Η καρακάξα

Η γυναίκα του είναι κρεμασμένη πλάι στο τραπέζι· σκαλώνει το φως στο κορμί της και πέφτει μια μακριά σκιά ως τον τοίχο, μαυρίζει την πεσμένη καρέκλα που κλότσησαν τα πόδια της πριν πεθάνει, τα καδράκια που είδαν τα μάτια της πριν πεθάνει, κι από το παράθυρο βλέπει μια καρακάξα καθισμένη στον φράχτη απάνω, μπορεί κι αυτή να την είδε πριν πεθάνει· τις αγαπούσε τις καρακάξες η γυναίκα του, της άρεσαν οι ουρές τους· κομψά πουλιά, του έλεγε, και παρεξηγημένα.

Τα κορν φλέικς μουλιάζουνε μέσα στο γάλα· λίγο ακόμα ν’ αργήσουν τα παιδιά και δεν θα τρώγονται, θα γίνουν χυλός. «Παιδιά, ελάτε», φωνάζει, η φωνή του πολύ σταθερή, βγάζει λέξη τη λέξη με κόπο μην του βγει ψιλή και τ’ ανησυχήσει· το φόρεμά της το ανασαλεύει μια πνοή αέρα· η καρακάξα ανοίγει τα φτερά, απογειώνεται· τα βήματα των παιδιών ακούγονται απ’ τη σκάλα· φτάνει η μέντα απ’ την ανάσα τους, φρεσκοπλυμένα δόντια· στη γωνιά των χειλιών του μικρού έχει μείνει λίγος λευκός αφρός. Σκύβει και με τ’ ακροδάχτυλα τον σκουπίζει, πολύ απαλά, ξαφνιασμένος απ’ την αφή – το δέρμα του γιου μου υπάρχει ακόμα, σκέφτεται· ο γιος μου υπάρχει ακόμα, σκέφτεται· το δέρμα του γιου μου είναι ακόμα ζεστό, σκέφτεται· εγώ είμαι κρύος· κι ο γιος του τον κοιτάζει, «Μπαμπά;» του κάνει, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– τραβάει το χέρι του και του χαμογελά, τάχα ότι είναι εντάξει. Πρέπει να προσέχει, του είπαν, μη φοβηθούν τα παιδιά· μην ταραχτούν πολύ, δεν κάνει· να προσέχει, η ζωή τους να είναι όσο το δυνατόν κανονική, φαγητό στο τραπέζι τις ώρες που πρέπει, ξύπνημα τις ώρες που πρέπει, ύπνος τις ώρες που πρέπει· να τους μιλάει ήρεμα· να μην τους κρύψει πως είναι λυπημένος· να μην τους δείξει πόσο. Δουλειά ταχυδακτυλουργού. Δουλειά γίγαντα. Δουλειά θεού. Μπορεί, αν θέλει,να τους μιλήσει για τον θεό, του είπαν, αλλά με προσοχή: μην πιστέψουν ότι ο θεός τιμώρησε τη μητέρα για κάποια αμαρτία· μην πιστέψουν ότι ο θεός τα τιμωρεί για κάποια αμαρτία, δεν κάνει. «Τι δεν κάνει, μπαμπά;» ρωτάει ο γιος του, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– ψάχνει τη λέξη στα χείλη του, ούτε που το κατάλαβε ότι μίλησε, γεμίζει το ποτήρι του γιου του χυμό και γεμίζει το ποτήρι της κόρης του χυμό και λέει στα παιδιά του «Καθίστε» και τα παιδιά του κάθονται, και κάθεται κι ο ίδιος, και κοιτάζει τα πόδια της – έπεσαν οι παντόφλες της, βγήκαν όπως έπεσε η καρέκλα, μείναν τα δάχτυλά της γυμνά, τα νύχια της βαμμένα ένα βερνίκι κόκκινο, λίγο φθαρμένο στις άκρες· του είπε η αδερφή της πως πριν τη βάλουνε στην κάσα τα ξέβαψαν, γιατί δεν κάνει να βάζουνε τις πεθαμένες στο χώμα με τα νύχια κόκκινα. «Δεν θέλω να πάω σχολείο, μπαμπά», λέει ο γιος του· πρέπει να τον ρωτήσει γιατί· αν τον κοιτάνε τα παιδιά παράξενα, αν λένε τίποτα, αν τον ρωτάνε· αλλά δεν ρωτάει· «Πρέπει να πας», του λέει, και πίνει μια γουλιά καφέ – τα νύχια της κόκκινα, και δεν κάνει· η γυναίκα του νεκρή, και δεν κάνει· τα νύχια τα ξεβάφεις· τους ανθρώπους δεν τους ξεπεθαίνεις· ωστόσο, του είπαν, η ζωή πρέπει να συνεχιστεί· πρέπει να συνεχίσεις, για το καλό των παιδιών σου – κι ο γιος του πίνει μια γουλιά χυμό και δεν επιμένει και η κόρη του λέει, «Εντάξει, μπαμπά, θα πάμε σχολείο», κι αυτός – εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ· κι ακόμα σκέφτεται, η κόρη μου έγινε μάνα μου, γιατί σωπαίνει όσο πρέπει, γιατί όταν μιλάει κάτι στη φωνή της την κάνει να ακούγεται πολύ μεγάλη, κάτι στα μάτια να φαίνεται πολύ μεγάλη, μπορεί να φταίει το φως ή που δεν είναι πολύ στα καλά του, γιατί στην άκρη του ματιού κοκκινίζουν τα νύχια της γυναίκας του.

