Παράκαμψη πλοήγησης

Αρχείο Ετικετών: Paul Auster

O αναγνώστης αρχίζει να διαβάζει το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, το καινούργιο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο. Μόνο που ανακαλύπτει ότι στα χέρια του έχει ένα κακέκτυπο. Η συνέχεια του βιβλίου δεν έχει τυπωθεί. Πηγαίνει στο βιβλιοπωλείο για να προμηθευτεί ένα σωστό αντίτυπο. Γρήγορα όμως διαπιστώνει ότι κι αυτό κακέκτυπο είναι. Η συνέχεια της ιστορίας που ήθελε να διαβάσει δεν υπάρχει. Υπάρχει η αρχή μιας άλλης. | Κι έτσι πάει η ιστορία. Ο αναγνώστης, με σύμμαχό του μια ακόμα αναγνώστρια που ψάχνει τη συνέχεια της ιστορίας μέσα από διαδοχικά κακέκτυπα με αφετηρίες άλλων ιστοριών, περνάει ολόκληρο το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης προσπαθώντας να διαβάσει, επιτέλους, το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. | Πότε ξεκινάει αληθινά μια ιστορία; Γιατί στο σημείο χι, κι όχι στο σημείο ψι; Μήπως αυτό δεν είναι παρά μια κατά βάση αυθαίρετη επιλογή του συγγραφέα, επιλογή που ακολουθεί τις επιταγές της μυθοπλασίας, και όχι της ζωής; (Πότε ξεκινά η ζωή σου; Όταν γεννιέσαι; Όταν γεννιούνται οι δικοί σου; Μήπως η αφετηρία της ζωής σου μπορεί να εντοπιστεί πολύ πριν δημιουργηθεί η υποψία, έστω, της ύπαρξής σου, και το τέλος της συμβαίνει πολύ καιρό μετά τον θάνατό σου;) | Κι αν δεν μπορούμε να ξέρουμε την πραγματική αρχή μιας ιστορίας, πώς θα ορίσουμε το τέλος της; Μήπως το τέλος δεν είναι κι αυτό παρά μια επινόηση; (Με την οστερική διατύπωση: “I’ve been trying to fit everything in, trying to get to the end before it’s too late, but I see now how badly I’ve deceived myself. Words do not allow such things. The closer you come to the end, the more there is to say. The end is only imaginary, a destination you invent to keep yourself going, but a point comes when you realize you will never get there. You might have to stop, but that is only because you have run out of time. You stop, but that does not mean you have come to the end.”) | Για να αφηγηθείς μια ιστορία οφείλεις να κάνεις επιλογές. Τι θα συμπεριληφθεί στην αφήγηση; Τι θα αποσιωπηθεί εσκεμμένα και τι θα μείνει απέξω απλώς και μόνο γιατί δεν εξυπηρετεί την οικονομία της αφήγησης; Και μήπως αν διαλέξεις άλλη αφετηρία τελικά γράφεις και μια διαφορετική ιστορία; | Και πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η ζωή είναι κι αυτή κάπως έτσι; Η αφήγηση της ζωής μας, ίσως, μα η ζωή η ίδια δεν διέπεται από αφηγηματικούς νόμους. Πέντε βαρετά, ανάξια λόγου χρόνια σε ένα βιβλίο θα συμπτυχθούν σε μερικές γραμμές. Στη ζωή, όμως, θα πρέπει να τα υποστείς, θα πρέπει να ζήσεις κάθε βαρετή τους μέρα, τη μία μετά την άλλη, χωρίς τη βοήθεια ενός σπλαχνικού μοντέρ. | Ο χρόνος δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Ο χρόνος μεταμορφώνεται δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, συστέλλεται και διαστέλλεται. Περνάει γρήγορα όταν δεν θέλεις να περάσει, λιμνάζει όταν το μόνο που έχεις να περιμένεις είναι να γίνει, επιτέλους, παρελθόν το παρόν σου. | Κι όσο για τη μυθοπλασία, θα σημείωνε εδώ η Φανή (η σύμφωνα με τον Φώτη ιταλοκαλβινίζουσα Φανή), δεν είναι μια καταγραφή της ζωής, μα μια απλοποίησή της, προορισμένη να της δώσει τη δομή που δεν διαθέτει. | Enter the maze.

[προηγούμενη λεπτομέρεια για το τέλος του κόσμου]

…it occured to him that he had, quite literally, been resurrected. But resurrected into what? he wondered. His life had become unfamiliar to him, cold and disquieting. He felt as if time as he knew it had flickered to a close. The world had ended. The oceans had climbed their shores, the buildings had burst out of their windows, and all the old meanings had fallen away. It turned out that the world at the end of time was just like the world at the beginning: a single set of footsteps printing the grass, everything lit with its own newness, a brighter and much, much emptier place.

