Παράκαμψη πλοήγησης

Αρχείο Ενοτήτων: Διαβάζω

Στο τεύχος 515 του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, ένα αφιέρωμα στον Ρέιμοντ Κάρβερ με αφορμή την κυκλοφορία της ελληνικής μετάφρασης του Beginners (Αρχάριοι, μετάφραση:  Γιάννης Τζώρτζης, Μεταίχμιο 2010). Οι Αρχάριοι δεν είναι παρά η γνωστή και πολυαγαπημένη συλλογή διηγημάτων του Κάρβερ Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη (μετάφραση: Γιάννης Τζώρτζης, Απόπειρα 1993) με μια πολύ ουσιώδη διαφορά: στη νέα έκδοση, τα διηγήματα παρατίθενται στην μορφή που τους είχε δώσει ο συγγραφέας τους, χωρίς τις παρεμβάσεις του αμφιλεγόμενου επιμελητή Γκόρντον Λις.

Ο Λις, πέρα από τον υπέροχο τίτλο που έδωσε στη συλλογή, την περιέκοψε στο μισό (κάποια διηγήματα, μάλιστα, εκδόθηκαν στο ένα τρίτο της αρχικής τους έκτασης) και φυσικά έκανε κι άλλες, σημαντικές αλλαγές, παρά τις αντιρρήσεις του Κάρβερ. Το Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη αποδείχτηκε το έργο που καθιέρωσε τον συγγραφέα, πόσο δικό του, όμως, ήταν; Το πιο αναγνωρίσιμο καρβερικό χαρακτηριστικό, ο μινιμαλισμός -λέξη που ο ίδιος ο Κάρβερ μισούσε- ήταν επίτευγμα του Κάρβερ, ή μήπως του Λις; Και η έκδοση των διηγημάτων στις αποκατεστημένες εκδοχές τους αποκαθηλώνει έναν από τους σημαντικότερους ανανεωτές του αμερικάνικου διηγήματος, με μεγάλη επιρροή σε νεότερους συγγραφείς εντός και εκτός ΗΠΑ (ο Κάρβερ, για παράδειγμα, είναι μια από τις σημαντικότερες επιρροές του Ιάπωνα μεταφραστή του, τού σπουδαίου Χαρούκι Μουρακάμι), ή μήπως αποκαθιστά το καρβερικό έργο στις αληθινές, και μεγαλύτερες -μεταφορικά εδώ- διαστάσεις του;

Γι’ αυτό και οι τρεις ζωές του τίτλου: η δεύτερη ζωή του Κάρβερ ξεκίνησε στις 2 Ιουνίου του 1977, όταν σταμάτησε το ποτό· η τρίτη μπορούμε να πούμε ότι ξεκίνησε από τη στιγμή που εκδόθηκε στο περιοδικό New Yorker το διήγημα Αρχάριοι σε αντιπαραβολή με την κατά Λις εκδοχή του, το 2007.

Σύμφωνα με την δεύτερη σύζυγο και κληρονόμο του Κάρβερ, την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, ο συγγραφέας ήθελε τα διηγήματα να εκδοθούν ακριβώς όπως τα έγραψε, ήθελε να δείξει στον κόσμο τον λογοτεχνικό του σύμπαν χωρίς τη σκιά -και το τσεκούρι- του Λις. Έχει, όμως, ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι όταν ο Κάρβερ είχε την ευκαιρία να εκδώσει τα διηγήματα στις δικές του εκδοχές το 1988, στον τόμο Where I’m Calling From (ελληνική έκδοση: Όποιος κι αν ήταν σ’ αυτό το κρεβάτι, μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Μεταίχμιο 2004), σε αρκετές περιπτώσεις κράτησε τις εκδοχές του Λις, του οποίου, εξάλλου, τις συμβουλές και την καθοδήγηση αναγνώριζε ως εξαιρετικά σημαντικές.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει τα κείμενα: Το βρόμικο αμερικανικό όνειρο του Ρέιμοντ Κάρβερ (από τον Λευτέρη Καλοσπύρο) και Ένας σεμνός της γλώσσας και ο μινιμαλισμός του διαφεύγοντος (από τον Τάσο Γουδέλη), και συμπληρώνεται από ένα χρονολόγιο και το κείμενο Ο Κάρβερ χωρίς τον Λις (αυτά τα δύο είναι η δική μου μικρή συμβολή).

Update, 27/6/2011: Το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis, σε μετάφραση του Γιώργου Καρατζήμα, με τίτλο Η πόλη και η πόλη.

[Η παρουσίαση περιέχει σπόιλερ, αφού είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για το συγκεκριμένο βιβλίο χωρίς να αποκαλύψεις ουσιώδη πράγματα. Διαβάστε με δική σας ευθύνη.]

Δύο πόλεις κάπου στην Ανατολική Ευρώπη μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού αποτελούν το χώρο όπου διαδραματίζεται το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Τσάινα Μιέβιλ. Αυτές οι δύο πόλεις, όμως, έχουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα, που θα έκανε έναν αδαή παρατηρητή να τις θεωρήσει μία: είναι χτισμένες στον ίδιο χώρο, συνυπάρχουν στην ίδια πραγματικότητα, γνωρίζουν η μία την ύπαρξη της άλλης αλλά επιμένουν να αγνοούν η μία την άλλη, σε μια πολύπλοκη συνύπαρξη-αμοιβαία άρνηση. Οι κάτοικοί τους εκπαιδεύονται συστηματικά από πολύ μικροί να αγνοούν την άλλη πόλη, να «ξεβλέπουν» άμεσα την πραγματικότητά της, είτε περπατούν στο δρόμο, είτε οδηγούν, είτε διασταυρώνονται με τους κατοίκους της «άλλης» πλευράς, είτε απλώς κοιτάζουν από το παράθυρο του σπιτιού τους. Οι παραβάσεις ελέγχονται από μια σκοτεινή αρχή και οι παραβάτες εξαφανίζονται από προσώπου γης. Ακόμα και οι τουρίστες, για να μπορέσουν να επισκεφτούν τις πόλεις, περνάνε από εκπαίδευση· σε περίπτωση παράβασης, οι αρχές τους διώχνουν και στο εξής δεν τους επιτρέπεται να επιστρέψουν. Για να μετακινηθεί ένας κάτοικος από τη μία πόλη στην άλλη, πρέπει να περάσει από ένα κτίριο κοινό και στις δύο, έναν συνοριακό σταθμό στο κοινό τους κέντρο. Όταν βρεθεί στην έξοδο, στην ουσία θα βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου ήταν και πριν – αλλά, τώρα, σε διαφορετική πόλη, όπου επιβάλλεται να βλέπει όσα πριν έπρεπε να αγνοεί και να αγνοεί όσα πριν επιτρεπόταν να βλέπει.

Σε μία από αυτές τις δύο πόλεις ζει και ο επιθεωρητής Μπορλού· η κατάσταση των πραγμάτων τον κάνει να νιώθει μάλλον άβολα, όμως την αποδέχεται όπως όλοι. Μέχρι που καλείται να διαλευκάνει έναν φόνο. Αρχικά μοιάζει συνηθισμένη υπόθεση, γρήγορα όμως αποκαλύπτεται ότι δεν είναι: φαίνεται ότι το θύμα δολοφονήθηκε στη μία πόλη και το πτώμα μεταφέρθηκε στην άλλη· τα στοιχεία οδηγούν σε ομάδες στο περιθώριο του νόμου που προσπαθούν να προωθήσουν την ιδέα της ύπαρξης μιας τρίτης πόλης, αόρατης στους πολλούς· η έρευνα τελικά μοιάζει ν’ ανοίγει ρωγμές στην ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων. Πολιτικά συμφέροντα αξιοποιούν τη γραφειοκρατία επιβάλλοντας να παραμείνει η υπόθεση στα χέρια του Μπορλού και να μην περάσει σε ανώτερα κλιμάκια, κι έτσι ο επιθεωρητής θ’ αναγκαστεί να ταξιδέψει στην πόλη που έχει μάθει από μικρός να αγνοεί.

