Παράκαμψη πλοήγησης

Αρχείο Ετικετών: κείμενα

Για τη Λαυρεντία

Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να περιέχει όλες τις ιστορίες. Όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν. Κι ακόμα, τις ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία· τις ιστορίες που κι αυτή ακόμα η φαντασία απέρριψε και όσες αγνοεί. Ήταν ένα έργο τιτάνειο· ανάγκασα το ένα χέρι μου να γράφει στη μία σελίδα και το άλλο, ταυτόχρονα, στην άλλη, κι αφού έτσι το μυαλό μου έσπασε σε δύο κομμάτια αργότερα έσπασε και σε τρία, και σε τέσσερα, μέχρι που έχασα το μέτρημα αλλά δεν είχε σημασία γιατί έγραφα· έγραφα από το πρωί ως το βράδυ κι έκλεβα ώρες απ’ τον ύπνο μου για να γράψω κι άλλο· αποκοιμιόμουν πάνω στα τετράδιά μου και το πρωί διάβαζα σελίδες που δεν θυμόμουν να έχω γράψει. Δεν ήξερα αν τις είχα γράψει λίγο πριν απ’ τον ύπνο και τις είχε σβήσει απ’ τη μνήμη μου η εξάντληση ή αν τις είχα γράψει στον ύπνο μου, αλλά δεν είχα καιρό να ξεδιαλύνω το μυστήριο· έλυσα το πρόβλημα αποφεύγοντάς το: σταμάτησα να κοιτάζω, κλεφτά έστω, τις προηγούμενες σελίδες, εξάλλου μου έπαιρνε χρόνο απ’ τις σελίδες που δεν είχαν ακόμα γραφτεί.

Πέρασα πολύ καιρό έτσι, δεν ξέρω πόσο· η αλληλογραφία συσσωρευόταν μπροστά στην πόρτα και το μόνο που έκανα ήταν να την παίρνω από το πάτωμα και να την αφήνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου, μέχρι που έγινε ένας μεγάλος σωρός που το σκέπασε ολότελα. Όταν, κάποτε, μου τέλειωσαν τα τετράδια και τα χαρτιά άρχισα να γράφω στους κλειστούς φακέλους κι όταν μου τέλειωσαν κι αυτοί τους άνοιξα κι άρχισα να γράφω πάνω σε λογαριασμούς και διαφημιστικά και επιστολές που και να προλάβαινα να τις διαβάσω δεν θα κατάφερνα να θυμηθώ τι αφορούσαν. Όταν τέλειωσε κι η στοίβα, ένας οξύς πόνος στα χέρια μου με ανάγκασε να σταματήσω κι όταν σταμάτησα ανακάλυψα ότι οι αρθρώσεις των δαχτύλων μου ήταν ματωμένες, κι ακόμα ότι δεν μπορούσα να ξαναρχίσω γιατί δεν είχα τρόπο να πείσω τα χέρια μου, οπότε ψαχούλεψα στη χαρτούρα μέχρι να εντοπίσω το κρεβάτι μου κι όταν το εντόπισα ξάπλωσα και κοιμήθηκα, σκέπασμα ανάμιχτο κουβέρτες και σελίδες χαρτί.

Δεν ξέρω πόσο κοιμήθηκα· ώρες, ίσως, μήνες ή χρόνια· ο χρόνος είχε ούτως ή άλλως πάψει να σημαίνει οτιδήποτε, είχε πάψει να είναι μετρήσιμος, υπήρχε μόνο στις λέξεις, όχι στη ζωή. Ξύπνησα με μια σελίδα να έχει σφραγιστεί στο μάγουλό μου κι όταν προσπάθησα να τη διαβάσω στον καθρέφτη του μπάνιου διαπίστωσα ότι ήταν γραμμένη σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα· διαπίστωσα, επίσης, ότι πεινούσα, με κάποια έκπληξη που το σώμα μου αποφάσιζε, ξαφνικά, να θυμηθεί ότι υπάρχει κάτι που λέγεται πείνα. Κάπου ανάμεσα στα τετράδια και στα σκόρπια φύλλα υπήρχε το ψυγείο μου αλλά όταν επιτέλους το εντόπισα και το άνοιξα το βρήκα γεμάτο κι άλλα τετράδια, κι άλλα χαρτιά, και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ τι άλλο είχε μέσα κάποτε και πότε φαγώθηκε αυτό το άλλο, πότε ήπια τον τελευταίο καφέ και πότε το σπίτι έγινε από σπίτι μου σπίτι όλων των ιστοριών και για ποιο λόγο. Πήρα μια σελίδα, την έσχισα σε λωρίδες και τις μάσησα μία μία.