Κέβιν Μπροκμάιερ, The Illumination

Ένα τετράδιο γεμάτο ερωτικά γράμματα μιας πρότασης αλλάζει χέρια στο Illumination του Κέβιν Μπροκμάιερ (ο οποίος συμπεριλήφθηκε στους καλύτερους νέους Αμερικανούς συγγραφείς σύμφωνα με το Granta)· κάθε κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθεί έναν διαφορετικό άνθρωπο που έτυχε να συναντηθεί μ’ αυτό το τετράδιο [1]. Όλα αυτά σ’ έναν κόσμο που έχει μια σημαντική διαφορά από τον δικό μας: ο σωματικός πόνος είναι φωτισμένος, αφού ανεξήγητα, μια μέρα τα μικρά και μεγάλα τραύματα και οι ασθένειες των ανθρώπων άρχισαν να αναδίδουν φως.

Από συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλίο:

One of the things that attracts me to your writing is the blending of literary fiction with genre elements. There’s often a sci-fi/magical realism bend to your work. Why is that? What inspires you to do that?

I think of myself as working within -or at least aspiring to work within- the very particular tradition of writers whose books I happen to love. Many of those writers are realists, but many others are fantasists, though it’s a toss-up as to whether you’ll find their books shelved with the literary fiction or with the science fiction and fantasy. All of them, though, regardless of their genre affiliations, are authors of tremendous vision, great craft, and a complex and absorbing sense of what it means to be alive. All of them write the kind of books that inspire me to emulation.

Aside from that, I suppose I turn to the fantastic or the magical or the strange or the uncanny so often because I’m the kind of person who sees more clearly when he views the world at a tilt, but also because such methods have provided me with a number of metaphors that seemed potent and beautiful to me, because the imagery of fantasy allows me to write certain kinds of sentences I enjoy writing, and finally, frankly, because I grew up reading a lot of science fiction and there are certain kinds of oddity that simply excite my imagination.

In The Illumination, there’s a beauty to suffering. Since everyone can see what is ailing even the strangers around them, pain is no longer a private and hidden option. It’s exposed and shimmers. Some teenagers even go so far as to deliberately cut themselves so they can see the light. Do you think pain is something that can be beautiful?

I don’t know. What I can tell you is that the book -whose working title was Wounds, until my editor and my agent convinced me that no one would buy a book called Wounds- investigates exactly that question: what if the world suddenly revealed that pain, disease, illness, and injury -all the uglinesses of the human body- were faceted with beauty, like jewels? What if our pain was the most beautiful thing about us? How would that change the way we perceived life and death and one another? How would it change the greater functions of society, or would it change them at all?

At one point in the book, you write: “Everyone had his own portion of pain to carry. At first, when you were young, you imposed it on yourself. Then, when you were older, the world stepped in to impose it for you. You might be given a few years of rest between the pain you caused yourself and the pain the world made you suffer, but only a few, and only if you were lucky.” Are we living in a society where pain is more prevalent than ever?

Honestly, I don’t know that our times are all that different from those that came before. I suspect that the world has always been composed of pain and pleasure, bliss and agony, contentment and discomfort, and in roughly the same proportions as it is today. More to the point, perhaps, before I wrote The Illumination, and while I was working on it, I myself was experiencing more pain -physical pain- and in a less remitting way than I had before. I used the fifth section of the book, Nina’s, to investigate my own encounters with illness: years and years of mouth ulcers that made it painful for me to talk, eat, drink, laugh, and smile. I tried to bring as much lucidity, accuracy, and honesty to Nina’s observations of her malady as I could, and although her story is not really my own, that one aspect of it is. You can consider all the self-pity, querulousness, and desperation she expresses a peculiarly intimate form of journalism.

Μια πρόταση από το βιβλίο, εικονογραφημένη στο πλαίσιο του πρότζεκτ Single Sentence Animations του Electric Literature:

She watched them flare and shimmer through their skin, their bones going off like bombs, every limb a magnificent firework of carbon, phosphorus, and calcium.

Κι ένα τραγούδι από το σάουντρακ του βιβλίου, όπως το κατέγραψε ο Μπροκμάιερ στο μπλογκ Largehearted Boy: το This Could Be My Last Day του Ντιουκ Σπέσιαλ (οι παλιοί θαμώνες του μπλογκ ίσως θυμάστε την δουλειά του Σπέσιαλ για το Book of Illusions του Πολ Όστερ – έγραφα σχετικά εδώ).

