Σώχωρα

ktel
Έντεκα το πρωί μιας καλοκαιρινής μέρας που κανένας δεν θα σκεφτεί να καταγράψει στην ώρα της, κι έτσι θα μείνει έρμαιο της μνήμης και των αφηγήσεων, ένας ψηλός ξερακιανός άντρας κατεβαίνει από το καταϊδρωμένο λεωφορείο του ΚΤΕΛ στα Σώχωρα, ορεινό χωριό του νομού Δ., υψόμετρο 720 μέτρα, πληθυσμός 17 ψυχές καταπώς ακούγεται αλλά όχι καταπώς φαίνεται, χωριό που το γνωρίζουν μόνο όσοι κάνουν τη διαδρομή του ΚΤΕΛ προς τα επόμενα χωριά, κι όσοι το διασχίζουν βιαστικοί με τα αγροτικά για άλλους προορισμούς, και ο καθένας μόνο μια-δυο φορές στη ζωή του έχει δει άνθρωπο να περπατά στους δρόμους του, συνήθως έναν γέρο διπλωμένο στα δύο από τα χρόνια που, το ξέρουν αλλά δεν το ομολογούν, αν γυρνούσε να τους κοιτάξει καταπρόσωπο θα πέτρωναν.

Αλλά να τώρα που ο ψηλός ξερακιανός σηκώνεται και λέει «Στάση» και αισθάνονται οι συνεπιβάτες του να απλώνεται ακαριαία από τους κροτάφους ως τα ακροδάχτυλα ηλεκτρισμός, και πασχίζουν να θυμηθούν πότε, αν ποτέ, έχουν οι ίδιοι δει να ξαναγίνεται αυτό, να κατεβαίνει οποιοσδήποτε στα Σώχωρα, αλλά η μνήμη ανασύρει μια μόνο φορά ακόμα –μια άλλη αξιομνημόνευτη μέρα που ωστόσο ούτε εκείνη είχε σκεφτεί κανείς να την καταγράψει στην ώρα της κι έτσι σύντομα πέρασε στη ζοφερή επικράτεια του «Πριν καναδυό χρόνια», όπου αυτά τα καναδυό χρόνια μπορεί να ήταν και δεκαετίες–, όταν στη διαδρομή της επιστροφής προς την πόλη, στο μισοξεχαρβαλωμένο στέγαστρο της στάσης στα Σώχωρα στεκόταν μια γυναίκα, και μάλιστα νέα γυναίκα, όχι ο καμπούρης εκείνος γέροντας, μια γυναίκα που έκανε νόημα στον οδηγό να σταματήσει και ανεβαίνοντας στο λεωφορείο του επέδειξε αντί εισιτηρίου –άρα όχι πριν από καναδυό δεκαετίες, αν είναι αλήθεια, σκέφτεται τώρα ο Κώστας του Ζηρού στη γαλαρία, που θυμάται ότι πριν από καναδυό δεκαετίες ακόμα πλήρωναν εισπράκτορα για τη διαδρομή– ένα κόκκινο πούλι από αυτά που έχουν τα τάβλια, το οποίο ο οδηγός δέχτηκε σαστισμένος, αφού ποτέ σε όλα τα χρόνια του στο ΚΤΕΛ δεν του είχε τύχει να παραλάβει επιβάτη από τα Σώχωρα. Η γυναίκα ανέβασε στο λεωφορείο ένα δερμάτινο βαλιτσάκι που ζήτημα να χωρούσε ένα νυχτικό και μια βούρτσα, κι ένα κομψό κλουβάκι με έναν ζωηρόχρωμο μελισσοφάγο, ράχη και κεφάλι καστανοκόκκινα, σώμα γαλαζωπό, λαιμός αξέχαστα κίτρινος· ο οδηγός δεν την κατσάδιασε να τα βάλει στον χώρο των αποσκευών κάτω παρά την άφησε να πιάσει δύο καθίσματα, ένα αυτή, ένα ο μελισσοφάγος κι η βαλίτσα, και στο λεωφορείο βούιζαν οι ερωτήσεις που θα της έκαναν οι συνεπιβάτες της αν κατάφερναν να ξαναβρούν τη λαλιά τους, αλλά όταν την ξαναβρήκαν, η γυναίκα είχε κατέβει στην πόλη κι είχε τρέξει κι είχε προλάβει να περάσει τη διάβαση και να χαθεί σε ένα σοκάκι και δεν την ξανάδαν, μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν για εκείνη –ότι ήταν ψηλή, ότι δεν ήταν, ότι ήταν ξανθιά, όχι, ήταν καστανή, όχι, τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα με σκόρπια λευκά, ότι φορούσε ένα φόρεμα γκριζογάλανο, όχι, φορούσε ένα μαύρο φόρεμα που μπλάβιζε στο φως, ότι τα νύχια της ήταν μακριά και βαμμένα μαύρα, όχι, τα νύχια της ήταν κοντά και ροζ σαν του παιδιού, ότι σε όλη τη διαδρομή τους έλεγε ότι έφευγε, επιτέλους, για τα καλά από τα Σώχωρα, όχι, σε όλη τη διαδρομή δεν είχε βγάλει λέξη–, έτσι που πλέον όλα τα γύρω χωριά ήξεραν για τη γυναίκα και τον μελισσοφάγο και όσοι είχαν έστω μια φορά περάσει από τα Σώχωρα με το ΚΤΕΛ ισχυρίζονταν ότι κι αυτοί τους είχαν δει, μιαν εκδοχή τους έστω –ανάλογα το χρώμα του φουστανιού και των μαλλιών και της ομιλιτικότητας που είχε αποφασίσει καθένας τους για τη γυναίκα· για τον μελισσοφάγο κανείς δεν είχε να πει τίποτα πέρα από το ότι ήταν στο κλουβί του–, ότι κι αυτοί ήταν στο λεωφορείο, από πεντάχρονα μειράκια έως ογδοντάχρονα γερόντια.