Από τότε με τρέφουν οι ιστορίες. Δεν γράφω πια, ούτε ψάχνω μέσα στα γραπτά να διαβάσω τι έχω γράψει· πού και πού σχίζω μια κόλλα χαρτί σε λωρίδες και τις καταπίνω κλαίγοντας. Για νερό πίνω τα δάκρυά μου· αφήνουν στα χείλη μου μια αλμυρή γεύση, ένα κάψιμο, αλλά δεν μπορώ να πιω από τις βρύσες του σπιτιού, αφού βγάζουν ένα κίτρινο υγρό που δεν ξέρω τι είναι, ξέρω μόνο ότι φοβάμαι να μάθω τι είναι κι αρνούμαι να το φέρω στα χείλη μου. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι μια μέρα θα ανοίξω την πόρτα και θα χτυπήσω στους γείτονες για να μάθω τι είναι αυτό το κίτρινο υγρό και τι απέγινε ο κόσμος όσο έγραφα τις ιστορίες του, γιατί ξέρω βέβαια ότι ο κόσμος ακόμα υπάρχει, είτε τον καταγράφω εγώ είτε όχι, ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω χωρίς να τολμώ ν’ ανοίξω την κουρτίνα για επιβεβαίωση, αλλά με πρόλαβαν αυτοί: χτύπησαν την πόρτα –τοκ, τοκ, τοκ– και περίμεναν όσο εγώ προσπαθούσα να αναγνωρίσω ότι αυτός ο ήχος ήταν ο ήχος της πόρτας, όσο κοιτούσα την πόρτα προσπαθώντας ν’ αποφασίσω αν θ’ ανοίξω ή όχι, όσο έσερνα τα βήματά μου – εφτά βήματα μέχρι την πόρτα, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, δισταγμός, έξι, εφτά· τα έκανα κι άνοιξα και όταν άνοιξα με κοίταξαν με κάτι που θυμόμουν από τις ιστορίες ότι ήταν ελπίδα αλλά είδα μέσα σε δευτερόλεπτα να γίνεται κάτι άλλο, μη αναγνωρίσιμο, ίσως επειδή πρόσεξαν τον χαμό των σελίδων στο χολ, και με ρώτησαν, «Τι συμβαίνει στον κόσμο;».

Νόμιζα ότι μετά το «Δεν ξέρω» που είχα να τους δώσω για απάντηση, με μια ψιλή φωνή που είχα καιρό ν’ ακούσω αλλά έπρεπε να δεχτώ για δική μου, ένα ένα τα γράμματα καλλιγραφημένα αργά στον αέρα, δ ε ν  ξ έ ρ ω, θα χτυπούσαν άλλη πόρτα μέχρι κάποιος να τους απαντήσει, όμως αυτοί κούνησαν το κεφάλι, με αυτόν τον τρόπο που λένε μερικές ιστορίες ότι κουνάν το κεφάλι οι πολύ κουρασμένοι άνθρωποι –ίσως, είπα μέσα μου, να ήμουν η τελευταία τους ελπίδα, ίσως τους άλλους να τους είχαν ήδη ρωτήσει, ίσως να μην υπήρχαν άλλοι–, και ξανακλείστηκαν σπίτι τους κι από τότε απ’ το σπίτι τους ακούγονται τριγμοί κι εγώ αναρωτιέμαι αν ο ήχος στη ζωή μου επέστρεψε εξαιτίας της επίσκεψής τους, αν μέχρι τώρα ο ήχος δεν υπήρχε, ή αν εγώ δεν τον άκουγα, αν χρειαζόταν να μου χτυπήσουν την πόρτα για να θυμηθούν τ’ αφτιά μου τον λόγο ύπαρξής τους, κι ακόμα σκέφτομαι ν’ ανοίξω το παράθυρο αλλά είναι πέντε βήματα μέχρι το παράθυρο, πέντε πολύ μεγάλα βήματα κι εγώ μόνο μέχρι το τρίτο έχω φτάσει γιατί τα βήματα τα σκεπάζουν όλες οι ιστορίες, όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν· κι ακόμα, ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία, ιστορίες που ακόμα κι αυτή η φαντασία τις απέρριψε και άλλες που αγνοεί, μείον όσες φαγώθηκαν απ’ όταν σταμάτησα να γράφω, λίγες, απίστευτα λίγες για να κάνουν τη διαφορά, ν’ αδειάσουν αυτόν τον ωκεανό που σκεπάζει τα βήματα μέχρι το παράθυρο. Αρνούμαι να τον περάσω, όχι.