A Chronological List of Statements People Made to Me at the Iowa Writers’ Workshop, 1995-1997 | An Illustrated History of the View from Kevin Brockmeier’s Head | Περισσότερα ερωτικά γράμματα της μιας γραμμής στο λογαριασμό που έχει στηθεί για το βιβλίο στο τουίτερ και εδώ | O τίτλος του ποστ είναι φράση από το βιβλίο

[1] Πολλά πρόσφατα βιβλία χτίζονται με μια παρόμοια δομή διηγημάτων που συναποτελούν ένα μυθιστόρημα· πέρα από το Cloud Atlas του Ντέιβιντ Μίτσελ (μια ματριόσκα μυθιστορημάτων, με τον ήρωα του καθενός να διαβάζει με κάποιο τρόπο την ιστορία του προηγούμενου – θα μπορούσε επίσης στην ίδια κατηγορία να υπαχθεί και το ακόμα παλιότερο Ghostwritten του Μίτσελ), το Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν παρακολουθεί ένα πλήθος χαρακτήρων καθώς διασταυρώνονται στη σκιά της βόλτας του ακροβάτη Φιλίπ Πετί πάνω σε ένα σχοινί μεταξύ των Δίδυμων Πύργων· στο Great House της Νικόλ Κράους, ένα γραφείο λειτουργεί ως συνδετικό νήμα των ιστοριών ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών και καταβολών, ενώ κάθε κεφάλαιο του A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν λειτουργεί ως διήγημα που παρακολουθεί έναν διαφορετικό χαρακτήρα για να αφηγηθεί την ιστορία του κεντρικού ήρωα, που ξεκινάει πανκιό και καταλήγει μάνατζερ, και το The Imperfectionists του Τoμ Ράχμαν αφηγείται την γέννηση και την παρακμή μιας ιστορικής αγγλόφωνης εφημερίδας στη Ρώμη μέσα από τις ιστορίες διαφόρων εργαζομένων της, ακόμα και μιας αναγνώστριας· προσθέστε, επίσης, το Things We Didn’t See Coming του Στίβεν Άμστερνταμ, με τα διηγήματα-κεφάλαια να καταγράφουν επεισόδια από την ζωή του κεντρικού χαρακτήρα καθώς προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο μισοκατεστραμμένο από τον ιό της χιλιετίας· φυσικά, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα που ξεχνάω ή δεν έχω διαβάσει.

Το σάουντρακ της βόλτας: Mr Nobody από το The Silent World of Hector Mann, άλμπουμ του Ντιουκ Σπέσιαλ με τραγούδια εμπνευσμένα απ’ τις ταινίες του Έκτορ Μαν.

Η καριέρα του Έκτορ Μαν στο βωβό σινεμά έληξε άδοξα με την μυστηριώδη εξαφάνισή του. To όνομά του ξεχάστηκε, μέχρι που, δεκαετίες αργότερα, άγνωστοι άρχισαν να στέλνουν σε διάφορα κινηματογραφικά μουσεία ανά τον κόσμο κόπιες των ταινιών του.

Ένας καθηγητής, βυθισμένος στη λύπη και στο αλκοόλ μετά τον θάνατο της οικογένειάς του, πετυχαίνει ένα ντοκιμαντέρ για τον βωβό κινηματογράφο σ’ ένα νυχτερινό ζάπινγκ. Τα αποσπάσματα των ταινιών του Έκτορ Μαν που παρακολουθεί τον κάνουν να ξαναγελάσει μετά από πολύ καιρό. Παθιάζεται με τον ηθοποιό και ξεκινά να γράφει ένα βιβλίο για τη ζωή του.

Ο Ιρλανδός Ντιουκ Σπέσιαλ παθιάζεται κι αυτός με τον Έκτορ Μαν και ζητά από φίλους του μουσικούς να του γράψουν από ένα τραγούδι για κάθε ταινία του.

Το τραγούδι του Νιλ Χάνον:

Ο Έκτορ Μαν υπάρχει μονάχα στο οστερικό σύμπαν, και συγκεκριμένα στις σελίδες του The Book of Illusions, μαζί με τις περιγραφές των ταινιών του που αξιοποίησαν ο Ντιουκ Σπέσιαλ και οι φίλοι του για το άλμπουμ.

Την ιδέα μιας από τις ταινίες που περιγράφονται στο βιβλίο, εξάλλου, αναπτύσσει κι ο Όστερ στην ταινία The Inner Life of Martin Frost.

Η ιδέα του StoryCorps: Απλοί άνθρωποι συζητούν με τους αγαπημένους τους, τούς αφηγούνται μια ιστορία από τη ζωή τους. Αυτές οι συζητήσεις καταγράφονται, και δημιουργείται έτσι ένα μεγάλο αρχείο προφορικής ιστορίας.

Όσο λειτουργεί αυτό το πρότζεκτ, χιλιάδες άνθρωποι έχουν πει τις ιστορίες τους. Κάποιες  έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία Listening Is an Act of Love: A Celebration of American Life from the StoryCorps Project (2007) και Mom: A Celebration of Mothers from StoryCorps (2010), ενώ επιλεγμένες ιστορίες μεταδίδονται από τον ραδιοφωνικό σταθμό National Public Radio (NPR). Μπορείτε να ακούσετε τις ιστορίες εδώ.