Φυσικά, για να γραφτεί ένα καλό βιβλίο δεν αρκεί μια έξυπνη ιδέα· χρειάζεται κι ένας ικανός συγγραφέας που δεν θα λυγίσει κάτω από το βάρος της και θα μπορέσει να την αξιοποιήσει σωστά. Κι ο Μιέβιλ το καταφέρνει: στήνει τον παράδοξο κόσμο του βιβλίου του με εντυπωσιακή λεπτομέρεια, χωρίς ποτέ η ιστορία να χάσει τον βηματισμό της. Επιτυχημένο κράμα λογοτεχνίας του φανταστικού και νουάρ, με τη σκιά του Ρέιμοντ Τσάντλερ στις σελίδες του και καφκικές αποχρώσεις, το The City & the City είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται ακόμα και σε κοινό που δεν ενδιαφέρεται για το φάνταζι, και λειτουργεί σε δύο επίπεδα: σαν μια εύστοχη αλληγορία για τη σύγχρονη ύπαρξη –μιλώντας για τις πραγματικότητες που υπάρχουν δίπλα μας αλλά μαθαίνουμε να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε λες και δεν μας αφορούν, λες και ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, και με εμφανείς πολιτικές αποχρώσεις– αλλά και σαν μια καλοκουρδισμένη αστυνομική ιστορία, το παράξενο περιβάλλον της οποίας δεν είναι απλώς ντεκόρ, αλλά ζωτικό στοιχείο στην εξέλιξή της.

Ο Μιέβιλ ανήκει σε μια νεότερη γενιά συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού, που επιχειρούν να εξερευνήσουν τα όρια του είδους και να ξεπεράσουν τα κλισέ και τις συμβάσεις του· στο έργο του, εξάλλου, είναι εμφανής και μια συνειδητά πολιτική ματιά, που του δίνει μεγαλύτερο βάθος. Τα τελευταία χρόνια σαρώνει τα βραβεία του είδους· με το The City & the City πρόσθεσε στην εντυπωσιακή συλλογή του το τρίτο του βραβείο Άρθουρ Κλαρκ (ο πρώτος συγγραφέας που το πετυχαίνει) ενώ στις αρχές του Σεπτέμβη τιμήθηκε και με το βραβείο Χιούγκο (από κοινού με τον Πάολο Μπατσιγκαλούπι).

Για τον Τσάινα Μιέβιλ, δείτε και το rejectamentalist manifesto.

*Τσάινα Μιέβιλ, The City & the City, 312 σελίδες, Pan MacMillan, 2009. Πρώτη δημοσίευση του κειμένου, σε ελαφρώς συντομευμένη εκδοχή, στο περιοδικό Διαβάζω που κυκλοφορεί (τεύχος 512, Νοέμβριος 2010). Στο ίδιο τεύχος μπορείτε να διαβάσετε και το αφιέρωμα στον Ίαν ΜακΓιούαν που επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος (η γιορς τρούλι συμμετέχει με ένα κείμενο κι ένα χρονολόγιο).

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ έχει καταφέρει να καθιερωθεί ως ένας ανεξάντλητος στις επινοήσεις του συγγραφέας –ίσως ο σημαντικότερος Βρετανός της γενιάς του–, γνωστός για τις πολύπλοκες, σαγηνευτικές αφηγήσεις του. Ακόμα, όμως, και κριτικοί που υποκλίνονται στην αφηγηματική του ιδιοφυΐα μοιάζουν λιγάκι αμήχανοι: αναγνωρίζουν ότι είναι ικανός να γράψει οτιδήποτε και να ενσωματώσει ποικίλες επιρροές, θεωρείται, όμως, ότι δεν έχει κατορθώσει να βρει μια δική του, χαρακτηριστική φωνή, ότι δεν μπορεί να γράψει ως Μίτσελ (εγγαστρίμυθο, τον λένε συχνά), ενώ έχει κατηγορηθεί ότι από τα εντυπωσιακά του αφηγηματικά οικοδομήματα απουσιάζει η ουσία.

Μετά από τις περίτεχνα διασταυρωμένες πολλαπλές αφηγήσεις του Ghostwritten (1999, ελληνική έκδοση: Ghostwritten – Το δέντρο της τύχης, Ελληνικά Γράμματα, 2003), του number9dream(2001, αμετάφραστο), και του Cloud Atlas (2004, ελληνική έκδοση: O άτλας του ουρανού, Ελληνικά Γράμματα, 2007) ο Μίτσελ έγραψε ένα μάλλον συμβατικό για τα μέτρα του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, το Black Swan Green (2006, ελληνική έκδοση: Μαύρος κύκνος, Ελληνικά Γράμματα, 2008) την ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού στη θατσερική Αγγλία. Εκ των υστέρων, μπορεί να δει κανείς αυτό το βιβλίο σαν ένα απαραίτητο στάδιο για τη μετάβαση στον κόσμο του The Thousand Autumns of Jacob de Zoet, που κυκλοφόρησε στις αρχές του Μαΐου και φαίνεται ν’ ανοίγει έναν καινούργιο, ωριμότερο κύκλο του μιτσελικού έργου. Αν και το βιβλίο αρχικά θεωρήθηκε από τα φαβορί για το φετινό βραβείο Μπούκερ και πολλοί υπολόγιζαν ότι αυτή θα ήταν η τρίτη και φαρμακερή φορά για τον συγγραφέα, η επιτροπή, σε μια κίνηση που εξέπληξε και συζητήθηκε πολύ, δεν το συμπεριέλαβε στην τελική λίστα (με την ευκαιρία, νικητής αναδείχθηκε ο Χάουαρντ Τζέικομπσον για το The Finkler Questionεδώ τα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά).

Η χώρα των χιλίων φθινοπώρων του τίτλου είναι η Ιαπωνία, όπου ο Μίτσελ έχει τοποθετήσει άλλο ένα βιβλίο του, το number9dream (είναι γνωστό ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει στη χώρα, απ’ όπου κατάγεται η γυναίκα του, και έχει επηρεαστεί από την κουλτούρα της, ενώ ο Ιάπωνας Χαρούκι Μουρακάμι τον έχει επηρεάσει πάρα πολύ). Στο τέλος του 18ου αιώνα, ο ολλανδικός εμπορικός σταθμός στο τεχνητό νησί της Ντετζίμα –το μοναδικό παράθυρο της Ιαπωνίας στον έξω κόσμο– βρίσκεται σε παρακμή (σύντομα, μάλιστα, θα γίνει το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου κυματίζει η ολλανδική σημαία). Ο Τζέικομπ ντε Ζουτ, ένας τίμιος και βαθιά θρησκευόμενος Ολλανδός, φτάνει στη Ντετζίμα με την ελπίδα ότι θα βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση για να παντρευτεί την αγαπημένη του, και με καθήκον του να ελέγξει τη διαφθορά. Σύντομα ανακαλύπτει ότι στο νησί επικρατεί ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων, με τους διερμηνείς να έχουν αποκτήσει μεγάλη εξουσία, αφού είναι ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ιαπώνων και Ολλανδών (οι Ολλανδοί απαγορεύεται να μάθουν ιαπωνικά, όπως επίσης απαγορεύεται να ασκούν χριστιανικές πρακτικές). Πριν καλά-καλά κατανοήσει τι συμβαίνει στη Ντετζίμα, ο Ντε Ζουτ ερωτεύεται την Ορίτο, μια μαία με παραμορφωμένο πρόσωπο, και προσπαθεί να την προσεγγίσει παρά τα εμπόδια – κοινωνικά και πολιτισμικά, μεταξύ άλλων. Η Ορίτο, όμως, θα βρεθεί αιχμάλωτη σ’ έναν απομονωμένο ναό, θύμα, μαζί με άλλες γυναίκες, της εκμετάλλευσης ενός πανίσχυρου και διψασμένου για ακόμα περισσότερη εξουσία Ιάπωνα, και θα χρειαστεί να οργανωθεί μια εντυπωσιακή επίθεση από σαμουράι για τη διάσωσή της – την ίδια ώρα που οι Άγγλοι (οι οποίοι, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς, ακμάζουν) ετοιμάζονται να διεκδικήσουν το εμπορικό πόστο της Ντετζίμα.