Τώρα, λοιπόν, ο ψηλός ξερακιανός είναι όρθιος στον διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, και κόβει τον κακοκλιματισμένο αέρα του λεωφορείου στα δυο, και ξαναλέει στον οδηγό, «Στάση», ενώ οι συνεπιβάτες κοιτούν πότε τον ξερακιανό, πότε τα κόκκινα κουμπιά της στάσης, πότε τον οδηγό, πότε τον δρόμο έξω να βεβαιωθούν, εδώ είναι Σώχωρα, να η έρημη, μισοξεχαρβαλωμένη στάση, τα ίδια δέντρα που θεριεύουνε αφρόντιστα, ακλάδευτα, τα ίδια αμπαρωμένα σπίτια μαζεμένα σαν γατιά να λιάζονται πίσω από την πλατεία, η ίδια σωχωρίτικη ακινησία και σιωπή, και ο οδηγός αναρριγεί και γυρνά και τον κοιτά, «Εδώ;» ρωτά, και ο ξερακιανός μονάχα γνέφει. Το λεωφορείο σταματά· ο άντρας κατεβαίνει· τεντώνονται στα παράθυρα να προλάβουν μια τελευταία φορά το πρόσωπό του πριν φύγουν (αργότερα ο Κώστας του Ζηρού θα υποστηρίξει ότι είχε μούσι πυκνό κι ο Αλέξης του Καπάνταη ότι στα μάγουλα δεν είχε μήτε σκιά). «Πού πας;» του φωνάζει ο οδηγός, κι εκείνος, τα πόδια του σταθερά δρασκελίζοντας προς την άδεια πλατεία, η γυρισμένη πλάτη του μια τέλεια καστανοκόκκινη ευθεία, το παντελόνι του ανεξήγητα γαλάζιο, απαντά χωρίς να γυρίσει να τους ρίξει ματιά, «Πάω στη θάλασσα».