Μερικές από αυτές τις αφηγήσεις έχουν γίνει όμορφα ταινιάκια:

Q&A: Η συζήτηση του Τζόσουα, 12 ετών, με σύνδρομο Άσπεργκερ, με την μητέρα του. Είμαι ο γιος που ήθελες; Ανταποκρίθηκα στις προσδοκίες σου;

Dannie and Annie: Ο Ντάνι, καρκινοπαθής, και η γυναίκα του, η Άνι, μιλούν για την ζωή που μοιράστηκαν. O Ντάνι πέθανε τη μέρα που μεταδόθηκε η συνέντευξη από το NPR. Οι ακροατές του σταθμού κατέκλυσαν την Άνι με γράμματα, κι εκείνη διαβάζει από ένα τη μέρα, στη θέση αυτών που της έγραφε ο Ντάνι όσο ζούσε:

The Human Voice: Ο Σταντς Τέρκελ λέει μια ιστορία για την ανθρώπινη φωνή:

Germans in the Woods: O Τζόζεφ Ρόμπερτσον μιλά για την πιο θλιβερή ανάμνηση της ζωής του, από όταν ήταν στρατιώτης στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο:

Περισσότερα στο σάιτ του StoryCorps. Και εδώ μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον εμπνευστή του πρότζεκτ (αυτή η συνέντευξη στάθηκε και η αφορμή να ξαναδώ τα ταινιάκια και να τα ανεβάσω εδώ).

(Αξίζει επίσης να ρίξετε μια ματιά και στο True Tales of American Life, βιβλίο του 2001, που προέκυψε από ένα παρόμοιο πρότζεκτ, κι αυτό του NPR: καθημερινοί άνθρωποι από κάθε γωνιά των ΗΠΑ έγραφαν μικρά ή μεγάλα περιστατικά της ζωής τους, σκέψεις κ.ά., και ο Πολ Όστερ διάβαζε τα κείμενα αυτά στο ραδιόφωνο. Ο τόμος True Tales of American Life, σε επιμέλεια του Όστερ, περιλαμβάνει μερικές από αυτές τις ιστορίες.)


Μια σελίδα από το χειρόγραφο του Oracle Night του Πολ Όστερ (2003, ελληνική έκδοση: H Νύχτα των Χρησμών, Ζαχαρόπουλος, 2004), όπως δημοσιεύτηκε το 2003 στο The Paris Review, μαζί με μια εκτενή συνέντευξη του συγγραφέα. Ο Όστερ λέει ότι δουλεύει τα βιβλία του παράγραφο την παράγραφο: μόλις μια παράγραφος ολοκληρωθεί στο χαρτί, την δακτυλογραφεί αμέσως, γιατί αν την αφήσει για αργότερα δεν θα μπορεί να βγάλει άκρη (είναι εμφανές, νομίζω, το γιατί από την εικόνα). Μετά επιστρέφει στο χειρόγραφο για να γράψει την επόμενη παράγραφο, και συνεχίζει έτσι μέχρι να τελειώσει το βιβλίο.

Στο βιβλιαράκι-κόσμημα The Private Lives of Trees του Χιλιανού Αλεχάντρο Σάμπρα, ο ήρωας παραγγέλνει μια τούρτα για τα γενέθλια της κοπέλας του, της Κάρλα – η σχέση είναι στα τελευταία της. Πηγαίνει να την παραλάβει και συγκινείται από την γυναίκα που φτιάχνει τις τούρτες και την μικρή της κόρη.

Αργότερα η Κάρλα του γράφει στον τοίχο με κόκκινη μπογιά: Get out of my house motherfucker. Κι ο άντρας φεύγει. Αναζητώντας καινούργιο σπίτι, βρίσκει στις αγγελίες μια γνωστή διεύθυνση: είναι το σπίτι της γυναίκας με τις τούρτες. Αν και το σπίτι είναι υπερβολικά μεγάλο κι ακριβό γι’ αυτόν, το νοικιάζει και ζει σ’ αυτό με τα βιβλία του κι ένα ταλαίπωρο μπονσάι.

Δύο φίλοι τον επισκέπτονται:

After apologizing for the sad state of the bonsai, Julián told them the story he really wanted to tell them: that he had been in that apartment before, he had met its previous denizens (he used that somewhat pompous word, denizens), a young woman and her daughter. It was easy to discern a mysterious force in his story, a kind of wonder that to his friends seemed revealing.

*

“And that’s why you rented this place,” said Bernadita, with friendly irony. “Out of love for coincidences.”

“No,” responded Julián, ashamed. Forcefully, with even a certain unnecessary violence, he replied: “I rented it because it seemed convenient.”

“Yeah Julián, admit it,” said Sergio. “You rented it because you’ve been reading too much Paul Auster.”