Ψάχνει με το βλέμμα την καρακάξα, μα καρακάξα δεν φαίνεται. Κάθε πρωί έρχεται και τον κοιτάζει που κοιτάζει τη γυναίκα του. Μετά φεύγει και τον αφήνει με τα παιδιά. Δεν τους έχει πει πως εδώ είναι κρεμασμένη η γυναίκα του, η μάνα τους, εδώ, σ’ αυτό το δωμάτιο. Του είπαν, μην μπεις σε λεπτομέρειες, όχι ακόμα· του είπαν, πες πως ήτανε άρρωστη η μαμά, πως τώρα ξεκουράστηκε, πως είναι σ’ έναν ήρεμο τόπο και από εκεί που είναι τους αγαπάει ακόμα. Ο γιος του ρώτησε όταν του το είπε: «Δηλαδή εδώ δεν ήταν ήρεμα; Γιατί δεν μας το είπε να κάνουμε ήρεμα; Γιατί να μην μας αγαπάει ακόμα από εδώ;» Δεν ήξερε τι να του πει. Δεν του είχαν πει τίποτα να του απαντήσει σ’ αυτό.

Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα κρεμασμένη ανάμεσα στο τραπέζι της κουζίνας και τον τοίχο. Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα πεθαμένη με τα νύχια κόκκινα. Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα με την καρέκλα πεσμένη, τις παντόφλες βγαλμένες, τη θηλιά στον λαιμό. Η γυναίκα μου με αγαπάει ακόμα με το φως να τη δέρνει λοξά από το παράθυρο και τη μάνα της να μου λέει πως εγώ φταίω που. Εγώ φταίω που. Πού φταίω εγώ; Για ποιο πράγμα να ζητήσω συγνώμη και πόσες συγνώμες θα τη φέρουνε πίσω κι από πού να τη φέρουνε πίσω;