Ο εξοικειωμένος με το έργο του Μίτσελ αναγνώστης θα διακρίνει πολύ εύκολα δύο βασικές διαφορές σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία. Η αφήγηση, με εξαίρεση ελάχιστες σελίδες, είναι τριτοπρόσωπη, και επιπλέον γραμμική και ενιαία· δεν θα βρει κανείς εδώ τις αφηγήσεις-ματριόσκες του Άτλαντα του Ουρανού. Η επινοητικότητα του συγγραφέα είναι και πάλι παρούσα, περιορισμένη όμως σε μια πιο συμβατική δομή –χωρίς αυτό να καθιστά το βιβλίο απλό–, κάτι που φάνηκε να ικανοποιεί την κριτική που ζητούσε από τον Μίτσελ λιγότερα πυροτεχνήματα και περισσότερη ουσία.

Ο Μίτσελ έχει κάνει εξαντλητική έρευνα για τη ζωή στην Ιαπωνία της εποχής και πετυχαίνει μια εξαιρετικά λεπτομερή ανασύστασή της, πράγμα που στην αρχή του βιβλίου είναι σχεδόν προβληματικό, αφού το πλήθος των λεπτομερειών, αλλά και των προσώπων που μπαινοβγαίνουν στις σελίδες, αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη· με άλλα λόγια, απαιτείται υπομονή για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει την ιστορία. Η υπομονή, όμως, ανταμείβεται, σε ένα μυθιστόρημα που από τη μία σελίδα στην άλλη μεταμορφώνεται: μοιάζει εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς ιστορικό, όμως ο τόσο προσεκτικά σχεδιασμένος ρεαλισμός του σπάει από σχεδόν μαγικά στοιχεία· ο Μίτσελ περνάει από το ρομάντζο στην περιπέτεια κι από εκεί στην κωμωδία, καταγράφοντας τη δύσκολη συνάντηση δύο διαφορετικών πολιτισμών (οι μεταβάσεις από το ιαπωνικό στοιχείο στο ολλανδικό και η καταγραφή της διαμεσολαβημένης από τους διερμηνείς επικοινωνίας είναι από τα δυνατά σημεία του βιβλίου) αλλά και τη σύγκρουση επιστήμης και δεισιδαιμονίας σε μια γλωσσικά ευφυέστατη και συχνά συναρπαστική αφήγηση. Ο ρυθμός κατεβαίνει στο τέλος του βιβλίου, που είναι μελαγχολικό και χαμηλόφωνο, αλλά πιστό στην ουσία της ζωής του Ντε Ζουτ, ο οποίος ποτέ δεν θα καταφέρει να μπει στην καρδιά της χώρας και να προσπεράσει την κατάσταση του ξένου, αλλά τουλάχιστον θα έχει προσπαθήσει να διασώσει κάτι πολύ βαθύτερο.

Το βιβλίο, που ήταν από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, ανταποκρίνεται με άνεση στις υψηλές προσδοκίες και αποδεικνύει ότι ο Μίτσελ βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, αναζήτηση και ωρίμανση. Περισσότερο, όμως, από το να αποτελεί αριστούργημα, το The Thousand Autumns of Jacob de Zoet παρουσιάζει έναν συγγραφέα που είναι έτοιμος να γράψει ένα αριστούργημα – απλώς, όχι τώρα, όχι ακόμα.

*Ντέιβιντ Μίτσελ, The Thousand Autumns of Jacob de Zoet (480 σελίδες, Sceptre 2010). Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 511, Οκτώβριος 2010), εδώ με κάποιες αλλαγές. Δεν γνωρίζω ποιος εκδοτικός οίκος θα πάρει τα δικαιώματα των έργων του Μίτσελ τώρα που τα Ελληνικά Γράμματα έκλεισαν· ο Μίτσελ είναι μεγάλο όνομα και δύσκολα θα μείνει χωρίς Έλληνα εκδότη· κρισιμότερο ζήτημα είναι η τύχη των εργαζόμενων στα Ελληνικά Γράμματα.

Την Δευτέρα, 10 Μαΐου, στις επτά το απόγευμα, στο Μουσείο Μπενάκη, απονέμονται τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού Διαβάζω. Η γιορς τρούλι είχε τη χαρά να δει το REWIND της υποψήφιο ανάμεσα στις δουλειές άλλων εννέα πρωτοεμφανιζόμενων. Iδού η πρόσκληση για την τελετή απονομής: Τα βραβεία που θα δοθούν:

  • Μυθιστορήματος
  • Διηγήματος-Νουβέλας
  • Λογοτεχνικού Δοκιμίου-Μελέτης
  • Ποίησης
  • Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (το βραβείο απονέμεται στη μνήμη του Ηρακλή Παπαλέξη)
  • Εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου
  • Λογοτεχνικού βιβλίου για μεγάλα παιδιά

Απονέμεται, επίσης, Βραβείο Προσφοράς στο Βιβλίο (στη μνήμη του ιδρυτή του περιοδικού, Περικλή Αθανασόπουλου).

Και οι υποψηφιότητες ανά κατηγορία:

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Γαλανάκη Ρέα, Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα (Καστανιώτης)
Γκουρογιάννης Βασίλης, Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (Μεταίχμιο)
Δαββέτας Νίκος, Η Εβραία νύφη (Κέδρος)
Δημητρακάκη Άντζελα, Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα (Βιβλιοπωλείον της Εστίας)
Ηλιοπούλου Βασιλική, Σμιθ (Πόλις)
Κονομάρα Λίλα, Η αναπαράσταση (Μεταίχμιο)
Κώτσιας Τηλέμαχος, Στην απέναντι όχθη (Ψυχογιός)
Μοδινός Μιχάλης, Επιστροφή (Καστανιώτης)
Χουζούρη Έλενα, Πατρίδα από βαμβάκι (Κέδρος)
Χωμενίδης Χρήστος Α., Λόγια φτερά (Πατάκης)

ΔΙΗΓΗΜΑ-ΝΟΥΒΕΛΑ

Ακρίβος Κώστας, Τελετές ενηλικίωσης: Μια ζωή σε δεκαεφτά επεισόδια (Μεταίχμιο)
Δέρβη Λουκία, Ομπρέλες στον ουρανό (Μελάνι)
Κολλιάκου Δήμητρα, Η αρρώστια των βουνών (Πατάκης)
Μήτσου Ανδρέας, Η ελεημοσύνη των γυναικών (Καστανιώτης)
Νόλλας Δημήτρης, Ναυαγίων πλάσματα (Κέδρος)
Παπαδημητρακόπουλος Ηλίας Χ., Ο θησαυρός των αηδονιών και άλλα διηγήματα (Γαβριηλίδης)
Παπαμόσχος Ηλίας Λ., Λειψή αριθμητική (Κέδρος)
Πάσχος Γιάννης, Μία νυξ δι’ εν έτος (Μελάνι)
Σκαμπαρδώνης Γιώργος, Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος (Ελληνικά Γράμματα)
Στάμου Εύα, Μεσημβρινές συνευρέσεις (Μελάνι)