Sergio and Bernadita could not contain their ill-considered laughter. Julián laughed too, but without wanting to, or maybe wishing his friends would leave and come back only when the attack of laughter had passed. Because of that uncomfortable joke, Julián never again read anything by Paul Auster. On more than one occasion, he even advised others against reading Auster, arguing that, except for some pages of The Invention of Solitude, he was nothing more than watered-down Borges.

Παρότι, όμως, ο ήρωας σταματά να διαβάζει Όστερ, ψάχνει επίμονα τη γυναίκα που έμενε στο διαμέρισμά του, κι όταν τη βρίσκει, καταλήγει να παραγγέλνει συνέχεια τούρτες για να μην την χάσει ξανά.

Αυτές οι μικρές και μεγάλες συμπτώσεις που κυριαρχούν στο έργο του Όστερ είναι αλήθεια ότι άλλους τούς μαγεύουν, κι άλλους τούς απωθούν. Για τον Όστερ, δεν είναι παρά ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος.

*Στα ελληνικά κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Αλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι (μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, Πατάκης, 2008). Μερικές ακόμα εμφανίσεις του Όστερ στα έργα άλλων μπορείτε να δείτε εδώ.


We do not grow stronger as the years advance. The accumulation of sufferings and sorrows weakens our capacity to endure more sufferings and sorrows, and since sufferings and sorrows are inevitable, even a small setback late in life can resound with the same force as a major tragedy when we are young. The straw that broke the camel’s back.

Πολ Όστερ, Sunset Park

Μερικές φορές μια εικόνα, μια φράση, μια ιστορία από ένα βιβλίο που διάβασα παλιότερα έρχεται στο μυαλό μου. Είναι κάπως σαν να πετυχαίνω έναν παλιό γνωστό στο δρόμο (σωστότερα: σαν να με πετυχαίνει ένας παλιός γνωστός στο δρόμο, αφού περπατάω εντελώς χαμένη στις σκέψεις μου, οχυρωμένη πίσω από τ’ ακουστικά μου, και δύσκολα παίρνω χαμπάρι ποιος με προσπερνά). Η μνήμη μου είναι ελεεινή, δύσκολα θυμάμαι ονόματα και πρόσωπα, και για λίγο μοιάζω εντελώς χαμένη. Οι ξαφνικές αναλαμπές από παλιά διαβάσματα είναι, συχνά, εξίσου αμήχανες. Πού σε ξέρω εσένα; Και, σαν τις γιαγιάδες στα χωριά: Τίνος είσαι εσύ;

Πριν από καναδυό μήνες είχα άλλη μια τέτοια συνάντηση. Προφανώς βραχυκύκλωσε κάποια απ’ τις συνάψεις στο μυαλό μου και ξαφνικά θυμήθηκα την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού που βρίσκεται στη γαλλική εξοχή. Έχουν αναλάβει, έναντι μικρής αμοιβής, να μένουν σε ένα εξοχικό όσο οι ιδιοκτήτες του απουσιάζουν, και να φροντίζουν τα σκυλιά τους. Tα χρήματά τους είναι λιγοστά· φτάνει μια στιγμή που δεν τους βρίσκονται ούτε ψιλά, και τα τρόφιμα τελειώνουν κι αυτά. Ψάχνοντας στα ντουλάπια βρίσκουν μόνο λίγα κρεμμύδια, λάδι κι ένα κουτί φύλλο. Δεν έχουν άλλη επιλογή, λοιπόν, από το να φτιάξουν κρεμμυδόπιτα – κι όσο τους φτάσει. Μόνο που όταν τη δοκιμάζουν, καταλαβαίνουν ότι θέλει λίγο ψήσιμο ακόμα. Την ξαναβάζουν στο φούρνο αλλά ξεχνιούνται και η κρεμμυδόπιτα καίγεται.

Σ’ αυτό το σημείο, αισθανόμουν σα να έχω θυμηθεί τα πάντα για μια παλιά φίλη -ήταν συμφοιτήτριά μου, της άρεσαν οι Radiohead, είχαμε πάει μαζί στην τάδε συναυλία, φορούσε κάτι κόκκινα σταράκια χειμώνα καλοκαίρι- εκτός από τ’ όνομά της. Σε ποιανού το βιβλίο βρίσκεται αυτή η ιστορία; Σκέφτηκα -μάλλον λόγω Γαλλίας και σκύλων- ότι ίσως είναι από το Black Dogs του Ίαν ΜακΓιούαν. Σκέψη απελπισίας, μια και δεν έμοιαζε με ΜακΓιούαν.

Ούτως ή άλλως, μέχρι να φτάσω σπίτι όπου θα μπορούσα να κατεβάσω το βιβλίο απ’ το ράφι και να το ελέγξω, το είχα κιόλας ξεχάσει.