Τα παιδιά τρώνε τα κορν φλέικς. Τα μάτια τους πάνω του με προσοχή, άκρη άκρη. Τα μαλλιά του μικρού θέλουνε κούρεμα. Και των δυο τα νύχια, κόψιμο. Προχθές πήγε να κόψει τα νύχια της μικρής – δεν τον άφηνε και δεν επέμεινε, μην τη ζορίσει. Ήταν κι η καρακάξα που φάνηκε εκείνη την ώρα στο περβάζι και κάρφωσε τα μάτια της στο ψαλιδάκι που γυάλιζε. Η κόρη του κοίταξε την καρακάξα και είπε, και κάτι στη φωνή της την έκανε να ακούγεται πολύ μεγάλη, κάτι στα μάτια να φαίνεται πολύ μικρή, «Ωραίο πουλί η καρακάξα, μπαμπά· μην τη φοβάσαι, δεν είναι κακή». «Όχι, καλό μου, δεν είναι κακή, τα πουλιά δεν είναι κακά», της είπε. Η κρεμασμένη γυναίκα του τ’ άκουσε μα δεν μίλησε· η άλλη του γυναίκα, η ζωντανή, θα του ’λεγε, μόλις έφευγε το παιδί, σα μεγαλώσει να της εξηγήσεις ποια πουλιά εννοείς, ότι μόνο τις καρακάξες, τα πουλιά τα φτερωτά εννοείς, και θα γέλαγε. Είχε ωραίο γέλιο η γυναίκα του εκείνη, ως το βάθος των ματιών της έφτανε, αλλά δεν της ήταν αρκετό· τίποτα δεν είναι αρκετό τελικά, σκέφτεται. Στο τραπέζι τού είχε αφήσει ένα σημείωμα· φοβάμαι πως δεν είμαι αρκετή, του έγραφε· να προσέχεις τα παιδιά, του έγραφε· για εσάς θα είναι καλύτερα έτσι, του έγραφε· συγνώμη, του έγραφε, κι εκεί στο συγνώμη τελείωναν όσα είχε να του γράψει ή δεν ήξερε τι άλλο να του γράψει ή δεν είχε κουράγιο να του γράψει εκείνο το άλλο, γιατί όσο της απέμενε το χρειαζόταν για την καρέκλα, και τη θηλιά, κι έτσι άφησε τη συγνώμη χωρίς μια τελεία από δίπλα και το σημείωμα χωρίς τ’ όνομά της και το χαρτί πάνω στο τραπέζι και πάνω στο τραπέζι είχε μείνει ένα βραχιόλι υγρασία από ένα ποτήρι και το χαρτί βράχηκε και τα γράμματα πότισαν.