*Διήγημα γραμμένο για τη συλλογή του Παλαιοβιβλιοπωλείου του Νίκου Χρυσού. Εδώ η πρώτη δημοσίευση. Εικονογράφηση: Φίλιππος Παπανικολάου.

Ένα βιβλιοπωλείο βγαλμένο, νομίζεις, από σελίδες βιβλίου κι αυτό, το Παλαιοβιβλιοπωλείο του συγγραφέα Νίκου Χρυσού (Το μυστικό της τελευταίας σελίδας, Καστανιώτης, 2009) στo 135 της Ιπποκράτους. Στην ιστοσελίδα του ανθολογούνται ανέκδοτα διηγήματα. Σήμερα, φιλοξενείται και το δικό μου, με εικονογράφηση του Φίλιππου Παπανικολάου. Το διαβάζετε εδώ, κι εδώ όλα τα διηγήματα της συλλογής.

Εδώ και μισή ώρα ο ψαρομάλλης κάνει κύκλους στην αυλή. Κινείται σύμφωνα με τη φορά του ρολογιού και κάθε που φτάνει στις έξι η ώρα πέφτει κι αρχίζει τις μετάνοιες. Δέκα μετάνοιες κάθε φορά. Μετά σηκώνεται και συνεχίζει. Απ’ τα μάτια του κυλάνε δάκρυα.

Η γιαγιά μου σα να μην τον βλέπει. Είναι αρκετές βδομάδες εδώ, θα έχει συνηθίσει το θέαμα. «Πώς είναι ο πατέρας σου;», με ρωτά. Είναι η τρίτη ή η τέταρτη φορά που κάνει την ερώτηση σήμερα. Έχουμε συμφωνήσει με τη μάνα μου να μην της λέμε ότι πάνε τρία χρόνια που έχει πεθάνει. Αδυνατεί να το θυμηθεί και μια-δυο φορές που κάναμε το λάθος να της το πούμε δεν μας πίστεψε. «Μου λέτε ψέματα. Πού κρύβετε το γιο μου;» Της λέω ότι είναι καλά κι ότι στέλνει χαιρετίσματα. «Ποτέ δεν έρχεται να με δει», παραπονιέται. «Είπαμε, είναι στη Γερμανία. Δουλεύει». «Κι εγώ είχα πάει στη Γερμανία. Δεν ήτανε καλά εκεί». Η γιαγιά δεν έχει ταξιδέψει ποτέ εκτός Ελλάδας. Δεν έχει καν διαβατήριο. «Αλλά προχθές που τον είδα μου είπε ότι είναι αλλιώς τώρα στη Γερμανία», συνεχίζει. «Ότι τώρα είναι καλά». Δεν έχει νόημα να της θυμίσω ότι πριν από λίγα λεπτά παραπονιόταν ότι δεν έρχεται να τη δει. Τα χθες και τα προχθές της αλλάζουν κάθε λίγο και λιγάκι κι αδυνατεί ν’ αντιληφθεί τις αλληλοαναιρέσεις τους.

Βγάζει απ’ την τσέπη της και μου δείχνει ένα δίευρο μέσα σε μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα. «Μου πήρανε τα λεφτά απ’ την τσάντα μου. Ό,τι λεφτά είχα. Αυτό εδώ έπεσε απ’ τη νοσοκόμα κι έσκυψα και το πήρα. Στο κάτω-κάτω λεφτά δικά μου δεν είναι; Αφού απ’ την τσάντα μου τα πήρανε».

