Για τη Λαυρεντία
Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να περιέχει όλες τις ιστορίες. Όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν. Κι ακόμα, τις ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία· τις ιστορίες που κι αυτή ακόμα η φαντασία απέρριψε και όσες αγνοεί. Ήταν ένα έργο τιτάνειο· ανάγκασα το ένα χέρι μου να γράφει στη μία σελίδα και το άλλο, ταυτόχρονα, στην άλλη, κι αφού έτσι το μυαλό μου έσπασε σε δύο κομμάτια αργότερα έσπασε και σε τρία, και σε τέσσερα, μέχρι που έχασα το μέτρημα αλλά δεν είχε σημασία γιατί έγραφα· έγραφα από το πρωί ως το βράδυ κι έκλεβα ώρες απ’ τον ύπνο μου για να γράψω κι άλλο· αποκοιμιόμουν πάνω στα τετράδιά μου και το πρωί διάβαζα σελίδες που δεν θυμόμουν να έχω γράψει. Δεν ήξερα αν τις είχα γράψει λίγο πριν απ’ τον ύπνο και τις είχε σβήσει απ’ τη μνήμη μου η εξάντληση ή αν τις είχα γράψει στον ύπνο μου, αλλά δεν είχα καιρό να ξεδιαλύνω το μυστήριο· έλυσα το πρόβλημα αποφεύγοντάς το: σταμάτησα να κοιτάζω, κλεφτά έστω, τις προηγούμενες σελίδες, εξάλλου μου έπαιρνε χρόνο απ’ τις σελίδες που δεν είχαν ακόμα γραφτεί.
Πέρασα πολύ καιρό έτσι, δεν ξέρω πόσο· η αλληλογραφία συσσωρευόταν μπροστά στην πόρτα και το μόνο που έκανα ήταν να την παίρνω από το πάτωμα και να την αφήνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου, μέχρι που έγινε ένας μεγάλος σωρός που το σκέπασε ολότελα. Όταν, κάποτε, μου τέλειωσαν τα τετράδια και τα χαρτιά άρχισα να γράφω στους κλειστούς φακέλους κι όταν μου τέλειωσαν κι αυτοί τους άνοιξα κι άρχισα να γράφω πάνω σε λογαριασμούς και διαφημιστικά και επιστολές που και να προλάβαινα να τις διαβάσω δεν θα κατάφερνα να θυμηθώ τι αφορούσαν. Όταν τέλειωσε κι η στοίβα, ένας οξύς πόνος στα χέρια μου με ανάγκασε να σταματήσω κι όταν σταμάτησα ανακάλυψα ότι οι αρθρώσεις των δαχτύλων μου ήταν ματωμένες, κι ακόμα ότι δεν μπορούσα να ξαναρχίσω γιατί δεν είχα τρόπο να πείσω τα χέρια μου, οπότε ψαχούλεψα στη χαρτούρα μέχρι να εντοπίσω το κρεβάτι μου κι όταν το εντόπισα ξάπλωσα και κοιμήθηκα, σκέπασμα ανάμιχτο κουβέρτες και σελίδες χαρτί.
Δεν ξέρω πόσο κοιμήθηκα· ώρες, ίσως, μήνες ή χρόνια· ο χρόνος είχε ούτως ή άλλως πάψει να σημαίνει οτιδήποτε, είχε πάψει να είναι μετρήσιμος, υπήρχε μόνο στις λέξεις, όχι στη ζωή. Ξύπνησα με μια σελίδα να έχει σφραγιστεί στο μάγουλό μου κι όταν προσπάθησα να τη διαβάσω στον καθρέφτη του μπάνιου διαπίστωσα ότι ήταν γραμμένη σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα· διαπίστωσα, επίσης, ότι πεινούσα, με κάποια έκπληξη που το σώμα μου αποφάσιζε, ξαφνικά, να θυμηθεί ότι υπάρχει κάτι που λέγεται πείνα. Κάπου ανάμεσα στα τετράδια και στα σκόρπια φύλλα υπήρχε το ψυγείο μου αλλά όταν επιτέλους το εντόπισα και το άνοιξα το βρήκα γεμάτο κι άλλα τετράδια, κι άλλα χαρτιά, και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ τι άλλο είχε μέσα κάποτε και πότε φαγώθηκε αυτό το άλλο, πότε ήπια τον τελευταίο καφέ και πότε το σπίτι έγινε από σπίτι μου σπίτι όλων των ιστοριών και για ποιο λόγο. Πήρα μια σελίδα, την έσχισα σε λωρίδες και τις μάσησα μία μία.