***

Πριν από μερικές βδομάδες ξεκίνησα να διαβάζω το Collected Stories της Λίντια Ντέιβις. Ο τόμος περιλαμβάνει τα διηγήματα των συλλογών Break Ιt Down (1986), Almost No Memory (1997), Samuel Johnson Ιs Indignant (2001) και Varieties of Disturbance (2007). Η Ντέιβις μου ήταν γνωστή σαν όνομα εξαιτίας του γάμου της με τον Πολ Όστερ· διαβάζοντας διάφορα άρθρα γι’ αυτήν, αλλά και κάποια από τα διηγήματά της που υπάρχουν στο ίντερνετ, καταλάβαινα ότι πρόκειται για αξιοπρόσεκτη περίπτωση -και υποτιμημένη, θα πρόσθεταν πολλοί-, οπότε είπα να την διαβάσω.

Ξεκίνησα το διάβασμα μάλλον ανορθόδοξα: αντί να πάρω τα διηγήματα με τη σειρά, άνοιγα τις σελίδες στην τύχη και διάβαζα όποιο μου χτυπούσε στο μάτι, είτε λόγω του τίτλου (Cockroaches in Autumn, French Lesson I: Le Meurtre, From Below, as a Neighbor), είτε, απλούστερα, επειδή μερικά διηγήματα -αν όντως πρόκειται για διηγήματα- είναι τόσο σύντομα (μια γραμμή, δύο γραμμές) που τα διαβάζεις σχεδόν με μια ανάσα, όπως, για παράδειγμα, το The Busy Road που ακολουθεί:

Ι am so used to it by now
that when the traffic falls silent,
I think a storm is coming.

Κάποτε έφτασα και σ’ ένα διήγημα, το St. Martin, που, με μια διαγώνια ματιά, έμοιαζε να λέει μια γνωστή ιστορία. Ένα ζευγάρι χωρίς χρήματα κάνουν τους επιστάτες σ’ ένα σπίτι στη γαλλική εξοχή και προσέχουν τα σκυλιά των ιδιοκτητών… Κάποτε τα χρήματα τελειώνουν… Ό,τι έχει απομείνει από τρόφιμα στο σπίτι φτάνει για να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα.

The following day, for dinner, we had one sausage. The only money left now was a pile of coins in the living-room table collected from saucers around the house and amounting to 2.97 francs, less than fifty cents, but enough to buy something for dinner the next day.

Then we had no money at all anywhere in the house, and almost nothing left to eat. What we found, when we searched the kitchen carefully, was some onions, an old but unopened box of pastry crust mix, a little fat, and a little dried milk. Out of this, we realised, we could make an onion pie. We made it, baked it, cut ourselves two pieces, and put the rest back in the hot oven to cook a little more while we ate. It was surprisingly good. Our spirits lifting, we talked as we ate and forgot all about the pie as it went on baking. By the time we smelled it, it had burned too badly to be saved.

Το ίδιο βράδυ, σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται ένας φωτογράφος που επισκέπτεται αραιά και πού το ζευγάρι και τους βγάζει για δείπνο. Πριν καν το διαβάσω ολόκληρο, είχα θυμηθεί πια πού είχα ξανασυναντήσει την ιστορία: στο The Red Notebook του Πολ Όστερ.

To The Red Notebook πρωτοδημοσιεύτηκε το 1993 στο Granta. To 1995 κυκλοφόρησε στον ομώνυμο τόμο με κείμενα του Όστερ. Το διήγημα της Ντέιβις, από την άλλη, κυκλοφόρησε το 1997, στη συλλογή Almost No Memory.

***

Το The Red Notebook δεν είναι βιβλίο μυθοπλασίας. Περιλαμβάνει συνεντεύξεις του Όστερ, ένα κείμενο υποστήριξης του φίλου του, του Σαλμάν Ρουσντί, την εποχή του φετβά, κείμενα για την γαλλική ποίηση, ένα κείμενο για τη γνωριμία του Όστερ με τον περίφημο ακροβάτη Φιλίπ Πετί, τον άνθρωπο που περπάτησε σε ένα σύρμα ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους το 1974: ο Όστερ τον είχε πρωτοδεί στη Γαλλία το 1971, και αργότερα μετέφρασε στα αγγλικά το βιβλίο του Πετί, On the High Wire. (Η βόλτα του Πετί είναι ο συνδετικός κρίκος των ιστοριών στο Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν, του οποίου η ελληνική μετάφραση -Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει- κυκλοφόρησε πρόσφατα.) Τα σημαντικότερα, όμως, κείμενα του βιβλίου είναι οι ιστορίες, πραγματικές ιστορίες με οστερική λογική ή, καλύτερα, παραδείγματα λειτουργίας της μηχανικής τής πραγματικότητας (διαβάστε μία απ’ αυτές τις ιστορίες εδώ).