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ-ΜΕΛΕΤΗ

Αγγελάτος Δημήτρης, Το έργο του Διονυσίου Σολωμού και ο κόσμος των λογοτεχνικών ειδών (Gutenberg)
Αποστολίδης Ανδρέας, Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος: Δοκίμια για την ιστορία και τις σύγχρονες τάσεις ( Άγρα)
Αρσενίου Ελισάβετ, Η ρητορική της ουτοπίας: Μελέτες για τη μετάβαση στη νέα πρωτοπορία. Πέντε δοκίμια πάνω στο έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου (Ύψιλον)
Γλυτζουρής Αντώνης, Πόθοι αετού και φτερά πεταλούδας: Το πρώιμο θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη και οι ευρωπαϊκές πρωτοπορίες της εποχής του (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης)
Καρτσάκης Αντώνης, Μεταπολεμική κριτική και ποίηση: Ζητήματα αισθητικής και ιδεολογίας (Βιβλιοπωλείον της Εστίας)
Κιουρτσάκης Γιάννης, Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη (Ίνδικτος)
Πανταλέων Λίνα, Αναγνωστικά δικαιώματα (Πόλις)
Παπαθεοδώρου Γιάννης, Ρομαντικά Πεπρωμένα: Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως εθνικός ποιητής (Βιβλιόραμα)
Ταχοπούλου Ολυμπία, Μοντερνιστικός πρωτογονισμός: Εκδοχές υπερρεαλισμού στο ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου (Νεφέλη)
Φιλοκύπρου Έλλη, Η γενιά του Καρυωτάκη: Φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου (Νεφέλη)

ΠΟΙΗΣΗ

Βαρβέρης Γιάννης, Ο άνθρωπος μόνος (Κέδρος)
Βλαβιανός Χάρης, Διακοπές στην πραγματικότητα: Ποιήματα, σχεδιάσματα, μεταγραφές (Πατάκης)
Ζαρκάδης Γιάννης, Ο λύκος και άλλα αντισώματα (Τυπωθήτω)
Κοσμόπουλος Δημήτρης, Βραχύ χρονικό (Κέδρος)
Κυπαρίσσης Πάνος, Μαύρο βαμβάκι (Μελάνι)
Μαρωνίτη Ανθή, Κάπως έτσι (Κέδρος)
Μπουκάλας Παντελής, Ρήματα (Άγρα)
Παμπούδη Παυλίνα, Τα χίλια φύλλα (Κέδρος)
Παπαγεωργίου Κώστας Γ., Η λύπη των άλλων (Κέδρος)
Πατίλης Γιάννης, Ακτή Καλλιμασιώτη και άλλα ποιήματα (Ύψιλον)

ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Αθηνάκης Δημήτρης, Χωρίσεμεις (Κοινωνία των (δε)κάτων | ποίηση)
Γαβρίλη Αγγέλα, ΑΡΚ: Ποιήματα σε πέντε πράξεις (Γαβριηλίδης | ποίηση)
Γλυνιαδάκη Κρυστάλλη, Λονδίνο – Ιστανμπούλ (Πόλις| ποίηση)
Ξυλούρη Μαρία, Rewind (Καλέντης | μυθιστόρημα)
Οικονόμου Δημήτρης, Η πόλη του αναστέλλοντος ήλιου (Μελάνι | μυθιστόρημα)
Παπαδάκη Κάλλια, Ο ήχος του ακάλυπτου: Έξι κοινόχρηστες ιστορίες ( Πόλις | διήγημα)
Ραχιώτης Θοδωρής Κ., Βασανιστές (Καστανιώτης | μυθιστόρημα)
Τζατζιμάκη Ελένη, Η μαγεία της άνωσης (Μελάνι | ποίηση)
Τομαράς Χρυσός Δημήτρης, Ο Π και η Μαργαρίτα (Ίνδικτος | μυθιστόρημα)
Τσολακούδη Μαρία, Γραμματική (Τόπος | μυθιστόρημα)

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

Αγγελίδου Μαρία (κείμενο), Δεληβοριά Μυρτώ (εικονογράφηση), Οι άνθρωποι που δεν εννοούσαν να πεθάνουν: Ο μύθος του Σίσυφου (Πατάκης)
Δημητριάδου Κική (κείμενο), Ανδρικόπουλος Νικόλας (εικονογράφηση), Η Αρήτη της ροδιάς,  (Α. Α. Λιβάνης)
Ηλιόπουλος Βαγγέλης Δ. (κείμενο), Διατσέντα Παρίση (εικονογράφηση), Κι οι ιστορίες μεταναστεύουν (Πατάκης)
Ιεροπούλου Εύα (κείμενο), Μαρουλάκης Ιούλιος (εικονογράφηση), Ο άλλος μου εαυτός (Άγκυρα)
Κοντολέων Μάνος (κείμενο), Τσιμόχοβα Ρίτα (εικονογράφηση), Πολύτιμα δώρα (Πατάκης)
Μητσιάλη Αλεξάνδρα (κείμενο), Μπαχά Μάρια (εικονογράφηση), Η νύχτα των πυγολαμπίδων (Πατάκης)
Μπουλώτης Χρήστος (κείμενο), Στεφανίδη Φωτεινή (εικονογράφηση), Η σκυλίσια ζωή του γάτου Τζον Αφεντούλη (Ελληνικά Γράμματα)
Παναγιωτόπουλος Νίκος (κείμενο), Παπατσαρούχας Βασίλης (εικονογράφηση), Ο Ιπποπότης και η Νεραϊγελάδα (Ελληνικά Γράμματα)
Παπαλιού Ντορίνα (κείμενο), Μπουλούμπασης Πέτρος (εικονογράφηση), Όταν η Έλλη έγινε αόρατη (Παπαδόπουλος)
Χατζόπουλος Πέτρος (κείμενο), Μπουλούμπασης Πέτρος (εικονογράφηση), Η μικρή Ρουάλα (Καστανιώτης)

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ

Δαρλάση Αγγελική, Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο (Πατάκης)
Ζορμπά-Ραμμοπούλου Βησσαρία, Το κρυμμένο εργοστάσιο παιχνιδιών (Ελληνικά Γράμματα)
Κολυδά Ευγενία, Η γιαγιά στην Παραμυθοχώρα (Modern Times)
Κοντολέων Μάνος, Ο χαρταετός της Σμύρνης (Άγκυρα)
Κουππάνου Άννα, Οι αργοναύτες του χρόνου ( Κέδρος)
Μαργαρίτης Κυριάκος, Μια σονάτα για τον Ιγνάτιο (Ψυχογιός)
Μπουντούρης Βασίλης, Η αγάπη διδάσκει, Προσοχή, και τα αυτιά έχουν τοίχους! ( Κέδρος)
Παπαθεοδώρου Βασίλης, Στη διαπασών (Καστανιώτης)
Ρεμούνδος Γιάννης, Το αίνιγμα του χαμένου cd player (Ψυχογιός)
Ψαραύτη Λίτσα, Κασσάνδρα, η μάντισσα της Τροίας (Πατάκης)

Στο τεύχος Ιανουαρίου του περιοδικού Διαβάζω που κυκλοφορεί, προσπαθώ κάτι μάλλον ακατόρθωτο: να συνοψίσω την εκπληκτική λογοτεχνική πορεία ενός πολύ αγαπημένου μου γραφιά, του Ζοζέ Σαραμάγκου. Το αφιέρωμα, με γενικό τίτλο Στο μυαλό ενός αντιρρησία συνείδησης, περιλαμβάνει τα κείμενα: Ο άθεος προφήτης, Η δεύτερη γέννηση του συγγραφέα, Διορθώνοντας την ιστορία και Το σκοτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, και κλείνει με το Αυτός με το μούσι είναι ο Θεός, ο άλλος είναι ο Διάβολος, ένα εκτενές κείμενο του Χάρολντ Μπλουμ για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, με τίτλο Cain, μια επιστροφή του συγγραφέα στη βιβλική αφήγηση (όπως μαρτυρά ο τίτλος του, το βιβλίο είναι η σαραμαγκική εκδοχή της ιστορίας του Κάιν), κυκλοφόρησε στα τέλη του 2009. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί (από τον Οκτώβριο του 2009) Το Ταξίδι του Ελέφαντα, σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά. Για τον συγγραφέα δείτε επίσης εδώ και εδώ (αν είστε από τους τυχερούς που ξέρουν πορτογαλικά).

