας και κάποια από την Ελλάδα του Μεταξά. Ακόμα, ελβετικά γραμματόσημα με τη σφραγίδα απ’ το Πεσταλότσι να διακρίνεται πεντακάθαρα. Γραμματόσημα απ’ τη Νιγηρία, απ’ τη Γκάνα, απ’ το Μαρόκο, απ’ την Αλγερία, απ’ την Τυνησία. Γραμματόσημα απ’ τους Ολυμπιακούς του 1964 στο Τόκιο, για τους οποίους δεν έχω ιδέα· μαθαίνω από τη Wikipedia ότι τη φλόγα την άναψε ο Γιοσινόρι Σακάι, γεννημένος στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου του 1945, τη μέρα που οι Αμερικάνοι έριξαν την ατομική βόμβα – κι αυτό είναι το μοναδικό που μου κάνει εντύπωση από τους Ολυμπιακούς του 1964· γραμματόσημα από τους Ολυμπιακούς του 1968 στο Μεξικό, και δεν χρειάζεται να κοιτάξω στη Wikipedia για να θυμηθώ τις υψωμένες γροθιές του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος, και τη σφαγή στην πλατεία Τλατελόλκο – μόλις χθες διάβαζα γι’ αυτήν στους Άγριους Ντετέκτιβ του Μπολάνιο (η αφήγηση της Αουξίλιο, της μητέρας της μεξικανικής ποίησης): προφανώς, προσπαθώ να ενώσω κουκίδες και να φτιάξω μια ιστορία στη θέση της ιστορίας (των ιστοριών) που δεν θ’ ακούσω, δεν θα διαβάσω.

Ο πατέρας μου κοιτάζει τα δάχτυλά μου καθώς γυρίζω τις σελίδες κι ακουμπώ τα ίχνη των ιστοριών (ποιες απ’ αυτές θυμάται;) με τρόμο μήπως κάτι ακουμπήσω αδέξια, μήπως κάτι καταστρέψω. Τελικά σηκώνεται και φεύγει· φαντάζομαι αποφεύγει όχι μόνο τον φόβο της καταστροφής, αλλά και τον φόβο των ερωτήσεων έτσι.

Βλέπω τα γραμματόσημα σα σπαράγματα αφηγήσεων. Για να τα κάνω δικά μου, για να αισθανθώ ότι υπάρχει ένα κομμάτι αυτών των ιστοριών που με περιέχει, τα βάζω μαζί με τις δικές μου αφηγήσεις, τα φωτογραφίζω με τα βιβλία που διαβάζω τώρα και με το χειρόγραφο-τέρας που προχωρεί: είναι ένας τρόπος να συναντηθούν οι ιστορίες ενός πατέρα και μιας κόρης.

I heard this story from Auggie Wren. Since Auggie doesn’t come off too well in it, at least not as well as he’d like to, he’s asked me not to use his real name. Other than that, the whole business about the lost wallet and the blind woman and the Christmas dinner is just as he told it to me.

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

H Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Όγκι Ρεν (Auggie Wren’s Christmas Story) είναι ένα –ακυκλοφόρητο στα ελληνικά– διήγημα του Πολ Όστερ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990. Μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον Όστερ να αφηγείται την ιστορία εδώ, και να τη διαβάσετε εδώ. Την πολύ όμορφη καινούργια έκδοση του Faber & Faber, απ’ όπου και οι φωτογραφίες παρακάτω, εικονογράφησε η  Μαρισόλ Μισέντα (Isol).

Ο Όστερ χρησιμοποίησε την ιστορία αυτή σα βάση για το σενάριο της ταινίας Καπνός (Smoke, Γουέιν Γουάνγκ, 1995), όπου και κινηματογραφήθηκε ολόκληρη για τους τίτλους τέλους. Ακούγεται το τραγούδι Innocent When You Dream του Τομ Γουέιτς:

Σε αυτή τη σκηνή ο Όστερ κάνει και μια καμέο εμφάνιση (τα χέρια που δακτυλογραφούν είναι δικά του). Το όνομα Πολ Μπέντζαμιν που δακτυλογραφείται σαν όνομα συγγραφέα προέρχεται από το πλήρες όνομα του Όστερ (Πολ Μπέντζαμιν Όστερ) και είναι το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, το Squeeze Play (το μυθιστόρημα γράφτηκε σε μια προσπάθεια του Όστερ να κερδίσει χρήματα, και περιλαμβάνεται στην αυτοβιογραφία του).

After all, if you can’t share your secrets with your friends, what kind of a friend are you?

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

Και για το τέλος, μαζί με τις ευχές μου για καλές γιορτές και χρόνια πολλά, ένα  χριστουγεννιάτικο κομμάτι από τον Σκοτ Μάθιου που αγαπώ πολύ:

Αν και υποψιάζομαι ότι θα προτιμούσα να βρίσκομαι στο χριστουγεννιάτικο πάρτι του Μπομπ Ντίλαν:

Δωράκι της Λ.Φ., που ξέρει ότι έχω πάθος με τα τετράδια. Με μαλακό δερμάτινο εξώφυλλο, εξωτερικές ραφές και πολύ-πολύ απαλό χαρτί, σύμφωνα με την Λ.Φ. φώναζε τ’ όνομά μου:

Με την ευκαιρία, εδώ η Μάργκαρετ Άτγουντ προτείνει 10 δώρα για αρχάριους συγγραφείς. Φυσικά, το πρώτο στη λίστα είναι ένα τετράδιο.