*Πρώτη δημοσίευση στη σειρά «Ο ήρωας του καλοκαιριού» του Έθνους και στο Fractal.

Σπαθόλουρο

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ειπώθηκε, όταν πέθανε, ότι ήταν μανιώδης του στοιχήματος, κι αυτό ήταν που του κόστισε τη ζωή του, αφού πρώτα κατέστρεψε τη ζωή της οικογένειάς του, παρότι η οικογένειά του παρευρέθηκε σύσσωμη στην κηδεία και δεν έλειψαν μάλιστα και τα δάκρυα («Τι να κάνουν κι αυτοί» σχολίασε κάποια κυρία· ήθελε να προσθέσει ότι και τα καθάρματα όλο και κάποιος βρίσκεται να τα πενθήσει, εφόσον για κάποιους δεν ήταν καθάρματα ή τέλος πάντων ήταν τα δικά τους καθάρματα, δεν πρόλαβε όμως να το πει επειδή κάποιος από παραδίπλα ξερόβηξε κοιτάζοντάς τη με νόημα· έπρεπε να τηρηθεί η ευπρέπεια που ο μακαρίτης είχε μέχρι τέλους αποφασίσει να μην τηρεί, ακόμα και μετά θάνατον να μην του γίνει το χατίρι). Το τελευταίο στοίχημα το είχε βάλει με τον εαυτό του (αυτό, βεβαίως, δεν το γνώριζαν οι μακαρίως ή άλλως πώς πενθούντες): πόσο θα ζήσω ακόμα· ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κοιτούσε εναγωνίως το ρολόι στον τοίχο ενώ δίπλα του η γυναίκα του ακολούθησε το βλέμμα του και μετά γύρισε στον γιο του (τον μεγάλο, ο μικρότερος είχε πάει στην κουζίνα να πιει νερό) «Πάει, χάθηκε»· εννοούσε ότι ο άντρας της είχε πια χάσει την επαφή με τον κόσμο τούτο (τη λίγη που είχε, τέλος πάντων) και ό,τι στερνές κουβέντες είχαν να του πουν θα πήγαιναν στον βρόντο (όπου, βεβαίως, είχαν πάει και όλες οι προηγούμενες)· στον ίδιο βρόντο θα έπρεπε να πάνε, μπαίνοντας από το ένα αφτί και βγαίνοντας από το άλλο, τυχόν στερνές κουβέντες που είχε εκείνος να πει σε αυτούς· όσο για τον τότε ετοιμοθάνατο και νυν μακαρίτη, για λίγο νόμισε πως η γυναίκα του ήξερε τα περί στοιχήματος και αυτό εννοούσε πως είχε χαθεί· πράγμα που δεν ήταν αλήθεια (ότι το ήξερε, αλλά κυρίως το ότι είχε χαθεί), είχε ήδη ζήσει μάλιστα και σχεδόν μισό λεπτό παραπάνω· οπότε, «Όχι» είπε, και με αυτό το όχι τους άφησε, ευχαριστημένος· «Οχιά» είπε ο γιος του, μα ο πατέρας του αυτό δεν το άκουσε.

*Πρώτη δημοσίευση: Ανθρώπινο #2

4 3 2 1

4321
Καινούργιος Πολ Όστερ στα τέλη Ιανουαρίου του 2017: το 4 3 2 1 είναι η ιστορία (ή οι ιστορίες) του Άρτσι Φέργκιουσον, γεννημένου ακριβώς έναν μήνα μετά τον συγγραφέα του, σε 880 σελίδες (πιο πολυσέλιδος Όστερ δεν παίζει να υπάρχει σε κανένα σύμπαν).

Men talking politics

Eliza_Gaskell

Every time you hear a man talking politics, listen to what he says about his wife.