Στο τεύχος Δεκεμβρίου του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, επτά πρωτοεμφανιζόμενοι παίρνουν συνέντευξη από τον εαυτό τους: Ευσταθία Ματζαρίδου (Ένας Κόμπος Όλα, Μεταίχμιο), Ελίζα-Ιωάννα Πολιτσοπούλου (Ουροβόρος Κρίνος: Σμαράγδια με Ασήμι, Κέδρος), Θοδωρής Κ. Ραχιώτης (Βασανιστές, Καστανιώτης), Μαρία Τσολοκούδη (Γραμματική, Τόπος), Έλση Τσουκαράκη (Η Ποινή, Ψυχογιός), Μαργαρίτα Φρανέλη (Μαμά, Κι Εγώ Δεν Σ’ Αγαπώ, Πατάκης), και η γιορς τρούλι (ξέρετε τώρα, Μαρία Ξυλούρη, REWIND, Καλέντης).

Όταν μου ζητήθηκε να… πάρω συνέντευξη του εαυτού μου, σκέφτηκα ότι είχα δύο επιλογές: από τη μία, να με ρωτήσω αυτά που θα ήθελα να με ρωτήσουν για το βιβλίο μου· από την άλλη, να απαντήσω σ’ αυτά που βλέπω ότι με ρωτάνε συχνότερα. Επέλεξα το δεύτερο, μια και μου φάνηκε λογικότερο. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, πάντως, ιδού, η Μαρία Ξυλούρη ρωτάει τη Μαρία Ξυλούρη για το REWIND, και όπως πάντα καταλήγει να μιλά για τον Πολ Όστερ:

Γιατί REWIND;

O τίτλος σχετίζεται με την ιστορία του βιβλίου και ιδίως με το μοντάζ του, με την συνεχή επιστροφή στο παρελθόν: ο ήρωάς μου, ο Πέτρος, θα πρέπει να γυρίσει πίσω στο χρόνο και να εξετάσει την ιστορία του πατέρα του –άρα και τη δική του ιστορία– από διαφορετική οπτική γωνία, όχι όπως την ερμήνευσε ο ίδιος, αλλά όπως την έζησαν οι άλλοι – ο πατέρας του, η μάνα του, η μητριά του.

Και η αφετηρία του REWIND ποια είναι;

Υπερσύγχρονο συγγραφικό όπλο, ιδανικό για επίδοξους γραφιάδες που δεν έχουν αυτοκίνητο ή μηχανάκι

Δεν μπορώ να την προσδιορίσω με ακρίβεια: πολλές ψηφίδες από διαβάσματα, βιώματα, ακούσματα, αλλά και παλιότερα γραπτά μου άρχισαν να ενώνονται σιωπηλά, κι έτσι βρέθηκα μια μέρα με αυτούς τους ήρωες, αυτή την ιστορία. Τραγούδια, ταινίες, συζητήσεις με φίλους, μισοακουσμένες κουβέντες στο τρόλεϊ, μνήμες από βιβλία. Για παράδειγμα, τα τραγούδια που υπάρχουν σαν αναφορές στο REWIND τα άκουγα στο mp3 player καθώς κυκλοφορούσα στην πόλη και οπτικοποιούσα στο μυαλό μου μέρη του βιβλίου. Όσο για τα διαβάσματα, χρωστάω σε κάθε συγγραφέα που έχω διαβάσει, όμως περισσότερο στον Πολ Όστερ –απόσπασμα από την Τριλογία της Νέας Υόρκης υπάρχει σαν μότο στο βιβλίο μου–, τον Αντρέα Φραγκιά (Το Πλήθος έχει προσφέρει πολλά στην ατμόσφαιρα του REWIND) και την Σώτη Τριανταφύλλου (συντροφιά με τα βιβλία της οποίας ενηλικιώθηκα).

Επιλέγεις να πεις την ιστορία από τη σκοπιά ενός άντρα, γιατί;

Γιατί έτσι ήθελα να την αφηγηθώ: θα ήταν μια άλλη ιστορία αν την έγραφα από τη σκοπιά μιας γυναίκας. Κι αυτό, η επιλογή της οπτικής γωνίας δηλαδή, σ’ ένα βιβλίο που ξεκινά με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια, παρά διαφορετικές εκδοχές της που αλληλοσυγκρούονται ή αλληλοσυμπληρώνονται, είναι πολύ σημαντικό. Επιπλέον, το να τοποθετηθεί στο επίκεντρο ο Πέτρος ήταν και μια «παγίδα» που έβαλα στον εαυτό μου θέλοντας να αποφύγω, όσο αυτό ήταν φυσικά δυνατό, την αυτοβιογράφηση. Δεν είχα σκοπό να γράψω μια ιστορία που μου συνέβη, ή μια ιστορία που θα μπορούσε να μου συμβεί. Φυσικά, υπάρχει αρκετή Μαρία στο βιβλίο –πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;– όμως δεν είναι ένα βιβλίο για τη Μαρία: ο συγγραφέας που φαντάζεται ο αναγνώστης διαβάζοντας είναι κι αυτός ένας ήρωας της μυθοπλασίας.

JonathanSafran FoerΌταν ο (γεννημένος το 1977) Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το Everything is Illuminated, δίχασε: από τη μία, ενθουσιασμός –εκφρασμένος και από σπουδαίους γραφιάδες, όπως ο Απντάικ και ο Ρουσντί–, από την άλλη δυσπιστία: τι ήταν αυτό το μυθιστόρημα; Ένα ολοκληρωμένο, παρά τη νεαρή ηλικία του δημιουργού του, ιδιοφυές οικοδόμημα, ή μήπως πύργοι στην άμμο ενός παιδιού, οπωσδήποτε ιδιοφυούς, αλλά που ακόμα παίζει με τα κουβαδάκια του – απαιτώντας να θαυμάσουμε το παιχνίδι του σαν να ήταν πραγματικό έργο;

Τo Everything is Illuminated (που γυρίστηκε και ταινία, με τον Ελάιτζα Γουντ και τον Γιουτζίν Χατζ των Gogol Bordello) μ’ ένα λόγο αξιοποιούσε τεχνικές και τεχνάσματα με τρόπο που σε κάποιους φάνηκε επιτηδευμένος κι εξυπνακίστικος, πυροτέχνημα εντυπωσιασμού. Εντέλει όμως δεν ήταν: απόδειξη, το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα, κι αυτό πριν καν φτάσει τα τριάντα: το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά (Extremely Loud & Incredibly Close) του 2005, που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι, σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά είναι ένα μυθιστόρημα για την 11η Σεπτεμβρίου, ένα θέμα που νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περίμενε κανείς άρχισε να αποτυπώνεται στην κουλτούρα, τόσο την αμερικάνικη, όσο και την παγκόσμια· προηγήθηκε, μάλιστα, σχετικών έργων από συγγραφείς πιο έμπειρους και καταξιωμένους, όπως ο Ντον ΝτεΛίλο, η Σίρι Χούστβεντ και ο Πολ Όστερ (Falling Man, The Sorrows of an American και Man in the Dark, αντίστοιχα).

