Από τον Αύγουστο του 2004 μέχρι τον Μάρτιο του 2006, το REWIND ήταν μια στοίβα χειρόγραφες Α4 που όλο και ψήλωνε, και αποσπάσματα διάσπαρτα στα τετράδιά μου. Τον Μάιο του 2006, αφού έκανα το μοντάζ των κεφαλαίων, το έγραψα απ’ την αρχή σ’ ένα τετράδιο δεμένο με μπλε ύφασμα.

Κάθε αφηγητής είχε το δικό του χρώμα στιλό, γι’ αυτό και στις σελίδες που βλέπετε παραπάνω υπάρχει μπλε και κόκκινο. Κάποιες διορθώσεις και επισημάνσεις γράφονταν σε κομματάκια χαρτιού. Το αποτέλεσμα ήταν ένα τετράδιο γεμάτο συνδετήρες.
Που επιπλέον θύμιζε λίγο και λεύκωμα, αφού πλάι σε αποσπάσματα από αγαπημένους μου συγγραφείς είχα κολλήσει γραμματόσημα, αυτοκόλλητα, μέχρι και μια απ’ τις πένες που πήρε μια φίλη απ’ τη συναυλία των Walkabouts στο Underworld.

Σε κάποιες σελίδες σκιτσάριζα για να καθαρίσω το μυαλό μου στα διαλείμματα από το γράψιμο:


Όταν έφτασα στο τέλος, έκλεισα το τετράδιο και το άφησα στην άκρη για μερικούς μήνες, πριν αναλάβει μια φίλη να δακτυλογραφήσει το κείμενο: ο στόχος ήταν ν’ αποστασιοποιηθώ όσο περισσότερο μπορούσα, ώστε να το διορθώσω, στη συνέχεια, με καθαρό μυαλό – σοφή συμβουλή του Στίβεν Κινγκ από το Περί Συγγραφής, βιβλίο που μου χρησίμευσε πάρα πολύ.
Ξανάρχισα τη διόρθωση, στο δακτυλόγραφο πια, τον Γενάρη του 2007. Δεν θυμάμαι πόσες φορές το τύπωσα και ξανατύπωσα – παραπάνω από δέκα, σίγουρα: διόρθωνα το τυπωμένο, περνούσα τις αλλαγές στον υπολογιστή, τύπωνα ξανά, φτου κι απ’ την αρχή: μια μικρή οικολογική καταστροφή. Σ’ αυτό το στάδιο, περισσότερα αφαιρέθηκαν, παρά προστέθηκαν. Ο στόχος εξαρχής ήταν το αποτέλεσμα να μην ξεπερνά τις 200 σελίδες.
Αν κάτι έμαθα απ’ όλα αυτά, είναι ότι ποτέ ένα κείμενο δεν είναι αρκετά διορθωμένο· ωστόσο, φτάνει κάποια στιγμή που δεν μπορείς να επέμβεις άλλο (αυτό δεν σημαίνει ότι το κείμενο είναι τέλειο, φυσικά· σημαίνει απλώς ότι εσύ δεν μπορείς να κάνεις κάτι παραπάνω μ’ αυτό). Ακόμα και τότε, το κείμενο δεν είναι ολοκληρωμένο: νομίζω τα βιβλία τελειώνουν μόνο όταν φτάσουν στον αναγνώστη, που τα ξαναγράφει διαβάζοντας.
Και τότε, βέβαια, είναι που βλέπεις καθαρά πόσα έχουν πάει στραβά, όμως δεν είναι στο χέρι σου να τ’ αλλάξεις πλέον.



