Παράκαμψη πλοήγησης

Αρχείο Ετικετών: David Mitchell

O αναγνώστης αρχίζει να διαβάζει το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, το καινούργιο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο. Μόνο που ανακαλύπτει ότι στα χέρια του έχει ένα κακέκτυπο. Η συνέχεια του βιβλίου δεν έχει τυπωθεί. Πηγαίνει στο βιβλιοπωλείο για να προμηθευτεί ένα σωστό αντίτυπο. Γρήγορα όμως διαπιστώνει ότι κι αυτό κακέκτυπο είναι. Η συνέχεια της ιστορίας που ήθελε να διαβάσει δεν υπάρχει. Υπάρχει η αρχή μιας άλλης. | Κι έτσι πάει η ιστορία. Ο αναγνώστης, με σύμμαχό του μια ακόμα αναγνώστρια που ψάχνει τη συνέχεια της ιστορίας μέσα από διαδοχικά κακέκτυπα με αφετηρίες άλλων ιστοριών, περνάει ολόκληρο το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης προσπαθώντας να διαβάσει, επιτέλους, το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. | Πότε ξεκινάει αληθινά μια ιστορία; Γιατί στο σημείο χι, κι όχι στο σημείο ψι; Μήπως αυτό δεν είναι παρά μια κατά βάση αυθαίρετη επιλογή του συγγραφέα, επιλογή που ακολουθεί τις επιταγές της μυθοπλασίας, και όχι της ζωής; (Πότε ξεκινά η ζωή σου; Όταν γεννιέσαι; Όταν γεννιούνται οι δικοί σου; Μήπως η αφετηρία της ζωής σου μπορεί να εντοπιστεί πολύ πριν δημιουργηθεί η υποψία, έστω, της ύπαρξής σου, και το τέλος της συμβαίνει πολύ καιρό μετά τον θάνατό σου;) | Κι αν δεν μπορούμε να ξέρουμε την πραγματική αρχή μιας ιστορίας, πώς θα ορίσουμε το τέλος της; Μήπως το τέλος δεν είναι κι αυτό παρά μια επινόηση; (Με την οστερική διατύπωση: “I’ve been trying to fit everything in, trying to get to the end before it’s too late, but I see now how badly I’ve deceived myself. Words do not allow such things. The closer you come to the end, the more there is to say. The end is only imaginary, a destination you invent to keep yourself going, but a point comes when you realize you will never get there. You might have to stop, but that is only because you have run out of time. You stop, but that does not mean you have come to the end.”) | Για να αφηγηθείς μια ιστορία οφείλεις να κάνεις επιλογές. Τι θα συμπεριληφθεί στην αφήγηση; Τι θα αποσιωπηθεί εσκεμμένα και τι θα μείνει απέξω απλώς και μόνο γιατί δεν εξυπηρετεί την οικονομία της αφήγησης; Και μήπως αν διαλέξεις άλλη αφετηρία τελικά γράφεις και μια διαφορετική ιστορία; | Και πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η ζωή είναι κι αυτή κάπως έτσι; Η αφήγηση της ζωής μας, ίσως, μα η ζωή η ίδια δεν διέπεται από αφηγηματικούς νόμους. Πέντε βαρετά, ανάξια λόγου χρόνια σε ένα βιβλίο θα συμπτυχθούν σε μερικές γραμμές. Στη ζωή, όμως, θα πρέπει να τα υποστείς, θα πρέπει να ζήσεις κάθε βαρετή τους μέρα, τη μία μετά την άλλη, χωρίς τη βοήθεια ενός σπλαχνικού μοντέρ. | Ο χρόνος δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Ο χρόνος μεταμορφώνεται δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, συστέλλεται και διαστέλλεται. Περνάει γρήγορα όταν δεν θέλεις να περάσει, λιμνάζει όταν το μόνο που έχεις να περιμένεις είναι να γίνει, επιτέλους, παρελθόν το παρόν σου. | Κι όσο για τη μυθοπλασία, θα σημείωνε εδώ η Φανή (η σύμφωνα με τον Φώτη ιταλοκαλβινίζουσα Φανή), δεν είναι μια καταγραφή της ζωής, μα μια απλοποίησή της, προορισμένη να της δώσει τη δομή που δεν διαθέτει. | Enter the maze.