Σε μια κίνηση που τον διαφοροποιεί από τους προαναφερθέντες, ο Φόερ επιλέγει να παρακολουθήσει την ιστορία του μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού, του εννιάχρονου Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι ένα πανέξυπνο, γεμάτο φαντασία παιδί. Δηλώνει ντετέκτιβ, συλλέκτης, χορτοφάγος, εφευρέτης κι ένα σωρό άλλα πράγματα· λύνει τις απορίες του ψάχνοντας στο Google, ντύνεται μόνο στα λευκά και κυκλοφορεί παίζοντας ένα ντέφι για να ηρεμεί – μια επιλογή που, σε συνδυασμό με το όνομα του μικρού ήρωα, φέρνει στο νου το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας. Οι επινοήσεις του Όσκαρ (όπως ασθενοφόρα που προβάλλουν στους ασθενείς τα παρηγορητικά λόγια των περαστικών, γνωστών και αγνώστων, αλλά και στους περαστικούς μηνύματα για την πορεία της υγείας των ασθενών) είναι εντυπωσιακές μέσα στην παιδικότητά τους· όμως όλ’ αυτά περιστρέφονται γύρω από εκείνη τη μέρα: γιατί ο Όσκαρ είναι, επίσης, ένα βαθιά πληγωμένο παιδί. Ο πατέρας του βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου· γυρνώντας στο σπίτι νωρίτερα, ο Όσκαρ άκουσε ένα προς ένα τα μηνύματα που ο παγιδευμένος άντρας άφηνε στον τηλεφωνητή του σπιτιού του λίγο πριν το τραγικό τέλος του. Γιατί δεν σήκωσε ο Όσκαρ τ’ ακουστικό για ν’ ανταλλάξει δύο τελευταία λόγια με τον πατέρα του; Γιατί ο πατέρας του δεν φρόντισε να διαβεβαιώσει σ’ αυτά τα μηνύματα τους δικούς του ότι τους αγαπά; Ο Όσκαρ αντικαθιστά τη συσκευή του τηλεφωνητή με μιαν άλλη· κρύβει την παλιά στα πράγματά του για να προστατεύσει τη μητέρα του απ’ αυτά τα μηνύματα, όμως ποιος θα προστατεύσει τον ίδιο;

Ένα χρόνο αργότερα, ο Όσκαρ εμποδίζει τη μητέρα του να συνάψει νέους δεσμούς, φοβούμενος ότι ψάχνει έναν αντικαταστάτη του πατέρα του· κι ενώ η πολυαγαπημένη του γιαγιά μοιάζει να οδεύει προς την τρέλα (επικαλείται την παρουσία ενός νοικάρη –που ούτε ο εγγονός, ούτε η νύφη της έχουν δει ποτέ– στο σπίτι της), ο μικρός ανακαλύπτει στα πράγματα του πατέρα του ένα κλειδί μέσα σ’ έναν φάκελο που γράφει Μπλακ, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει τόσο το χρώμα (μαύρο) όσο κι ένα επώνυμο (Μαύρος). Ο Όσκαρ καταλήγει ότι πρόκειται για επώνυμο, και ξεκινά μια συναρπαστική αναζήτηση όλων των Μπλακ της Νέας Υόρκης, για ν’ ανακαλύψει ποια κλειδαριά ανοίγει το κλειδί.

Η επιλογή του Φόερ ν’ αφηγηθεί την ιστορία μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού απογειώνει το μυθιστόρημα, δίνοντάς του μια παιγνιώδη διάθεση (υπάρχουν αποσπάσματα που είναι οδυνηρά αστεία, άλλα που είναι οδυνηρά τρυφερά· υπάρχουν, τέλος, και αρκετές σπαρακτικές στιγμές) και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για να ξεδιπλωθεί μια οργιαστική, απολαυστική φαντασία: ένας ύμνος στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν (ή δεν είναι αρκετές)

Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντάΥπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο, σε αξιοσημείωτη αρμονία με την πρώτη: η ιστορία της γιαγιάς και του παππού του Όσκαρ, ανθρώπων που ξεβράστηκαν στην Αμερική μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, κουβαλώντας τις δικές τους πληγές. Ο παππούς, συνονόματος του εγγονού, φτάνοντας στις ΗΠΑ έχασε, λέξη τη λέξη, τη δυνατότητα της ομιλίας· κατέληξε να κυκλοφορεί μ’ ένα τετράδιο μόνιμα στο χέρι, όπου έγραφε μικρές φράσεις για να μπορεί να επικοινωνήσει.

Ο γάμος αυτών των δύο ήταν εξαρχής ένας συμβιβασμός: χτίστηκε πάνω στον πόνο, και σε συμφωνίες, οι περισσότερες άρρητες, που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια πολύ εύθραυστη ισορροπία. Το διαμέρισμα του ζευγαριού έγινε ένας χάρτης όπου το υπαρκτό συνόρευε με νεκρές ζώνες, για τις οποίες από ένα σημείο κι έπειτα δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των συζύγων. Ώσπου η γυναίκα σπάει την πιο σημαντική συμφωνία, τη συμφωνία με την οποία έγινε ο γάμος εξαρχής: το να μην κάνουν παιδιά. Μένει έγκυος, κι ο άντρας εγκαταλείπει αυτήν και τον αγέννητο ακόμα γιο του.

Η περιγραφή των σχέσεων του ζευγαριού, του τρόπου με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να διαμορφώσουν τον αναγκαίο γι’ αυτούς συμβιβασμό, είναι έξοχη· το αποκορύφωμά της είναι το τηλεφώνημα του γέρου πια Όσκαρ Σελ στη γυναίκα του: ανίκανος να μιλήσει, ο Σελ απλώς πατάει τα κουμπιά της συσκευής που αντιστοιχούν στα γράμματα που του χρειάζονται για να συγκροτήσει τις λέξεις του – ολόκληρες σελίδες γεμάτες αριθμούς, κι ωστόσο πλήρεις νοήματος, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου οι σιωπές, η ανεπάρκεια των λέξεων, έχουν κεντρικό ρόλο (γι’ αυτό και είναι κρίμα που η ελληνική έκδοση κρατά απ’ τις σελίδες των αριθμών μονάχα μία παράγραφο, μειώνοντας την επίδρασή τους).

Όπως πλήρεις νοήματος είναι οι φωτογραφίες που χρησιμοποιεί ο Φόερ για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του, ακόμα και οι λευκές σελίδες εντός του κειμένου – ή, αντίθετα, οι σελίδες όπου οι λέξεις πυκνώνουν τόσο, ώστε καταλήγουν στο απόλυτο μαύρο. Τεχνάσματα που εξυπηρετούν πλήρως την αφήγηση, με κορυφαία στιγμή την κατάληξη του μυθιστορήματος, με μια σεκάνς φωτογραφιών ενός jumper (όπως ονομάστηκαν στις ΗΠΑ οι απελπισμένοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από την κόλαση των Δίδυμων Πύργων βουτώντας στο κενό) βαλμένη σε αντίστροφη χρονική σειρά: σαν να υπήρχε τρόπος, λέγοντας την ιστορία, να γυρίσεις το χρόνο προς τα πίσω, να ξε-κάνεις αυτό που έχει ήδη συμβεί, και να κρατήσεις αυτόν τον άνθρωπο ζωντανό.