Στην άκρη της αυλής είναι ένα μικρό κτίσμα. Η πόρτα του είναι μεταλλική μ’ ένα καγκελόφρακτο παράθυρο. Προσπαθώ ν’ αποφασίσω αν είναι αποχωρητήριο ή κάποιου είδους απομόνωση. Πίσω απ’ τα κάγκελα διακρίνεται ένα πρόσωπο. Κοιτάζει έξω σαν κάποιον να ψάχνει. Ένας νοσοκόμος πάει και του ανοίγει την πόρτα. Το πρόσωπο βγαίνει έξω, συμπληρωμένο τώρα με το άχαρα γερασμένο σώμα ενός πολύ ψηλού ανθρώπου. Η γιαγιά ξανατυλίγει το δίευρο με τη χαρτοπετσέτα, το βάζει πίσω στην τσέπη της και βγάζει ένα κουλουράκι. «Κρατάω λίγο απ’ το φαγητό, επειδή αν περάσει η ώρα του φαγητού δεν σου δίνουν να φας». Της γνέφω. Ο ψηλός κάνει κύκλους γύρω από μια λεμονιά. Ο ψαρομάλλης φτάνει στις έξι η ώρα και ξαναρχίζει τις μετάνοιες του.

Την προηγούμενη φορά που ήρθα, ήμουν μαζί με τη μάνα μου. Η γιαγιά τής έβαλε τις φωνές ότι την παρατήσαμε εδώ για να μην βλέπει τον γιο της. Τη μάζεψαν δυο νοσοκόμες. Φύγαμε ανάστατοι, η μητέρα μου έκανε μέρες να συνέλθει. Δεν βοηθούσε κι η γειτόνισσα, που ούτε λίγο, ούτε πολύ της είπε πως όλη η γειτονιά πιστεύει ότι την φέραμε στην κλινική για να την ξεφορτωθούμε. «Να τη γιατροπορέψετε εσείς τότε», της φώναξε η μάνα μου.

«Χθες είχα βάλει στην τσέπη μια μπανάνα. Είδε μια νοσοκόμα ότι κάτι μεγάλο είχα στην τσέπη, ήρθε και μου την πήρε. Τι την πείραξε μια μπανάνα;» Δεν ξέρω πόσα απ’ τα παράπονα της γιαγιάς είναι αληθινά. Μάλλον κανένα.

Ο ψηλός στέκεται ακόμα δίπλα στη λεμονιά. «Πέθανε ο μπαμπάς μου, πέθανε ο μπαμπάς μου», λέει και ξαναλέει. Η φωνή του είναι επίπεδη, χωρίς συναίσθημα. Θα μπορούσε να μιλά για τον καιρό. «Θα μείνω εδώ να μαζέψω στοιχεία και μετά θα τους καταγγείλω», μου ψιθυρίζει η γιαγιά. «Θα τους βγάλω στην τηλεόραση, στα κανάλια θα τους βγάλω».

Ο ψαρομάλλης έχει φτάσει στις δέκα. Σκέφτομαι να πάρω τη γιαγιά απ’ το χέρι και να τη βάλω μέσα στην κλινική. Σε λίγο ούτως ή άλλως θα τους μαζέψουν για να τους δώσουν το απογευματινό τους φρούτο. Θα ζητήσω μιας νοσοκόμας να μου δώσει ένα ντεπόν μήπως και μου περάσει ο πονοκέφαλος. «Ο πατέρας σου πώς και δεν έρχεται να με δει;», με ρωτάει πάλι. Αν αντί άλλης απάντησης της έλεγα απλά «Μπλα, μπλα, μπλα» ή ανοιγόκλεινα το στόμα μου χωρίς ήχο δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά, μα ακόμα κι αν την καταλάβαινε, σε λίγα λεπτά θα το ξεχνούσε. «Είναι στη Γερμανία. Δουλεύει». «Κι εγώ είχα πάει στη Γερμανία. Δεν ήτανε καλά εκεί».

Ο ψηλός έχει κόψει ένα φύλλο της λεμονιάς και το τυλίγει σε ρολό στα δάχτυλά του. Το κρατά σα να ’ναι τσιγάρο.