[προηγούμενη λεπτομέρεια για το τέλος του κόσμου]

…it occured to him that he had, quite literally, been resurrected. But resurrected into what? he wondered. His life had become unfamiliar to him, cold and disquieting. He felt as if time as he knew it had flickered to a close. The world had ended. The oceans had climbed their shores, the buildings had burst out of their windows, and all the old meanings had fallen away. It turned out that the world at the end of time was just like the world at the beginning: a single set of footsteps printing the grass, everything lit with its own newness, a brighter and much, much emptier place.

Κέβιν Μπροκμάιερ, The Illumination

Ένα τετράδιο γεμάτο ερωτικά γράμματα μιας πρότασης αλλάζει χέρια στο Illumination του Κέβιν Μπροκμάιερ (ο οποίος συμπεριλήφθηκε στους καλύτερους νέους Αμερικανούς συγγραφείς σύμφωνα με το Granta)· κάθε κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθεί έναν διαφορετικό άνθρωπο που έτυχε να συναντηθεί μ’ αυτό το τετράδιο [1]. Όλα αυτά σ’ έναν κόσμο που έχει μια σημαντική διαφορά από τον δικό μας: ο σωματικός πόνος είναι φωτισμένος, αφού ανεξήγητα, μια μέρα τα μικρά και μεγάλα τραύματα και οι ασθένειες των ανθρώπων άρχισαν να αναδίδουν φως.

Από συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλίο:

One of the things that attracts me to your writing is the blending of literary fiction with genre elements. There’s often a sci-fi/magical realism bend to your work. Why is that? What inspires you to do that?

I think of myself as working within -or at least aspiring to work within- the very particular tradition of writers whose books I happen to love. Many of those writers are realists, but many others are fantasists, though it’s a toss-up as to whether you’ll find their books shelved with the literary fiction or with the science fiction and fantasy. All of them, though, regardless of their genre affiliations, are authors of tremendous vision, great craft, and a complex and absorbing sense of what it means to be alive. All of them write the kind of books that inspire me to emulation.

Aside from that, I suppose I turn to the fantastic or the magical or the strange or the uncanny so often because I’m the kind of person who sees more clearly when he views the world at a tilt, but also because such methods have provided me with a number of metaphors that seemed potent and beautiful to me, because the imagery of fantasy allows me to write certain kinds of sentences I enjoy writing, and finally, frankly, because I grew up reading a lot of science fiction and there are certain kinds of oddity that simply excite my imagination.

In The Illumination, there’s a beauty to suffering. Since everyone can see what is ailing even the strangers around them, pain is no longer a private and hidden option. It’s exposed and shimmers. Some teenagers even go so far as to deliberately cut themselves so they can see the light. Do you think pain is something that can be beautiful?

I don’t know. What I can tell you is that the book -whose working title was Wounds, until my editor and my agent convinced me that no one would buy a book called Wounds- investigates exactly that question: what if the world suddenly revealed that pain, disease, illness, and injury -all the uglinesses of the human body- were faceted with beauty, like jewels? What if our pain was the most beautiful thing about us? How would that change the way we perceived life and death and one another? How would it change the greater functions of society, or would it change them at all?

At one point in the book, you write: “Everyone had his own portion of pain to carry. At first, when you were young, you imposed it on yourself. Then, when you were older, the world stepped in to impose it for you. You might be given a few years of rest between the pain you caused yourself and the pain the world made you suffer, but only a few, and only if you were lucky.” Are we living in a society where pain is more prevalent than ever?

Honestly, I don’t know that our times are all that different from those that came before. I suspect that the world has always been composed of pain and pleasure, bliss and agony, contentment and discomfort, and in roughly the same proportions as it is today. More to the point, perhaps, before I wrote The Illumination, and while I was working on it, I myself was experiencing more pain -physical pain- and in a less remitting way than I had before. I used the fifth section of the book, Nina’s, to investigate my own encounters with illness: years and years of mouth ulcers that made it painful for me to talk, eat, drink, laugh, and smile. I tried to bring as much lucidity, accuracy, and honesty to Nina’s observations of her malady as I could, and although her story is not really my own, that one aspect of it is. You can consider all the self-pity, querulousness, and desperation she expresses a peculiarly intimate form of journalism.

Μια πρόταση από το βιβλίο, εικονογραφημένη στο πλαίσιο του πρότζεκτ Single Sentence Animations του Electric Literature:

She watched them flare and shimmer through their skin, their bones going off like bombs, every limb a magnificent firework of carbon, phosphorus, and calcium.

Κι ένα τραγούδι από το σάουντρακ του βιβλίου, όπως το κατέγραψε ο Μπροκμάιερ στο μπλογκ Largehearted Boy: το This Could Be My Last Day του Ντιουκ Σπέσιαλ (οι παλιοί θαμώνες του μπλογκ ίσως θυμάστε την δουλειά του Σπέσιαλ για το Book of Illusions του Πολ Όστερ – έγραφα σχετικά εδώ).