Σάρα Μος,The Tidal Zone

[το εξώφυλλο, από μόνο του ένας λόγος για να αγοράσεις το βιβλίο, είναι πίνακας του ζωγράφου Μάικλ Γκάσκελ. Εδώ μια συνέντευξή του με αφορμή τη δεύτερη θέση που πήρε για αυτό το πορτρέτο στο BP Portrait Award το 2015]

Η καρακάξα

Η γυναίκα του είναι κρεμασμένη πλάι στο τραπέζι· σκαλώνει το φως στο κορμί της και πέφτει μια μακριά σκιά ως τον τοίχο, μαυρίζει την πεσμένη καρέκλα που κλότσησαν τα πόδια της πριν πεθάνει, τα καδράκια που είδαν τα μάτια της πριν πεθάνει, κι από το παράθυρο βλέπει μια καρακάξα καθισμένη στον φράχτη απάνω, μπορεί κι αυτή να την είδε πριν πεθάνει· τις αγαπούσε τις καρακάξες η γυναίκα του, της άρεσαν οι ουρές τους· κομψά πουλιά, του έλεγε, και παρεξηγημένα.

Τα κορν φλέικς μουλιάζουνε μέσα στο γάλα· λίγο ακόμα ν’ αργήσουν τα παιδιά και δεν θα τρώγονται, θα γίνουν χυλός. «Παιδιά, ελάτε», φωνάζει, η φωνή του πολύ σταθερή, βγάζει λέξη τη λέξη με κόπο μην του βγει ψιλή και τ’ ανησυχήσει· το φόρεμά της το ανασαλεύει μια πνοή αέρα· η καρακάξα ανοίγει τα φτερά, απογειώνεται· τα βήματα των παιδιών ακούγονται απ’ τη σκάλα· φτάνει η μέντα απ’ την ανάσα τους, φρεσκοπλυμένα δόντια· στη γωνιά των χειλιών του μικρού έχει μείνει λίγος λευκός αφρός. Σκύβει και με τ’ ακροδάχτυλα τον σκουπίζει, πολύ απαλά, ξαφνιασμένος απ’ την αφή – το δέρμα του γιου μου υπάρχει ακόμα, σκέφτεται· ο γιος μου υπάρχει ακόμα, σκέφτεται· το δέρμα του γιου μου είναι ακόμα ζεστό, σκέφτεται· εγώ είμαι κρύος· κι ο γιος του τον κοιτάζει, «Μπαμπά;» του κάνει, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– τραβάει το χέρι του και του χαμογελά, τάχα ότι είναι εντάξει. Πρέπει να προσέχει, του είπαν, μη φοβηθούν τα παιδιά· μην ταραχτούν πολύ, δεν κάνει· να προσέχει, η ζωή τους να είναι όσο το δυνατόν κανονική, φαγητό στο τραπέζι τις ώρες που πρέπει, ξύπνημα τις ώρες που πρέπει, ύπνος τις ώρες που πρέπει· να τους μιλάει ήρεμα· να μην τους κρύψει πως είναι λυπημένος· να μην τους δείξει πόσο. Δουλειά ταχυδακτυλουργού. Δουλειά γίγαντα. Δουλειά θεού. Μπορεί, αν θέλει,να τους μιλήσει για τον θεό, του είπαν, αλλά με προσοχή: μην πιστέψουν ότι ο θεός τιμώρησε τη μητέρα για κάποια αμαρτία· μην πιστέψουν ότι ο θεός τα τιμωρεί για κάποια αμαρτία, δεν κάνει. «Τι δεν κάνει, μπαμπά;» ρωτάει ο γιος του, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– ψάχνει τη λέξη στα χείλη του, ούτε που το κατάλαβε ότι μίλησε, γεμίζει το ποτήρι του γιου του χυμό και γεμίζει το ποτήρι της κόρης του χυμό και λέει στα παιδιά του «Καθίστε» και τα παιδιά του κάθονται, και κάθεται κι ο ίδιος, και κοιτάζει τα πόδια της – έπεσαν οι παντόφλες της, βγήκαν όπως έπεσε η καρέκλα, μείναν τα δάχτυλά της γυμνά, τα νύχια της βαμμένα ένα βερνίκι κόκκινο, λίγο φθαρμένο στις άκρες· του είπε η αδερφή της πως πριν τη βάλουνε στην κάσα τα ξέβαψαν, γιατί δεν κάνει να βάζουνε τις πεθαμένες στο χώμα με τα νύχια κόκκινα. «Δεν θέλω να πάω σχολείο, μπαμπά», λέει ο γιος του· πρέπει να τον ρωτήσει γιατί· αν τον κοιτάνε τα παιδιά παράξενα, αν λένε τίποτα, αν τον ρωτάνε· αλλά δεν ρωτάει· «Πρέπει να πας», του λέει, και πίνει μια γουλιά καφέ – τα νύχια της κόκκινα, και δεν κάνει· η γυναίκα του νεκρή, και δεν κάνει· τα νύχια τα ξεβάφεις· τους ανθρώπους δεν τους ξεπεθαίνεις· ωστόσο, του είπαν, η ζωή πρέπει να συνεχιστεί· πρέπει να συνεχίσεις, για το καλό των παιδιών σου – κι ο γιος του πίνει μια γουλιά χυμό και δεν επιμένει και η κόρη του λέει, «Εντάξει, μπαμπά, θα πάμε σχολείο», κι αυτός – εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ· κι ακόμα σκέφτεται, η κόρη μου έγινε μάνα μου, γιατί σωπαίνει όσο πρέπει, γιατί όταν μιλάει κάτι στη φωνή της την κάνει να ακούγεται πολύ μεγάλη, κάτι στα μάτια να φαίνεται πολύ μεγάλη, μπορεί να φταίει το φως ή που δεν είναι πολύ στα καλά του, γιατί στην άκρη του ματιού κοκκινίζουν τα νύχια της γυναίκας του.