Το περιστατικό με την κρεμμυδόπιτα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου. Η χρονιά είναι το 1973. Το ζευγάρι είναι ο Όστερ και η Ντέιβις, τότε ακόμα νέοι, άγνωστοι και άφραγκοι. Στα χαρτιά, το σχέδιο να μείνουν στο εξοχικό φαίνεται μια χαρά. Θέλουν την απομόνωση για να δουλέψουν τις μεταφράσεις τους και τα ποιήματά τους. Τα λίγα χρήματα που θα τους στέλνουν οι ιδιοκτήτες μαζί με όσα θα κερδίζουν μεταφράζοντας θα τους είναι αρκετά για να τα βγάλουν πέρα.

Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα αποδεικνύονται πιο δύσκολα. Οι πληρωμές για τις μεταφράσεις καθυστερούν κι όταν φτάνουν… δεν φτάνουν. Ο Όστερ καταλήγει να ψαρεύει ψιλά από τους καναπέδες για τα τσιγάρα του:

I remember savage nicotine fits, my body numb with need as I scrounged among sofa cushions and crawled behind cupboards in search of loose coins. For eighteen centimes (about three and a half cents), you could buy a brand of cigarettes called Parisiennes, which were sold in packs of four. I remember feeding the dogs and thinking that they ate better than I did. I remember conversations with L. when we seriously considered opening a can of dog food and eating it for dinner.

Κάπως έτσι έρχεται η στιγμή που ό,τι έχει απομείνει στο σπίτι είναι τα υλικά για την κρεμμυδόπιτα. Βέβαια, ο Όστερ δίνει μερικές διαφορετικές λεπτομέρειες:

The worst moments came for us in the late winter and early spring. Checks failed to arrive, one of the dogs was stolen, and little by little we ate our way through the stockpile of food in the kitchen. In the end, we had nothing left but a bag of onions, a bottle of cooking oil, and a packaged pie crust that someone had bought before we ever moved into the house – a stale remnant from the previous summer. L. and I held out all morning and into the afternoon, but by two-thirty hunger had gotten the better of us, and so we went into the kitchen to prepare our last meal. Given the paucity of elements we had to work with, an onion pie was the only dish that made sense.

After our concoction had been in the oven for what seemed a significant length of time, we took it out, set it on the table, and dug in. Against all our expectations, we both found it delicious. I think we even went so far as to say that it was the best food we had ever tasted, but no doubt that was a ruse, a feeble attempt to keep our spirits up. Once we had chewed a little more, however, disappointment set in. Reluctantly -ever so reluctantly- we were forced to admit that the pie had not yet cooked through, that the center was still too cold to eat. There was nothing to be done but put it back in the oven for another ten or fifteen minutes. Considering how hungry we were, and considering our salivary glands had just been activated, relinquishing the pie was not easy.

To stifle our impatience, we went outside for a brief stroll, thinking the time would pass more quickly if we removed ourselves from the good smells in the kitchen. As I remember it, we circled the house once, perhaps twice. Perhaps we drifted into a deep conversation about something (I can’t remember), but however it happened, and however long we were gone, by the time we entered the house again the kitchen was filled with smoke. We rushed to the oven and pulled out the pie, but it was too late. Our meal was dead. It had been incinerated, burned to a charred and blackened mass, and not one morsel could be salvaged.

Λίγο αργότερα καταφτάνει ο φωτογράφος και πηγαίνει το ζευγάρι για δείπνο σ’  ένα εστιατόριο. O Όστερ κλείνει την ιστορία του ως εξής:

We ate copiously and well, we emptied several bottles of wine, we laughed our heads off. And yet, delicious as that food must have been, I can’t remember a thing about it. But I have never forgotten the taste of the onion pie.

***

Ο Όστερ, όπως είπα παραπάνω, δεν κρύβει ότι η ιστορία είναι πραγματική. Επικεντρώνεται μόνο στην κρεμμυδόπιτα, και στην εμφάνιση του φωτογράφου -ενός ανθρώπου που εμφανιζόταν τόσο ακανόνιστα, ώστε να μην μπορούν να υπολογίζουν σ’ αυτόν για βοήθεια- την κατάλληλη στιγμή.

Η Ντέιβις, από την άλλη, παίρνει το ίδιο περιστατικό και το ντύνει τα ρούχα της μυθοπλασίας. Η ιστορία με την κρεμμυδόπιτα δεν έχει κεντρική θέση στο διήγημά της – είναι απλώς ένα από τα περιστατικά που συμβαίνουν στο ζευγάρι και δείχνει την κατάστασή τους· πιο σημαντική στο St. Martin είναι η εξαφάνιση ενός από τα σκυλιά, κάτι που ο Όστερ αναφέρει μόνο παρεμπιπτόντως στην δική του αφήγηση.