A Chronological List of Statements People Made to Me at the Iowa Writers’ Workshop, 1995-1997 | An Illustrated History of the View from Kevin Brockmeier’s Head | Περισσότερα ερωτικά γράμματα της μιας γραμμής στο λογαριασμό που έχει στηθεί για το βιβλίο στο τουίτερ και εδώ | O τίτλος του ποστ είναι φράση από το βιβλίο

[1] Πολλά πρόσφατα βιβλία χτίζονται με μια παρόμοια δομή διηγημάτων που συναποτελούν ένα μυθιστόρημα· πέρα από το Cloud Atlas του Ντέιβιντ Μίτσελ (μια ματριόσκα μυθιστορημάτων, με τον ήρωα του καθενός να διαβάζει με κάποιο τρόπο την ιστορία του προηγούμενου – θα μπορούσε επίσης στην ίδια κατηγορία να υπαχθεί και το ακόμα παλιότερο Ghostwritten του Μίτσελ), το Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν παρακολουθεί ένα πλήθος χαρακτήρων καθώς διασταυρώνονται στη σκιά της βόλτας του ακροβάτη Φιλίπ Πετί πάνω σε ένα σχοινί μεταξύ των Δίδυμων Πύργων· στο Great House της Νικόλ Κράους, ένα γραφείο λειτουργεί ως συνδετικό νήμα των ιστοριών ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών και καταβολών, ενώ κάθε κεφάλαιο του A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν λειτουργεί ως διήγημα που παρακολουθεί έναν διαφορετικό χαρακτήρα για να αφηγηθεί την ιστορία του κεντρικού ήρωα, που ξεκινάει πανκιό και καταλήγει μάνατζερ, και το The Imperfectionists του Τoμ Ράχμαν αφηγείται την γέννηση και την παρακμή μιας ιστορικής αγγλόφωνης εφημερίδας στη Ρώμη μέσα από τις ιστορίες διαφόρων εργαζομένων της, ακόμα και μιας αναγνώστριας· προσθέστε, επίσης, το Things We Didn’t See Coming του Στίβεν Άμστερνταμ, με τα διηγήματα-κεφάλαια να καταγράφουν επεισόδια από την ζωή του κεντρικού χαρακτήρα καθώς προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο μισοκατεστραμμένο από τον ιό της χιλιετίας· φυσικά, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα που ξεχνάω ή δεν έχω διαβάσει.

Από τα χειρόγραφα του Ντέιβιντ Μίτσελ. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 193 του The Paris Review (καλοκαίρι 2010), μαζί με συνέντευξη του συγγραφέα που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Μεταξύ άλλων ο Μίτσελ λέει και το εξής:

The novelist is more like a pregnant woman who delivers her own child unaided. A messy procedure, with lots of groaning.

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ έχει καταφέρει να καθιερωθεί ως ένας ανεξάντλητος στις επινοήσεις του συγγραφέας –ίσως ο σημαντικότερος Βρετανός της γενιάς του–, γνωστός για τις πολύπλοκες, σαγηνευτικές αφηγήσεις του. Ακόμα, όμως, και κριτικοί που υποκλίνονται στην αφηγηματική του ιδιοφυΐα μοιάζουν λιγάκι αμήχανοι: αναγνωρίζουν ότι είναι ικανός να γράψει οτιδήποτε και να ενσωματώσει ποικίλες επιρροές, θεωρείται, όμως, ότι δεν έχει κατορθώσει να βρει μια δική του, χαρακτηριστική φωνή, ότι δεν μπορεί να γράψει ως Μίτσελ (εγγαστρίμυθο, τον λένε συχνά), ενώ έχει κατηγορηθεί ότι από τα εντυπωσιακά του αφηγηματικά οικοδομήματα απουσιάζει η ουσία.