«Θα ζητήσω του γιου μου να φέρει μια κάμερα για να καταγράψω τι γίνεται εδώ μέσα. Τι κάνουν εδώ μέσα», μου λέει η γιαγιά. «Εντάξει, γιαγιά. Θα του πω να σου φέρει μια κάμερα».

Ο ψηλός προσπαθεί να ρουφήξει απ’ το τσιγάρο-λεμονόφυλλό του. Δεν τα καταφέρνει και το τσαλαπατά με μανία. Έπειτα έρχεται προς τη μεριά μας. «Μήπως έχεις ένα τσιγάρο;» με ρωτά. Του λέω πως όχι. «Μήπως έχεις δύο τσιγάρα; Πέθανε ο μπαμπάς μου», επιμένει. «Δεν έχω τσιγάρα». «Μήπως έχεις τρία τσιγάρα; Πέθανε ο μπαμπάς μου». «Όχι». Σε κάθε μου άρνηση ζητά περισσότερα τσιγάρα. «Μήπως έχεις τέσσερα τσιγάρα;»

Η γιαγιά σηκώνεται με κόπο, τον πιάνει απ’ το χέρι και του δείχνει τη νοσοκόμα. «Να παιδί μου, αυτή έχει τα τσιγάρα σου, ζήτησέ της να σ’ τα δώσει». Ο ψηλός μας αφήνει και πάει στον ψαρομάλλη (τέσσερις η ώρα). «Μήπως έχεις ένα τσιγάρο; Πέθανε ο μπαμπάς μου». Ο ψαρομάλλης δεν του δίνει σημασία, πηγαίνει στις πέντε.

«Μια κυρία απ’ το δίπλα δωμάτιο μου πήρε τη ρόμπα μου», μού λέει η γιαγιά. «Τι την θέλει την ρόμπα μου; Την κλαρωτή τη ρόμπα». Τα ρούχα της γιαγιάς μου είναι όλα μαύρα απ’ όταν πέθανε ο πατέρας μου. Καταλάβαινε ακόμα τότε, πήρε και έβαψε τις ρόμπες της κι όσα ρούχα δεν έβαψε τα πέταξε. Λίγο μετά άρχισε να παραπονιέται ότι οι γείτονες τής έκλεβαν τα ρούχα. Στην αρχή ανησυχήσαμε μήπως έμπαινε στ’ αλήθεια κάποιος και την έκλεβε, όμως αρκούσε να ρίξουμε μια ματιά για να καταλάβουμε ότι τα πράγματά της ήταν ακόμα εκεί. Ήθελε να εκδικηθεί αυτές τις κλοπές, φώναζε κι απειλούσε. Έκρυβε ρούχα και αντικείμενα αξίας για να μην τα βρουν και μετά δεν θυμόταν πού ήταν. Όταν της τα βρίσκαμε έλεγε ότι οι κλέφτες τα είχαν ξαναβάλει στη θέση τους για να την περάσουμε για τρελή.

Η νοσοκόμα μου είπε ότι προχθές φώναζε πως είχε κρύψει βιτριόλι κάτω απ’ το στρώμα της για να κανονίσει τους κλέφτες. Τα ίδια έλεγε κι όταν την πήραμε στο σπίτι μας. Στριφογύριζε στο δωμάτιο, φώναζε να την ξεκλειδώσουμε ενώ η πόρτα δεν είχε καν κλειδωνιά, κι έλεγε ότι είχε θαμμένο βιτριόλι στον κήπο και θα μας κανόνιζε. «Άμα τ’ αποφασίσω θα πάρω πολύ κόσμο στο λαιμό μου». Απ’ το πρωί ως το βράδυ απειλούσε. Έψαχνε ευκαιρία να βγει στη βεράντα, παραμόνευε να βρει αφύλαχτο το συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα για να πάρει μαχαίρι, σηκωνόταν τις νύχτες μ’ αποτέλεσμα η μάνα μου να πετάγεται στον παραμικρό θόρυβο, και πάντα παραπονιόταν ότι κάποιος της έκλεβε τις κλαρωτές ρόμπες της κι ότι η μάνα μου δεν την άφηνε να δει το γιο της.