Ψάχνει με το βλέμμα την καρακάξα, μα καρακάξα δεν φαίνεται. Κάθε πρωί έρχεται και τον κοιτάζει που κοιτάζει τη γυναίκα του. Μετά φεύγει και τον αφήνει με τα παιδιά. Δεν τους έχει πει πως εδώ είναι κρεμασμένη η γυναίκα του, η μάνα τους, εδώ, σ’ αυτό το δωμάτιο. Του είπαν, μην μπεις σε λεπτομέρειες, όχι ακόμα· του είπαν, πες πως ήτανε άρρωστη η μαμά, πως τώρα ξεκουράστηκε, πως είναι σ’ έναν ήρεμο τόπο και από εκεί που είναι τους αγαπάει ακόμα. Ο γιος του ρώτησε όταν του το είπε: «Δηλαδή εδώ δεν ήταν ήρεμα; Γιατί δεν μας το είπε να κάνουμε ήρεμα; Γιατί να μην μας αγαπάει ακόμα από εδώ;» Δεν ήξερε τι να του πει. Δεν του είχαν πει τίποτα να του απαντήσει σ’ αυτό.

Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα κρεμασμένη ανάμεσα στο τραπέζι της κουζίνας και τον τοίχο. Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα πεθαμένη με τα νύχια κόκκινα. Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα με την καρέκλα πεσμένη, τις παντόφλες βγαλμένες, τη θηλιά στον λαιμό. Η γυναίκα μου με αγαπάει ακόμα με το φως να τη δέρνει λοξά από το παράθυρο και τη μάνα της να μου λέει πως εγώ φταίω που. Εγώ φταίω που. Πού φταίω εγώ; Για ποιο πράγμα να ζητήσω συγνώμη και πόσες συγνώμες θα τη φέρουνε πίσω κι από πού να τη φέρουνε πίσω;