Μετά από τις περίτεχνα διασταυρωμένες πολλαπλές αφηγήσεις του Ghostwritten (1999, ελληνική έκδοση: Ghostwritten – Το δέντρο της τύχης, Ελληνικά Γράμματα, 2003), του number9dream(2001, αμετάφραστο), και του Cloud Atlas (2004, ελληνική έκδοση: O άτλας του ουρανού, Ελληνικά Γράμματα, 2007) ο Μίτσελ έγραψε ένα μάλλον συμβατικό για τα μέτρα του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, το Black Swan Green (2006, ελληνική έκδοση: Μαύρος κύκνος, Ελληνικά Γράμματα, 2008) την ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού στη θατσερική Αγγλία. Εκ των υστέρων, μπορεί να δει κανείς αυτό το βιβλίο σαν ένα απαραίτητο στάδιο για τη μετάβαση στον κόσμο του The Thousand Autumns of Jacob de Zoet, που κυκλοφόρησε στις αρχές του Μαΐου και φαίνεται ν’ ανοίγει έναν καινούργιο, ωριμότερο κύκλο του μιτσελικού έργου. Αν και το βιβλίο αρχικά θεωρήθηκε από τα φαβορί για το φετινό βραβείο Μπούκερ και πολλοί υπολόγιζαν ότι αυτή θα ήταν η τρίτη και φαρμακερή φορά για τον συγγραφέα, η επιτροπή, σε μια κίνηση που εξέπληξε και συζητήθηκε πολύ, δεν το συμπεριέλαβε στην τελική λίστα (με την ευκαιρία, νικητής αναδείχθηκε ο Χάουαρντ Τζέικομπσον για το The Finkler Questionεδώ τα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά).

Η χώρα των χιλίων φθινοπώρων του τίτλου είναι η Ιαπωνία, όπου ο Μίτσελ έχει τοποθετήσει άλλο ένα βιβλίο του, το number9dream (είναι γνωστό ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει στη χώρα, απ’ όπου κατάγεται η γυναίκα του, και έχει επηρεαστεί από την κουλτούρα της, ενώ ο Ιάπωνας Χαρούκι Μουρακάμι τον έχει επηρεάσει πάρα πολύ). Στο τέλος του 18ου αιώνα, ο ολλανδικός εμπορικός σταθμός στο τεχνητό νησί της Ντετζίμα –το μοναδικό παράθυρο της Ιαπωνίας στον έξω κόσμο– βρίσκεται σε παρακμή (σύντομα, μάλιστα, θα γίνει το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου κυματίζει η ολλανδική σημαία). Ο Τζέικομπ ντε Ζουτ, ένας τίμιος και βαθιά θρησκευόμενος Ολλανδός, φτάνει στη Ντετζίμα με την ελπίδα ότι θα βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση για να παντρευτεί την αγαπημένη του, και με καθήκον του να ελέγξει τη διαφθορά. Σύντομα ανακαλύπτει ότι στο νησί επικρατεί ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων, με τους διερμηνείς να έχουν αποκτήσει μεγάλη εξουσία, αφού είναι ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ιαπώνων και Ολλανδών (οι Ολλανδοί απαγορεύεται να μάθουν ιαπωνικά, όπως επίσης απαγορεύεται να ασκούν χριστιανικές πρακτικές). Πριν καλά-καλά κατανοήσει τι συμβαίνει στη Ντετζίμα, ο Ντε Ζουτ ερωτεύεται την Ορίτο, μια μαία με παραμορφωμένο πρόσωπο, και προσπαθεί να την προσεγγίσει παρά τα εμπόδια – κοινωνικά και πολιτισμικά, μεταξύ άλλων. Η Ορίτο, όμως, θα βρεθεί αιχμάλωτη σ’ έναν απομονωμένο ναό, θύμα, μαζί με άλλες γυναίκες, της εκμετάλλευσης ενός πανίσχυρου και διψασμένου για ακόμα περισσότερη εξουσία Ιάπωνα, και θα χρειαστεί να οργανωθεί μια εντυπωσιακή επίθεση από σαμουράι για τη διάσωσή της – την ίδια ώρα που οι Άγγλοι (οι οποίοι, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς, ακμάζουν) ετοιμάζονται να διεκδικήσουν το εμπορικό πόστο της Ντετζίμα.

Ο εξοικειωμένος με το έργο του Μίτσελ αναγνώστης θα διακρίνει πολύ εύκολα δύο βασικές διαφορές σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία. Η αφήγηση, με εξαίρεση ελάχιστες σελίδες, είναι τριτοπρόσωπη, και επιπλέον γραμμική και ενιαία· δεν θα βρει κανείς εδώ τις αφηγήσεις-ματριόσκες του Άτλαντα του Ουρανού. Η επινοητικότητα του συγγραφέα είναι και πάλι παρούσα, περιορισμένη όμως σε μια πιο συμβατική δομή –χωρίς αυτό να καθιστά το βιβλίο απλό–, κάτι που φάνηκε να ικανοποιεί την κριτική που ζητούσε από τον Μίτσελ λιγότερα πυροτεχνήματα και περισσότερη ουσία.