Από τότε με τρέφουν οι ιστορίες. Δεν γράφω πια, ούτε ψάχνω μέσα στα γραπτά να διαβάσω τι έχω γράψει· πού και πού σχίζω μια κόλλα χαρτί σε λωρίδες και τις καταπίνω κλαίγοντας. Για νερό πίνω τα δάκρυά μου· αφήνουν στα χείλη μου μια αλμυρή γεύση, ένα κάψιμο, αλλά δεν μπορώ να πιω από τις βρύσες του σπιτιού, αφού βγάζουν ένα κίτρινο υγρό που δεν ξέρω τι είναι, ξέρω μόνο ότι φοβάμαι να μάθω τι είναι κι αρνούμαι να το φέρω στα χείλη μου. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι μια μέρα θα ανοίξω την πόρτα και θα χτυπήσω στους γείτονες για να μάθω τι είναι αυτό το κίτρινο υγρό και τι απέγινε ο κόσμος όσο έγραφα τις ιστορίες του, γιατί ξέρω βέβαια ότι ο κόσμος ακόμα υπάρχει, είτε τον καταγράφω εγώ είτε όχι, ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω χωρίς να τολμώ ν’ ανοίξω την κουρτίνα για επιβεβαίωση, αλλά με πρόλαβαν αυτοί: χτύπησαν την πόρτα –τοκ, τοκ, τοκ– και περίμεναν όσο εγώ προσπαθούσα να αναγνωρίσω ότι αυτός ο ήχος ήταν ο ήχος της πόρτας, όσο κοιτούσα την πόρτα προσπαθώντας ν’ αποφασίσω αν θ’ ανοίξω ή όχι, όσο έσερνα τα βήματά μου – εφτά βήματα μέχρι την πόρτα, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, δισταγμός, έξι, εφτά· τα έκανα κι άνοιξα και όταν άνοιξα με κοίταξαν με κάτι που θυμόμουν από τις ιστορίες ότι ήταν ελπίδα αλλά είδα μέσα σε δευτερόλεπτα να γίνεται κάτι άλλο, μη αναγνωρίσιμο, ίσως επειδή πρόσεξαν τον χαμό των σελίδων στο χολ, και με ρώτησαν, «Τι συμβαίνει στον κόσμο;».
Νόμιζα ότι μετά το «Δεν ξέρω» που είχα να τους δώσω για απάντηση, με μια ψιλή φωνή που είχα καιρό ν’ ακούσω αλλά έπρεπε να δεχτώ για δική μου, ένα ένα τα γράμματα καλλιγραφημένα αργά στον αέρα, δ ε ν ξ έ ρ ω, θα χτυπούσαν άλλη πόρτα μέχρι κάποιος να τους απαντήσει, όμως αυτοί κούνησαν το κεφάλι, με αυτόν τον τρόπο που λένε μερικές ιστορίες ότι κουνάν το κεφάλι οι πολύ κουρασμένοι άνθρωποι –ίσως, είπα μέσα μου, να ήμουν η τελευταία τους ελπίδα, ίσως τους άλλους να τους είχαν ήδη ρωτήσει, ίσως να μην υπήρχαν άλλοι–, και ξανακλείστηκαν σπίτι τους κι από τότε απ’ το σπίτι τους ακούγονται τριγμοί κι εγώ αναρωτιέμαι αν ο ήχος στη ζωή μου επέστρεψε εξαιτίας της επίσκεψής τους, αν μέχρι τώρα ο ήχος δεν υπήρχε, ή αν εγώ δεν τον άκουγα, αν χρειαζόταν να μου χτυπήσουν την πόρτα για να θυμηθούν τ’ αφτιά μου τον λόγο ύπαρξής τους, κι ακόμα σκέφτομαι ν’ ανοίξω το παράθυρο αλλά είναι πέντε βήματα μέχρι το παράθυρο, πέντε πολύ μεγάλα βήματα κι εγώ μόνο μέχρι το τρίτο έχω φτάσει γιατί τα βήματα τα σκεπάζουν όλες οι ιστορίες, όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν· κι ακόμα, ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία, ιστορίες που ακόμα κι αυτή η φαντασία τις απέρριψε και άλλες που αγνοεί, μείον όσες φαγώθηκαν απ’ όταν σταμάτησα να γράφω, λίγες, απίστευτα λίγες για να κάνουν τη διαφορά, ν’ αδειάσουν αυτόν τον ωκεανό που σκεπάζει τα βήματα μέχρι το παράθυρο. Αρνούμαι να τον περάσω, όχι.
*Διήγημα γραμμένο για τη συλλογή του Παλαιοβιβλιοπωλείου του Νίκου Χρυσού. Εδώ η πρώτη δημοσίευση. Εικονογράφηση: Φίλιππος Παπανικολάου.