Τα παιδιά τρώνε τα κορν φλέικς. Τα μάτια τους πάνω του με προσοχή, άκρη άκρη. Τα μαλλιά του μικρού θέλουνε κούρεμα. Και των δυο τα νύχια, κόψιμο. Προχθές πήγε να κόψει τα νύχια της μικρής – δεν τον άφηνε και δεν επέμεινε, μην τη ζορίσει. Ήταν κι η καρακάξα που φάνηκε εκείνη την ώρα στο περβάζι και κάρφωσε τα μάτια της στο ψαλιδάκι που γυάλιζε. Η κόρη του κοίταξε την καρακάξα και είπε, και κάτι στη φωνή της την έκανε να ακούγεται πολύ μεγάλη, κάτι στα μάτια να φαίνεται πολύ μικρή, «Ωραίο πουλί η καρακάξα, μπαμπά· μην τη φοβάσαι, δεν είναι κακή». «Όχι, καλό μου, δεν είναι κακή, τα πουλιά δεν είναι κακά», της είπε. Η κρεμασμένη γυναίκα του τ’ άκουσε μα δεν μίλησε· η άλλη του γυναίκα, η ζωντανή, θα του ’λεγε, μόλις έφευγε το παιδί, σα μεγαλώσει να της εξηγήσεις ποια πουλιά εννοείς, ότι μόνο τις καρακάξες, τα πουλιά τα φτερωτά εννοείς, και θα γέλαγε. Είχε ωραίο γέλιο η γυναίκα του εκείνη, ως το βάθος των ματιών της έφτανε, αλλά δεν της ήταν αρκετό· τίποτα δεν είναι αρκετό τελικά, σκέφτεται. Στο τραπέζι τού είχε αφήσει ένα σημείωμα· φοβάμαι πως δεν είμαι αρκετή, του έγραφε· να προσέχεις τα παιδιά, του έγραφε· για εσάς θα είναι καλύτερα έτσι, του έγραφε· συγνώμη, του έγραφε, κι εκεί στο συγνώμη τελείωναν όσα είχε να του γράψει ή δεν ήξερε τι άλλο να του γράψει ή δεν είχε κουράγιο να του γράψει εκείνο το άλλο, γιατί όσο της απέμενε το χρειαζόταν για την καρέκλα, και τη θηλιά, κι έτσι άφησε τη συγνώμη χωρίς μια τελεία από δίπλα και το σημείωμα χωρίς τ’ όνομά της και το χαρτί πάνω στο τραπέζι και πάνω στο τραπέζι είχε μείνει ένα βραχιόλι υγρασία από ένα ποτήρι και το χαρτί βράχηκε και τα γράμματα πότισαν.