Μάλλον δεν έχει και τόση σημασία: υποψιάζομαι ότι ακόμα κι αν η Ντέιβις ξεκινούσε να αφηγηθεί την ιστορία ως πραγματική, πάλι θα είχαμε δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Το να θυμάσαι και να αφηγείσαι είναι, έως ένα βαθμό τουλάχιστον, μυθοπλασία. Όταν ένα γεγονός περνάει στη μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε αφήγηση. Καθένας απ’ όσους το έζησαν το είδε με τα δικά του μάτια και το φώτισε διαφορετικά, κι έπειτα η μνήμη κι η επανάληψη κάνουν το μοντάζ. Γι’ αυτό κάθε κείμενο είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτοβιογραφικό, και αντίστροφα: δεν είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που είναι.

Ο Ντέιβιντ Σιλντς, στο Reality Hunger: A Manifesto, ένα δοκίμιο που συντίθεται από σπαράγματα κειμένων που έγραψαν -ή αντέγραψαν- άλλοι, γράφει – ή αντιγράφει:

How can we enjoy memoirs, believing them to be true, when nothing, as everyone knows, is as unreliable as memory? [...] the first and most unforgettable thing we learn about memory is that it’s fallible. Memories, we know now, can be buried, lost, blocked, repressed, even recovered. We remember what suits us, and there’s almost no limit to what we can forget.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποτε, σ’ ένα σπίτι στη Γαλλία, ο Όστερ και η Ντέιβις αναγκάστηκαν να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα με ό,τι είχε απομείνει στην κουζίνα, και την έκαψαν· κι ότι αργότερα την ίδια μέρα, ένας φίλος τους φωτογράφος τους έβγαλε για φαγητό. Τα υπόλοιπα, όπως θα έλεγε κι ο Αλεχάντρο Σάμπρα, είναι μυθοπλασία.

[Συνεχίζεται]

I heard this story from Auggie Wren. Since Auggie doesn’t come off too well in it, at least not as well as he’d like to, he’s asked me not to use his real name. Other than that, the whole business about the lost wallet and the blind woman and the Christmas dinner is just as he told it to me.

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

H Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Όγκι Ρεν (Auggie Wren’s Christmas Story) είναι ένα –ακυκλοφόρητο στα ελληνικά– διήγημα του Πολ Όστερ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990. Μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον Όστερ να αφηγείται την ιστορία εδώ, και να τη διαβάσετε εδώ. Την πολύ όμορφη καινούργια έκδοση του Faber & Faber, απ’ όπου και οι φωτογραφίες παρακάτω, εικονογράφησε η  Μαρισόλ Μισέντα (Isol).

Ο Όστερ χρησιμοποίησε την ιστορία αυτή σα βάση για το σενάριο της ταινίας Καπνός (Smoke, Γουέιν Γουάνγκ, 1995), όπου και κινηματογραφήθηκε ολόκληρη για τους τίτλους τέλους. Ακούγεται το τραγούδι Innocent When You Dream του Τομ Γουέιτς:

Σε αυτή τη σκηνή ο Όστερ κάνει και μια καμέο εμφάνιση (τα χέρια που δακτυλογραφούν είναι δικά του). Το όνομα Πολ Μπέντζαμιν που δακτυλογραφείται σαν όνομα συγγραφέα προέρχεται από το πλήρες όνομα του Όστερ (Πολ Μπέντζαμιν Όστερ) και είναι το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, το Squeeze Play (το μυθιστόρημα γράφτηκε σε μια προσπάθεια του Όστερ να κερδίσει χρήματα, και περιλαμβάνεται στην αυτοβιογραφία του).

After all, if you can’t share your secrets with your friends, what kind of a friend are you?

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

Και για το τέλος, μαζί με τις ευχές μου για καλές γιορτές και χρόνια πολλά, ένα  χριστουγεννιάτικο κομμάτι από τον Σκοτ Μάθιου που αγαπώ πολύ:

Αν και υποψιάζομαι ότι θα προτιμούσα να βρίσκομαι στο χριστουγεννιάτικο πάρτι του Μπομπ Ντίλαν:

Υποψιάζομαι ότι πίσω από το βιβλιαράκι μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κρύβεται ό,τι είχα διαβάσει μέχρι να το γράψω, όμως υπάρχουν και μερικά βιβλία στα οποία χρωστάω κάτι παραπάνω:

Το Πλήθος (Α & Β), του Αντρέα Φραγκιά· το Σάββατο Βράδυ στην Άκρη της Πόλης, της Σώτης Τριανταφύλλου· τα The New York Trilogy, Moon Palace, The Book of Illusions και Oracle Night του Πολ Όστερ· και φυσικά το Gravity’s Rainbow του Τόμας Πίνσον, βιβλίο που κατάφερα να διαβάσω ολόκληρο μόνο αφότου τελείωσα το REWIND, κάποια αποσπάσματά του όμως είχαν ήδη καρφωθεί στο μυαλό μου (ένα από αυτά θυμάται ο Πέτρος στη σελίδα 87 του βιβλίου μου).
books&sketches2 (6)books&sketches2 (4)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.