Ο Μίτσελ έχει κάνει εξαντλητική έρευνα για τη ζωή στην Ιαπωνία της εποχής και πετυχαίνει μια εξαιρετικά λεπτομερή ανασύστασή της, πράγμα που στην αρχή του βιβλίου είναι σχεδόν προβληματικό, αφού το πλήθος των λεπτομερειών, αλλά και των προσώπων που μπαινοβγαίνουν στις σελίδες, αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη· με άλλα λόγια, απαιτείται υπομονή για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει την ιστορία. Η υπομονή, όμως, ανταμείβεται, σε ένα μυθιστόρημα που από τη μία σελίδα στην άλλη μεταμορφώνεται: μοιάζει εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς ιστορικό, όμως ο τόσο προσεκτικά σχεδιασμένος ρεαλισμός του σπάει από σχεδόν μαγικά στοιχεία· ο Μίτσελ περνάει από το ρομάντζο στην περιπέτεια κι από εκεί στην κωμωδία, καταγράφοντας τη δύσκολη συνάντηση δύο διαφορετικών πολιτισμών (οι μεταβάσεις από το ιαπωνικό στοιχείο στο ολλανδικό και η καταγραφή της διαμεσολαβημένης από τους διερμηνείς επικοινωνίας είναι από τα δυνατά σημεία του βιβλίου) αλλά και τη σύγκρουση επιστήμης και δεισιδαιμονίας σε μια γλωσσικά ευφυέστατη και συχνά συναρπαστική αφήγηση. Ο ρυθμός κατεβαίνει στο τέλος του βιβλίου, που είναι μελαγχολικό και χαμηλόφωνο, αλλά πιστό στην ουσία της ζωής του Ντε Ζουτ, ο οποίος ποτέ δεν θα καταφέρει να μπει στην καρδιά της χώρας και να προσπεράσει την κατάσταση του ξένου, αλλά τουλάχιστον θα έχει προσπαθήσει να διασώσει κάτι πολύ βαθύτερο.

Το βιβλίο, που ήταν από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, ανταποκρίνεται με άνεση στις υψηλές προσδοκίες και αποδεικνύει ότι ο Μίτσελ βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, αναζήτηση και ωρίμανση. Περισσότερο, όμως, από το να αποτελεί αριστούργημα, το The Thousand Autumns of Jacob de Zoet παρουσιάζει έναν συγγραφέα που είναι έτοιμος να γράψει ένα αριστούργημα – απλώς, όχι τώρα, όχι ακόμα.

*Ντέιβιντ Μίτσελ, The Thousand Autumns of Jacob de Zoet (480 σελίδες, Sceptre 2010). Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 511, Οκτώβριος 2010), εδώ με κάποιες αλλαγές. Δεν γνωρίζω ποιος εκδοτικός οίκος θα πάρει τα δικαιώματα των έργων του Μίτσελ τώρα που τα Ελληνικά Γράμματα έκλεισαν· ο Μίτσελ είναι μεγάλο όνομα και δύσκολα θα μείνει χωρίς Έλληνα εκδότη· κρισιμότερο ζήτημα είναι η τύχη των εργαζόμενων στα Ελληνικά Γράμματα.

Τραπεζάκια, βιβλία και χαρτιά έξω. Ξαναδιαβάζω αποσπάσματα από το The Thousand Autumns of Jacob de Zoet του Ντέιβιντ Μίτσελ. Διαβάζω τη συλλογή Wish I Was Here της Τζάκι Κέι, ένα διήγημα τη μέρα. Διορθώνω. Προσθέτω στο τρίτο τετράδιο του χειρόγραφου.

Το βραχιόλι και το τριαντάφυλλο είναι δώρα που ταξίδεψαν μαζί μου απ’ τα βόρεια. Το τριαντάφυλλο, κλεμμένο από μια αυλή, ξεκίνησε ροζ. Το χρώμα του βάθυνε καθώς ξεραινόταν στην τσέπη του φορέματός μου. Κάπου ανάμεσα σ’ όλα τα άλλα διακρίνεται και το χαρτάκι με τα λουλουδάκια που ζωγράφιζα για ν’ απασχολώ τα χέρια μου την ώρα της παρουσίασης.

Ένα απόσπασμα απ’ το βιβλίο της Κέι:

I’d be driving home in the driving rain and I’d be thinking about the unmade bed we left, wishing a bed could pull you back, a bed could make demands, a bed could say you can’t just up and leave like that.

Τζάκι Κέι, What Is Left Behind

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.