Μαζεύει τα πιάτα των παιδιών, μεγάλες γαβάθες με τον Σιλβέστερ και τον Τουίτι πάνω, και τ’ αφήνει στον νεροχύτη, ενώ ο αέρας ανασαλεύει το φόρεμά της, ένα μπλε φουστάνι που είχε χρόνια να το φορέσει επειδή είχε παχύνει και δεν της χώραγε, το είχε ξεθάψει τους τελευταίους μήνες που είχε χάσει καμιά δεκαριά κιλά και τ’ άλλα της ρούχα κρεμούσαν πάνω της μέχρι που κρεμάστηκε, ξεθάβονται τα φουστάνια και ξαναζούν, οι νεκροί και να ξεθαφτούνε όχι, δεν ξαναζούν, κι αυτός τώρα λέει στα παιδιά του, «Να είστε καλά παιδιά σήμερα, ήσυχα», και τα καλά, ήσυχα παιδιά του κουνάνε τα κεφάλια πως ναι, αυτό θα κάνουν, και ο καθόλου καλός, καθόλου ήσυχος και καθόλου παιδί πατέρας τους πιάνει από ένα χεράκι σε κάθε χέρι και προσεκτικά διασχίζει την απόσταση έως την πόρτα, πολύ προσεκτικά, μην κι ακουμπήσει την καρέκλα, το φουστάνι, τα νύχια, την κρεμασμένη γυναίκα του, κι όταν η κόρη του ανύποπτη ακουμπάει άκρη άκρη το φουστάνι την τραβάει απότομα, κι εκείνη τον κοιτάζει, στα μάτια πολύ μικρή, στη φωνή ακόμα μικρότερη, «Μπαμπά;» μισορωτάει-μισοπαραπονιέται, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– της ψελλίζει, «Συγνώμη, μωρό μου», κι είναι παρήγορο που μπορεί να της ζητήσει συγνώμη, παρήγορο που ξέρει γιατί της ζητάει συγνώμη, παρήγορο που μπορεί να τον ακούσει κι ίσως ακόμα και να τον συγχωρέσει, παρήγορο μα όχι αρκετό, και βγάζει τα παιδιά του στην αυλή –η καρακάξα πουθενά· πέντε κατακόκκινες παπαρούνες σύρριζα του φράχτη· παραδίπλα η μεγάλη κόκκινη τριανταφυλλιά, το καμάρι της ζωντανής γυναίκας του, το καμάρι της κρεμασμένης· σκέφτεται ότι είναι περικυκλωμένος από κόκκινο· σκέφτεται, θα κοκκινίσει στο τέλος η όρασή μου και θα πεθάνω, αλλά του είπαν πως ούτε να το σκεφτεί να πεθάνει, να κάνει ό,τι κι η κρεμασμένη γυναίκα του, δεν κάνει – και τα βάζει στο αυτοκίνητο και ξεκινάνε για το σχολείο. Του είπαν να μην τ’ αφήνει πολύ μόνα τους τώρα στην αρχή. Μετά ήρθαν άλλοι και του είπαν να συνεχίσει ακριβώς όπως πριν, να τ’ αφήνει τόσο μόνα, όσο ήταν πριν. Σκέφτεται το πριν. Σκέφτεται το τώρα, αυτό το μαύρο το κατάστικτο από κόκκινο, την κρεμασμένη του γυναίκα, την επισκέπτρια καρακάξα. Σκέφτεται ότι δεν ξέρουν τι να του πουν και γι’ αυτό ακριβώς του λένε τόσο πολλά, να καλύψουν την άγνοια, να γεμίσουν τη σιωπή, να προλάβουν την ερώτηση για το μετά. Ποιο μετά; Σκέφτεται ότι ο τόπος είναι γεμάτος απότομες στροφές και γκρεμούς σπλαχνικά άσπλαχνους· θα μπορούσαν να ρουφήξουν το αυτοκίνητο ωραία, τακτικά και γρήγορα και μέσα στο αυτοκίνητο αυτόν, και τον μικρό, και τη μικρή, να τους ξεράσουν σ’ εκείνον τον ήρεμο τόπο όπου η μαμά ξεκουράζεται, απ’ όπου η μαμά τούς αγαπάει ακόμα. Σκέφτεται ότι ο ήλιος παραείναι λαμπρός, οι παπαρούνες παραείναι κόκκινες, τα σπίτια παραείναι όρθια, ότι αυτά που παραείναι θα έπρεπε να είναι αρκετά αλλά δεν είναι, ότι ούτε αυτός είναι αρκετός: τα παιδιά του δεν έχουν ανάγκη αυτόν, μα κάποιον άλλον. Έναν ταχυδακτυλουργό. Έναν γίγαντα. Έναν θεό.

Η διαδρομή είναι μικρή· ο γιος του σφυρίζει· κι η κόρη του απλώνει το χέρι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο και του δείχνει, «Εκεί, μπαμπά, μια καρακάξα».

*Πρώτη δημοσίευση: 15 βγαίνουν με κόκκινο, εκδόσεις Τόπος, 2014.