Ο ψηλός ξανάρχεται. «Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου! Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου!» Ο μπαμπάς, προφανώς, είμαι εγώ. «Όχι, δεν είμαι ο μπαμπάς σου», του λέω και κάνω να τον αποδιώξω, αλλά μου κρατά το χέρι σφιχτά. «Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου! Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου!» Η γιαγιά παίρνει το χέρι του από πάνω μου και το κρατάει σταθερά. «Όχι, δεν είναι ο μπαμπάς σου. Πάμε στις νοσοκόμες να σου δώσουν τα τσιγάρα σου, να σε πάνε στον μπαμπά σου». «Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου! Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου!» συνεχίζει ο άλλος, το βλέμμα του όμως αβέβαιο τώρα, ερωτηματικό. Η γιαγιά τον κρατάει απ’ το χέρι κι εγώ βάζω το χέρι μου στον ώμο της και προχωράμε προς την είσοδο της κλινικής ενώ ο ψαρομάλλης βρίσκεται και πάλι στις έξι και κάνει τις μετάνοιες του.

Μια νοσοκόμα βλέπει την παράξενη παρέλασή μας κι έρχεται να μας μαζέψει. «Πάμε να σου δώσω τα τσιγάρα σου». «Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου! Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου!» «Πάψε, ούτε αποτσίγαρο δεν θα σου δώσω αν κάνεις έτσι». «Τα βλέπεις;», μου κάνει η γιαγιά συνωμοτικά. «Μην αρχίζεις πάλι κι εσύ», της πετάει η νοσοκόμα ενώ τραβάει τον ψηλό προς τα μέσα. Γυρνάω τα μάτια στην αυλή. Ο ψαρομάλλης κάνει την τελευταία του μετάνοια και προχωράει προς τις εφτά η ώρα κι εγώ πρέπει να φύγω. Η γιαγιά με κοιτάζει σα να ξέρει, ξαφνικά, τα πάντα. Σα να ξέρει ότι δεν θυμάται τίποτα, σα να ξέρει όσα δεν θυμάται. Μέσα σ’ αυτή την ανοϊκή γριούλα κρύβεται ακόμα η παλιά γιαγιά μου. «Ναι παιδί μου, να φύγεις. Αλλά να ξανάρθεις». Θα ξανάρθω, της λέω, κι από μέσα μου προσθέτω ότι θα ξανάρθω για να την πάρω και να την πάω σ’ ένα ξενώνα για ανοϊκούς. Καθώς προχωρώ προς την έξοδο, προσέχω τον ψηλό που ’χει σταθεί δίπλα στη νοσοκόμα και καπνίζει γαλήνιος. Τον πλησιάζω, βγάζω το πακέτο μου και του δίνω δυο τσιγάρα. «Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου», μου λέει, και καταλαβαίνω ότι δεν μπορεί να μ’ ευχαριστήσει αλλιώς. Την επόμενη φορά, σκέφτομαι, θα κρατάω και μερικά μπισκότα για την τσέπη της γιαγιάς μου.

*Διήγημα γραμμένο για τις Ιστορίες με καλό τέλος που επιμελείται η Ελένη Γκίκα για το Έθνος. Δημοσιεύτηκε στο χθεσινό φύλλο της εφημερίδας.


[Cement Eclipses by Isaac Cordal | Cement Eclipses: Small Interventions in the Big City]

Στον Νίκο Τ.

Όπως πάω να τον αποχαιρετήσω και να φύγω απ’ το νεκροταφείο, ο Νίκος μού ζητά για άλλη μια φορά να τον κάνω ήρωα ενός απ’ τα γραφτά μου, αμφίβολη τιμή που όμως εδώ και καιρό τη διεκδικεί με πείσμα. «Κάνε με ήρωα σ’ ένα διήγημά σου», λέει. «Τέτοιες ώρες τα ζητάς αυτά τα πράγματα», εννοώντας ότι τέτοια ώρα, στην κηδεία της μάνας του, δεν θα μπορέσω να του πω όχι, όπως στις προηγούμενες επαναλήψεις του αιτήματος, ούτε θα σκεφτώ να του επισημάνω ότι έχω χρόνια να επιχειρήσω να γράψω διήγημα, αφού η προσπάθεια για το πρώτο και τώρα για το δεύτερο μυθιστόρημα δεν μου αφήνει περιθώριο να βάλω κι άλλους χαρακτήρες-μπελάδες στο κεφάλι μου – στην πραγματικότητα, δεν μου αφήνει περιθώριο να τους σκεφτώ καν.