Γιατί το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω σ’ έναν βασικό διχασμό: από τη μία, η πίστη στην αφήγηση κι από την άλλη, η αμφισβήτησή της. Αρκούν οι λέξεις για να μπορέσεις να φανερώσεις μια ιστορία, να φωτίσεις τα σκοτάδια της, να επικοινωνήσεις, εντέλει, με τον άλλον; Όχι. Κι ωστόσο, έχεις ανάγκη τις λέξεις –τις βαθιά ανεπαρκείς λέξεις, συγκροτημένες μέσα στο ψευδές οικοδόμημα της αφήγησης- για να διασώσεις κάτι ελάχιστο.

*Μια συντομευμένη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 501, Νοέμβριος 2009). Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ για το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά: 1, 2, 3, 4. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ένα δοκίμιο υπέρ της χορτοφαγίας με τίτλο Eating Animals, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις αρχές Νοεμβρίου.

JonathanSafran Foer

Διαβάζω_501Στο τεύχος Νοεμβρίου του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, ανάμεσα σε πολλά ενδιαφέροντα -όπως το αφιέρωμα στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο-, δημοσιεύεται κι ένα κείμενό μου (κι αυτό, ελπίζω, ενδιαφέρον) για το μυθιστόρημα Extremely Loud & Incredibly Close του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. (Η ελληνική μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου, Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά, κυκλοφορεί εδώ και μερικές μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.)

Το σάιτ του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ είναι εδώ. Μερικές συνεντεύξεις του για το βιβλίο: Penguin | BookPage | The Morning News. Και παρακάτω  ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ μιλά για το Extremely Loud & Incredibly Close σε μια βόλτα του στη Νέα Υόρκη:

“I thought about all the things that everyone ever says to each other, and how everyone is going to die, whether it’s in a millisecond, or days, or months, or 76.5 years, if you were just born. Everything that’s born has to die, which means our lives are like skyscrapers. The smoke rises at different speeds, but they’re all on fire, and we’re all trapped”.

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Extremely Loud & Incredibly Close

USA Literatur Roth PortraetΣύμφωνα με τον Άαρον Άπελφελντ, συγγραφέα και φίλο του Φίλιπ Ροθ (αλλά και ήρωά του στην Επιχείρηση Σάυλωκ), οι Εβραίοι του Ροθ είναι Εβραίοι χωρίς Ιουδαϊσμό – ο Ροθ δεν γράφει για τη μετανάστευση των Εβραίων στην Αμερική, αλλά για τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζονται ως Εβραίοι οι απόγονοι αυτών των μεταναστών. Οι ιδιότητες του συγγραφέα και του Εβραίου βρίσκονται σε στενό διάλογο στο έργο του Ροθ, ήδη απ’ το Αντίο Κολόμπους: η μία τροφοδοτεί την άλλη και δύσκολα θα υπήρχε ο συγγραφέας χωρίς τον Εβραίο (Πάρις, 1999).

Ο αυτοπροσδιορισμός του Αμερικανοεβραίου δεν είναι διόλου εύκολος, αλλά, στην περίπτωση του συγγραφέα, προστίθεται κι η επιπλέον δυσκολία του πώς να μιλήσει γι’ αυτόν, όταν υπάρχει η εβραϊκή αρχή να μη λες ιστορίες εναντίον των Εβραίων· η σύγκρουση μεταξύ του να λες εβραϊκές ιστορίες και να λες ιστορίες για τους Εβραίους είναι μια σύγκρουση καθοριστική για τον Ροθ. Το έργο του λοιπόν περιλαμβάνει προσεκτικές απόπειρες καταγραφής και εξερεύνησης της σύγκρουσης μεταξύ της εβραϊκής και της αμερικάνικης εμπειρίας του (Πάρις, 1999). Επιπλέον, όμως, ενσωματώνει ακόμα και τις κριτικές που δέχεται σ’ αυτήν την προσπάθεια: στα βιβλία του εισχωρούν οι επικρίσεις, οι ερμηνείες, ακόμα και οι παρερμηνείες κοινού και κριτικών: το πώς να είναι Εβραίος, γράφει η Σόστακ (1997), είναι κεντρικό ζήτημα της μυθοπλασίας του Ροθ σ’ ένα βαθμό και εξαιτίας των παρερμηνειών – εξάλλου, ο ίδιος ο εαυτός δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την αντανάκλασή του στο βλέμμα του άλλου.

Οι κατηγορίες εναντίον του Ροθ συνοψίζονται στο ότι εκμεταλλεύεται τα στερεότυπα που επικρατούν για τους Εβραίους προς τέρψη ενός προκατειλημμένου, «εθνικού» κοινού και απομακρύνεται απ’ την πολιτιστική κληρονομιά των Εβραίων μεταναστών (Πάρις, 1999)· ένας Εβραίος που μισεί τον εαυτό του και τους ομοίους του. Επιπλέον, μια συνολικότερη κατηγορία εναντίον του Ροθ είναι ότι το έργο του ποτέ δεν απομακρύνεται απ’ τον ίδιο κι απ’ τον περίγυρό του (Σόστακ, 1997).

Ο Εβραίος είναι πολλοί Εβραίοι

ShylockΗ Επιχείρηση Σάυλωκ (1993· η ελληνική μετάφραση του Σπύρου Βρεττού κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το 2001) γράφεται μέσα σ’ αυτό το κλίμα των επικρίσεων· ο Ροθ αφηγείται τον δικό του μύθο της επιστροφής στο Ισραήλ απαντώντας στην κριτική αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό.  Όμως ο τρόπος που επιλέγει να διαχειριστεί το θέμα είναι πολύπλοκος, πολυεπίπεδος. Ο Ροθ φτάνει στα άκρα, επιβεβαιώνοντας και υπονομεύοντας ταυτόχρονα την κατηγορία περί συνεχούς αυτοβιογράφησής του: εγκαταλείπει το μυθιστορηματικό άλτερ έγκο του, τον Ζούκερμαν, βάζοντας σε ρόλο πρωταγωνιστή… τον ίδιο τον Φίλιπ Ροθ. Έναν Φίλιπ Ροθ, όμως, σε βαθιά κρίση, που επιπλέον ανακαλύπτει την ύπαρξη ενός doppelganger, ενός σωσία του –αν και ο Ροθ αποφεύγει τη λέξη-, που με το όνομα Φίλιπ Ροθ κηρύττει στο Ισραήλ τη θεωρία του Διασπορισμού, την οποία δηλώνει ότι έχει εμπνευστεί απ’ το έργο του Ροθ.

Έτσι, αν κάνει κάτι σαφές ο συγγραφέας είναι ότι όταν μιλάμε για ταυτότητες η ασάφεια είναι αναπόφευκτη: οι ταυτότητες συγκροτούνται από το λόγο, το εγώ για να υπάρξει απαιτεί ένα εσύ, σύμφωνα και με τις θεωρίες του Μπενβενίστ. (Ενδεικτικός των προθέσεων είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου: A Confession, μια ομολογία, και όχι A Novel.) Πώς όμως μπορούμε να μιλήσουμε για ταυτότητες στην περίπτωση του Ροθ και του σωσία του, όπου τα όρια μεταξύ εγώ και εσύ διαλύονται;

Ο Ροθ, κόντρα στην αφήγηση μιας εβραϊκής ταυτότητας, τοποθετεί την πολλαπλότητα των αφηγήσεων και των ταυτοτήτων, τόσο εντός ενός μοναδικού υποκειμένου, όσο και μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων· πλάι στον υπαρξιακό τρόμο ότι ο σωσίας του σημαίνει τον θάνατό του, ο Ροθ βάζει τον τρόμο ότι ο σωσίας ίσως είναι ο Εβραίος που κατά βάθος είναι ο ίδιος – και σ’ ένα σύστημα πολλαπλών αντανακλάσεων παρουσιάζει διάφορες εβραϊκότητες έναντι μίας. (Μια άλλη «επιχείρηση» που αναλαμβάνει στο βιβλίο είναι η αποδόμηση -με τον τρόπο της αριστοφανικής κωμωδίας, κατά τον Χάρολντ Μπλουμ- της στερεοτυπικής λογοτεχνικής απεικόνισης του Εβραίου: του σεξπιρικού Σάυλωκ, του αιμοδιψούς, αχρείου τοκογλύφου του «Έμπορου της Βενετίας»).

