Παράκαμψη πλοήγησης

Αρχείο Ετικετών: Anne Carson

Χειρόγραφο της ποιήτριας Αν Κάρσον, δημοσιευμένο το φθινόπωρο του 2004 στο Paris Review – από τη συνέντευξή της στο ίδιο τεύχος:

I was wondering about your preference for things that are old and battered, flawed and tattered.

In surfaces, perfection is less interesting. For instance, a page with a poem on it is less attractive than a page with a poem on it and some tea stains. Because the tea stains add a bit of history. It’s a historical attitude. After all, texts of ancient Greeks come to us in wreckage and I admire that, the combination of layers of time that you have when looking at a papyrus that was produced in the third century BC and then copied and then wrapped around a mummy for a couple hundred years and then discovered and put in a museum and pieced together by nine different gentlemen and put back in the museum and brought out again and photographed and put in a book. All those layers add up to more and more life. You can approximate that in your own life. Stains on clothing.

In Michael’s book, you also used only the backgrounds of family photos. [1]

In most cases that’s true. I found that the front of most of our family photos look completely banal, but the backgrounds were dreadful, terrifying, and full of content. So I cut out the backgrounds, especially the parts where shadows from the people in the front fell into the background in mysterious ways. The backgrounds are full of truth.

Did it help you to understand your brother?

No. I don’t think it had any effect whatsoever on my understanding. Another failure of the personal, I guess. I finally decided that understanding isn’t what grief is about. Or laments. They’re just about making something beautiful out of the ugly chaos you’re left with when someone dies. You want to make that good. And for me, making it good means making it into an object that’s exciting and beautiful to look at.

[Portrait of Anne Carson by Graeme Mitchell]

[1] Το βιβλίο του Μάικλ που αναφέρει η Κάρσον τελικά εκδόθηκε ως ΝOX (το σχετικό κείμενό μου με φωτογραφίες από την υπέροχη έκδοση εδώ).

Το 1978 ο αδελφός της Αν Κάρσον, o Μάικλ, φεύγει από τη χώρα του για να γλιτώσει τη φυλακή. Οι δικοί του δεν πρόκειται να τον ξαναδούν. Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Μάικλ αλλάζει ονόματα και ταξιδεύει· στέλνει μερικές καρτποστάλ και τηλεφωνεί σπάνια (θα μιλήσει με την αδελφή του λιγότερες από δέκα φορές συνολικά).

Στο μοναδικό γράμμα που στέλνει στη μητέρα του μιλά για τον θάνατο της Άννας, της γυναίκας τής ζωής του.

Το 2000 –χρονιά που η Κάρσον κερδίζει την περίφημη υποτροφία ΜακΆρθουρ–, ο άνθρωπος που κάποτε ονομαζόταν Μάικλ πεθαίνει στην Κοπεγχάγη, μετά από μια ουσιαστικά άγνωστη στους δικούς του ζωή. Η είδηση του θανάτου του φτάνει στην Κάρσον με καθυστέρηση: η χήρα του δεν μπορούσε να βρει τη διεύθυνσή της.

When my brother died (unexpectedly) his widow couldn’t find a phone number for me among his papers until two weeks later. While I swept my porch and bought apples and sat by the window in the evening with the radio on, his death came wandering slowly towards me across the sea.

Όταν η Κάρσον φτάνει στην Κοπεγχάγη ανακαλύπτει ότι δεν έχει τάφο για τον αδελφό της: επιθυμία του ήταν το πτώμα του να αποτεφρωθεί και η στάχτη του να σκορπιστεί στη θάλασσα. Ανακαλύπτει, επίσης, ότι η χήρα του δεν μπορεί να καλύψει τα χάσματα της αφήγησης τής ζωής του.

Πώς να πενθήσει τον αδελφό της, έναν άνθρωπο χωρίς ιστορία; Πώς να βγάλει άκρη από την απουσία μιας απουσίας;

We want other people to have a centre, a history, an account that makes sense. We want to be able to say This is what he did and Here’s why. It forms a lock against oblivion. Does it?

Η Κάρσον προσπαθεί να ανασυνθέσει τα θραύσματα σε μια αφήγηση φτιάχνοντας ένα τετράδιο-λεύκωμα με φωτογραφίες από την παιδική ηλικία του Μάικλ, σπαράγματα των ελάχιστων τηλεφωνικών συνομιλιών τους, το γράμμα του στη μητέρα τους σχισμένο σε κομμάτια και κολλημένο στις σελίδες του τετραδίου, αναμνήσεις που συγκροτούν το περίγραμμα της βιογραφίας του Μάικλ παρά τη βιογραφία την ίδια.

Το τετράδιο αυτό, που εκδόθηκε το 2010 από τον New Directions με τον τίτλο NOX, είναι παράλληλα η ιστορία μιας μετάφρασης: η Κάρσον, που είναι καθηγήτρια αρχαίων ελληνικών, με την κατάδυση στο κλασικό παρελθόν να αποτελεί σημαντικό μέρος και της ποιητικής της δουλειάς, μεταφράζει το ποίημα 101 του Κάτουλλου – άλλος ένας αποχαιρετισμός σε έναν νεκρό αδελφό, για τον οποίο ελάχιστα είναι γνωστά: έζησε, πέθανε κάπου μακριά κι ο Κάτουλλος φαίνεται ότι ταξίδεψε εκεί για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Η Κάρσον παλεύει λέξη τη λέξη με το ποίημα, κι αυτή η πάλη καταγράφεται μέσα από την παράθεση λεξικογραφικών λημμάτων που λειτουργούν και τα ίδια ως ποίηση.

Παρότι το βιβλίο της είναι βαθιά προσωπικό, η Κάρσον μιλά για όλους μας απέναντι στους νεκρούς μας, εξετάζοντας το πένθος της (και το πένθος συνολικά) όχι μόνο σαν πραγματικότητα, αλλά και σαν ανθρώπινη ανάγκη. Ίσως το πένθος να συνοψίζεται στην ανάγκη να οργανώσουμε το χάος της απώλειας σε μια αφήγηση.

Το χαοτικό, αποσπασματικό στοιχείο υπογραμμίζεται από την ίδια τη μορφή του τετραδίου, με τα αποκόμματα, τα λήμματα, τις μουτζούρες, τα κενά και τις επαναλήψεις: ένα παζλ προορισμένο να μην ολοκληρωθεί ποτέ, εφόσον τα περισσότερα κομμάτια λείπουν· κι ωστόσο, τα υπαρκτά κομμάτια κατορθώνουν να σχηματίσουν μια εικόνα (η ίδια η αφήγηση, εξάλλου, μερικές φορές μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό: η προσπάθεια να σχηματίσεις μια εικόνα παρά το ότι λείπουν πολλά κομμάτια του παζλ). Περιεχόμενο και μορφή εδώ είναι αναπόσπαστα, το ένα απαιτεί και υπηρετεί το άλλο.

Η έκδοση είναι ένα κομψοτέχνημα, με την αίσθηση του χειροποίητου να αποδίδεται σχεδόν τέλεια: ένα κουτί που περιέχει την αναπαραγωγή του τετραδίου της Κάρσον, τυπωμένη σε ένα και μοναδικό φύλλο χαρτιού διπλωμένο ξανά και ξανά σαν κονσερτίνα, και σποραδικές εκρήξεις χρώματος να διασπούν το ασπρόμαυρο.

Βιογραφία της Αν Κάρσον | Παρουσίαση του NOX στο περιοδικό New Yorker

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.