Φεύγοντας, όμως, απ’ το νεκροταφείο, σκέφτομαι τον Νίκο ως ήρωα ενός διηγήματος. Μόνο που αυτός δεν θα ήταν ακριβώς ο Νίκος: δεν έχω μάθει ν’ αποτυπώνω τους ανθρώπους ολόκληρους στο χαρτί. Όσοι ήρωές μου έχουν ρίζες στο πραγματικό είναι ένα είδος Φρανκεστάιν – συρραφές μελών πραγματικών ανθρώπων: το κεφάλι του Κώστα, τα πόδια του Δημήτρη, το δεξί μου χέρι και τ’ αριστερό χέρι της Αμαλίας. Ο κορμός τους είναι πάντα ένα φάντασμα, οι ραφές εγώ. Ο ίδιος ήρωας μπορεί να πει μια φράση που στην πραγματική ζωή την έχει πει ή θα μπορούσε να την έχει πει ο Άλκης και, την επόμενη στιγμή, να κάνει κάτι που μονάχα ο Γιώργος θα μπορούσε να το κάνει. Και δεν νομίζω πως μπορείς να ισχυριστείς ότι έγραψες έναν άνθρωπο ακριβώς όπως είναι. Ο Νίκος θα πρέπει ν’ αποδεχτεί την σοβαρή πιθανότητα ο χάρτινος εαυτός του να μην είναι Νίκος παρά σ’ ένα ελάχιστο ποσοστό.

Έστω ο χάρτινος Νίκος: τριανταπέντε ετών και ουδέποτε πτυχιούχος (και τα δύο αληθινά). Για πλάκα και με υπολογίσιμη τρυφερότητα τον φωνάζουν γατόνι και αίλουρο (κι αυτό αλήθεια). Εδώ και χρόνια υπερήφανος χειριστής ντουντούκας στις διαδηλώσεις, με ιδεογράμματα που αρνείται να εξηγήσει τι σημαίνουν για τατουάζ. Αν τον περιγράψω έτσι, πολύς κόσμος θα τον αναγνωρίσει· αν προσθέσω ότι συνηθίζει το χι ή το ψι, αν τον βάλω να κάνει το χι ή το ψι, οι αναγνώστες θα σκεφτούν ότι πράγματι το συνηθίζει, ότι πράγματι το έκανε. Δεν ξέρω πόσο έτοιμος είναι ο Νίκος να φορτωθεί τις πράξεις και τα σουσούμια της χάρτινης εκδοχής του.

Θα γράψω ότι απ’ όταν πέθανε η μητέρα του, τα όνειρά του δεν έχουν ήχο. Τα λίγα λόγια που ανταλλάζουν οι πρωταγωνιστές των ονείρων του, άνθρωποι με σπασμένα πόδια, ζώα με μεγάλα μάτια που έχουνε κάτι από φλόγα στο βάθος τους, είναι γραμμένα σε καρτέλες, όπως στις ταινίες του βωβού κινηματογράφου. Αλλά όταν χάθηκε ο ήχος απ’ τον ύπνο του, τα όνειρά του γέμισαν μυρωδιές. Κοιμάται και μυρίζει το άρωμα που φορούσε η μάνα του στις εξόδους της. Όταν ξυπνά, ίχνη του αρώματος θα του γαργαλάνε ακόμα τη μύτη.