Επιπλέον, ο Ροθ αρνείται ν’ αποκαλύψει το σημαντικότερο επεισόδιο του βιβλίου: την «επιχείρηση Σάυλωκ» που υποτίθεται ότι αναλαμβάνει για λογαριασμό της Μοσάντ αλλά, υπακούοντας στον εντολοδότη του, Σμάιλσμπεργκερ, διαγράφει απ’ το τελικό κείμενο (η  Σόστακ πάντως διευκρινίζει ότι τέτοιο κεφάλαιο δεν υπάρχει στα χειρόγραφα του Ροθ που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Η άρνηση αυτή και η εκλογίκευσή της υποδεικνύει για τη Σόστακ τις πιέσεις που σχετίζονται με την εβραϊκή ταυτότητα, τις αντιφατικές επιθυμίες να επιβεβαιωθεί και να ξεγλιστρήσει η εβραϊκή υποκειμενικότητα, να οριστεί και να ανατραπεί, ειδικά σε σχέση με το εβραϊκό έθνος-κράτος.

Το βιβλίο ενσωματώνει όλη την εβραϊκή ιστορία του 20ού αιώνα, από τη διασπορά στην Αμερική, το Ολοκαύτωμα, μέχρι τη δημιουργία και την ισχυροποίηση του κράτους του Ισραήλ που ο σωσίας -ειρωνικά μετονομασμένος, σε μια προσπάθεια του χαρακτήρα Φίλιπ Ροθ να τον καταστήσει ακίνδυνο, σε… «Μωυσή Πίπικ», δηλαδή Μωυσής Αφαλός, ένα όνομα που υπογραμμίζει ταυτόχρονα τη γέννηση αλλά και τον αφανισμό της εβραϊκότητας- προσπαθεί να διαλύσει με τη θεωρία του Διασπορισμού: η εβραϊκότητα, σύμφωνα με τον Σάστερμαν, για να υπάρξει, προϋποθέτει τόσο την εξορία, τη ζωή στη Διασπορά (golah), όσο και την επιστροφή στο Ισραήλ (aliyah) – η μία τροφοδοτεί την άλλη, αλλά καμία δεν είναι σημαντικότερη απ’ την άλλη: για την ακρίβεια, ο εβραϊκός μύθος της επιστροφής απαιτεί για να υπάρξει την εξορία (Σόστακ, 1997). Για ν’ αποφευχθεί όμως ένα νέο Ολοκαύτωμα -τις συνθήκες για το οποίο δημιουργεί η ίδια η ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ-, αλλά και η αντίφαση της εφαρμογής στους Παλαιστίνιους των διωγμών που οι ίδιοι υπέστησαν από τους Χριστιανούς, ο Πίπικ προτείνει μια αντίστροφη κίνηση: οι Εβραίοι να φύγουν απ’ το Ισραήλ, να επιστρέψουν στη Διασπορά, αφού για να είναι Εβραίοι πρέπει η συνθήκη της εξορίας να διαιωνιστεί· η διαιώνισή της όμως θέτει σε κίνηση την πορεία αφανισμού της εβραϊκότητας –η τελική λύση του Χίτλερ απ’ την ανάποδη- μέσω της αφομοίωσης του εβραϊκού στοιχείου στη Διασπορά.

Ειδικά για τους Αμερικανοεβραίους, η εβραϊκότητα είναι μια αμφιλεγόμενη ιδιότητα. Ποια είναι τα προαπαιτούμενά της; Η ίδια η θρησκευτική πίστη δεν είναι – η καταγωγή από Εβραία μητέρα είναι· το ίδιο και μια συναίνεση σε εβραϊκές πρακτικές. Για τους απόγονους των μεταναστών, που ζουν στη σκιά μιας ιστορίας για την οποία δεν είναι υπόλογοι, στη  σκιά ενός Ολοκαυτώματος που δεν το έζησαν οι ίδιοι, και μέσα σε μια νέα κουλτούρα (αυτή των ΗΠΑ) η οποία επίσης τους προσδιορίζει, η ίδια η ύπαρξη του ισραηλινού κράτους είναι μια πηγή εσωτερικής σύγκρουσης. Κόντρα στη στερεοτυπική εικόνα του ενοχικού, εσωτερικά πολυδιασπασμένου Αμερικανοεβραίου, που ενώ μοιάζει αφομοιωμένος και ελεύθερος, τελικά είναι αμφίβολο πόσο απελευθερωμένος είναι, ο Ροθ τοποθετεί τον Σμάιλσμπεργκερ, τον Ισραηλινό Εβραίο, πλήρως –και κυνικά- συμφιλιωμένο με τον εαυτό του, που μοιάζει, για λίγο, να εκπροσωπεί μια «ουσιώδη» εβραϊκότητα (Σόστακ, 1997)· και σε μία αντιθετική, αλλά και συμπληρωματική εκδοχή της εβραϊκότητας  (Πάρις, 1999) ο Ροθ τοποθετεί στο βιβλίο τον φίλο του, τον Άαρον Άπελφελντ, επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, συγγραφέα που όλο το έργο του εκπορεύεται από το ότι έζησε το Ολοκαύτωμα –εν αντιθέσει με τον Ροθ που θα μπορούσε κανείς να πει ότι γράφει επειδή δεν το έζησε-, Εβραίο ιστορικά προσδιορισμένο – που, επιπλέον, ως υπαρκτό πρόσωπο εντείνει την ψευδαίσθηση του μη μυθοπλαστικού της Επιχείρησης Σάυλωκ (Σόστακ, 1997). Έτσι, υποδεικνύεται ξανά ότι υπάρχουν παράλληλες εβραϊκές ταυτότητες κόντρα σε μια ομοιογενή «εβραϊκότητα».

Στην Επιχείρηση Σάυλωκ ο Ροθ ομολογεί ότι ο Εβραίος -ακόμα κι αν η εβραϊκή ταυτότητα δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποια «ουσία»- είναι βαθιά ριζωμένος μέσα του και χωρίς αυτόν δεν θα ήταν συγγραφέας. Δεν αρνείται την ταυτότητά του, παρά εξερευνά την πολυφωνία και πολυσημία της, αναζητώντας έναν τρόπο να είναι Εβραίος και Αμερικανός ταυτόχρονα.

Πηγές

  • Roth, Philip, 1993. Operation Shylock: A Confession. New York: Simon.
  • Parrish, Timothy L., 1999. Imagining Jews in Philip Roth’s “Operation Shylock”, Contemporary Literature, 40, 4, 576-602.
  • Shostack, Debra, 1997. The Diaspora Jew and the “Instinct for Impersonation”: Philip Roth’s “Operation Shylock”, Contemporary Literature, 38, 4, 726-754.

*Το κείμενο αυτό, με τίτλο Ο Φίλιπ Ροθ και η εβραϊκότητα, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 497, Ιούνιος 2009), στο πλαίσιο του αφιερώματος στον συγγραφέα που επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος.

διαβάζω500

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.