Ίσως να ξυπνάει χαράματα και να μην μπορεί να ξανακοιμηθεί. Θα τον βάλω να επιμένει να προσπαθεί τις πρώτες φορές. Θα μένει ξαπλωμένος, θα καταφεύγει στα βιβλία μήπως και του χαρίσουν λίγο ύπνο οι σελίδες τους. Ακόμα και πρόβατα θα τον βάλω να μετρά μπας κι αποκοιμηθεί, μα τίποτα δεν θα έχει αποτέλεσμα. Όταν πια καταλάβει για τα καλά πως η συγγραφέας της ιστορίας του δεν εννοεί ν’ αφήσει τον ύπνο να ξανάρθει, θα πάψει να προσπαθεί. Θα σηκώνεται και θα περιφέρεται στο σπίτι αντί του φαντάσματος της μητέρας του, και θα περνάει τις άγρυπνες ώρες του ακούγοντας τον ύπνο της πόλης γύρω του. (Ίσως, πάλι, ακούγοντας τον ύπνο του πατέρα του· θα έχει φέρει τον ανήμπορο πατέρα του στο σπίτι για να τον φροντίζει.)

Διασταύρωση Μελισσίων. Περιμένω ώρα ν’ ανάψει πράσινο και να περάσω απέναντι, στη στάση του λεωφορείου. Οι τελευταίοι τώρα θα φεύγουν απ’ το νεκροταφείο. Πίσω απ’ την εκκλησία, μου είπε ο Χριστόφορος πριν, είδε σε κασόνια τα κόκαλα παλιών νεκρών. Αυτή η εικόνα, τα κόκαλα αφημένα ξέσκεπα σε κασόνια, τον συγκλόνισε. Ο Νίκος δεν θα την είδε. Ελπίζω να μην την είδε, δηλαδή· δεν ξέρω αν στην κηδεία της μάνας του θα έπρεπε να δει και το μέλλον της, αν θ’ άντεχε να σκεφτεί ότι στο μέλλον κι η μάνα του δεν θα είναι παρά κόκαλα σ’ ένα κασόνι. Κι ωστόσο, αν εντέλει γράψω το διήγημα του Νίκου, δεν νομίζω ν’ αντισταθώ σ’ αυτή την εικόνα, κι ας ξέρω ότι θα τον φέρω αντιμέτωπο μ’ αυτήν· δεν θα είναι η δική του εικόνα, σκέφτομαι, και στο κάτω κάτω πώς διάολο ξέρω τι θα σκεφτόταν ο πραγματικός Νίκος αν την έβλεπε;

Μια άλλη φορά ο Νίκος μου είχε ζητήσει να τον περάσω στις σελίδες μου ως βρικόλακα, νίντζα ή υπερήρωα, παρόλο που δεν γράφω για βρικόλακες, νίντζα και υπερήρωες. Μπορεί να ξέρει καλύτερα απ’ όλους ότι ο όποιος Νίκος περάσει απ’ τις σελίδες μου δεν θα είναι ο ίδιος, θα είναι μια επινοημένη εκδοχή του, κι ως τέτοια μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Αλλά η αλήθεια είναι αυτή: θα μου φαινόταν υπερβολικά αστείο να τον παρουσιάσω με μεγάλους κυνόδοντες και ματωμένο στόμα ή με μπέρτα αλά Σούπερμαν· οι ήρωες-Φρανκεστάιν μου δεν είναι πραγματικοί, όμως επιμένω να τους φαντάζομαι σα να ήταν πραγματικοί, και οι κυνόδοντες του βρικόλακα θα σκότωναν αυτή τη ζωτική μου ψευδαίσθηση, θα εμπόδιζαν την ιστορία να γραφτεί. Εκτός κι αν αποφασίσω ότι στο θόλωμα της αϋπνίας του, φαντάζεται τον εαυτό του ντυμένο την αθανασία του βρικόλακα.

Δεν είμαι σίγουρη ότι θα του αρέσει η ιδέα.

*Κείμενο γραμμένο για το επετειακό εικοστό τεύχος του Chimeres, για το οποίο σας είχα πει εδώ. Όλο το τεύχος μπορείτε να το διαβάσετε ονλάιν εδώ (και σε pdf), και εδώ θα βρείτε τα σημεία διανομής του αν θέλετε να το προμηθευτείτε σε έντυπη μορφή. Ευχαριστώ τη Μαλίνα για την πρόσκληση, και τη συντακτική ομάδα για τη φιλοξενία. Α, και μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος Σεπτεμβρίου του περιοδικού Glamour, με συνέντευξή μου στην Αναστασία Καμβύση για το REWIND - γιατί όταν το καινούργιο βιβλίο έρχεται, το παλιό δεν φεύγει.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.