Μαζεύει τα πιάτα των παιδιών, μεγάλες γαβάθες με τον Σιλβέστερ και τον Τουίτι πάνω, και τ’ αφήνει στον νεροχύτη, ενώ ο αέρας ανασαλεύει το φόρεμά της, ένα μπλε φουστάνι που είχε χρόνια να το φορέσει επειδή είχε παχύνει και δεν της χώραγε, το είχε ξεθάψει τους τελευταίους μήνες που είχε χάσει καμιά δεκαριά κιλά και τ’ άλλα της ρούχα κρεμούσαν πάνω της μέχρι που κρεμάστηκε, ξεθάβονται τα φουστάνια και ξαναζούν, οι νεκροί και να ξεθαφτούνε όχι, δεν ξαναζούν, κι αυτός τώρα λέει στα παιδιά του, «Να είστε καλά παιδιά σήμερα, ήσυχα», και τα καλά, ήσυχα παιδιά του κουνάνε τα κεφάλια πως ναι, αυτό θα κάνουν, και ο καθόλου καλός, καθόλου ήσυχος και καθόλου παιδί πατέρας τους πιάνει από ένα χεράκι σε κάθε χέρι και προσεκτικά διασχίζει την απόσταση έως την πόρτα, πολύ προσεκτικά, μην κι ακουμπήσει την καρέκλα, το φουστάνι, τα νύχια, την κρεμασμένη γυναίκα του, κι όταν η κόρη του ανύποπτη ακουμπάει άκρη άκρη το φουστάνι την τραβάει απότομα, κι εκείνη τον κοιτάζει, στα μάτια πολύ μικρή, στη φωνή ακόμα μικρότερη, «Μπαμπά;» μισορωτάει-μισοπαραπονιέται, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– της ψελλίζει, «Συγνώμη, μωρό μου», κι είναι παρήγορο που μπορεί να της ζητήσει συγνώμη, παρήγορο που ξέρει γιατί της ζητάει συγνώμη, παρήγορο που μπορεί να τον ακούσει κι ίσως ακόμα και να τον συγχωρέσει, παρήγορο μα όχι αρκετό, και βγάζει τα παιδιά του στην αυλή –η καρακάξα πουθενά· πέντε κατακόκκινες παπαρούνες σύρριζα του φράχτη· παραδίπλα η μεγάλη κόκκινη τριανταφυλλιά, το καμάρι της ζωντανής γυναίκας του, το καμάρι της κρεμασμένης· σκέφτεται ότι είναι περικυκλωμένος από κόκκινο· σκέφτεται, θα κοκκινίσει στο τέλος η όρασή μου και θα πεθάνω, αλλά του είπαν πως ούτε να το σκεφτεί να πεθάνει, να κάνει ό,τι κι η κρεμασμένη γυναίκα του, δεν κάνει – και τα βάζει στο αυτοκίνητο και ξεκινάνε για το σχολείο. Του είπαν να μην τ’ αφήνει πολύ μόνα τους τώρα στην αρχή. Μετά ήρθαν άλλοι και του είπαν να συνεχίσει ακριβώς όπως πριν, να τ’ αφήνει τόσο μόνα, όσο ήταν πριν. Σκέφτεται το πριν. Σκέφτεται το τώρα, αυτό το μαύρο το κατάστικτο από κόκκινο, την κρεμασμένη του γυναίκα, την επισκέπτρια καρακάξα. Σκέφτεται ότι δεν ξέρουν τι να του πουν και γι’ αυτό ακριβώς του λένε τόσο πολλά, να καλύψουν την άγνοια, να γεμίσουν τη σιωπή, να προλάβουν την ερώτηση για το μετά. Ποιο μετά; Σκέφτεται ότι ο τόπος είναι γεμάτος απότομες στροφές και γκρεμούς σπλαχνικά άσπλαχνους· θα μπορούσαν να ρουφήξουν το αυτοκίνητο ωραία, τακτικά και γρήγορα και μέσα στο αυτοκίνητο αυτόν, και τον μικρό, και τη μικρή, να τους ξεράσουν σ’ εκείνον τον ήρεμο τόπο όπου η μαμά ξεκουράζεται, απ’ όπου η μαμά τούς αγαπάει ακόμα. Σκέφτεται ότι ο ήλιος παραείναι λαμπρός, οι παπαρούνες παραείναι κόκκινες, τα σπίτια παραείναι όρθια, ότι αυτά που παραείναι θα έπρεπε να είναι αρκετά αλλά δεν είναι, ότι ούτε αυτός είναι αρκετός: τα παιδιά του δεν έχουν ανάγκη αυτόν, μα κάποιον άλλον. Έναν ταχυδακτυλουργό. Έναν γίγαντα. Έναν θεό.

Η διαδρομή είναι μικρή· ο γιος του σφυρίζει· κι η κόρη του απλώνει το χέρι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο και του δείχνει, «Εκεί, μπαμπά, μια καρακάξα».

*Πρώτη δημοσίευση: 15 βγαίνουν με κόκκινο, εκδόσεις Τόπος, 2014.

[The Year of Orito]

CAM01420sladehouseon the move sacks

I cannot pretend I am without fear. But my predominant feeling is one of gratitude. I have loved and been loved; I have been given much and I have given something in return; I have read and traveled and thought and written. I have had an intercourse with the world, the special intercourse of writers and readers.

Above all, I have been a sentient being, a thinking animal, on this beautiful planet, and that in itself has been an enormous privilege and adventure.

οliver sacks by bill hayes

[A Life Well Lived]

CAM03606h-is-for-hawk6thextinctionCAM01633B41bTZgCIAApWbBCAM01924 CAM02306CAM02336CAM02386CAM02403 CAM02809 CAM03195CAM02276CAM03372

[Και μετά έγινα σαστισμένος λεμούριος για χατίρι του Γιάκομπ ντε Ζουτ]

Novelist David Mitchell, London.

CAM03575

Fairness is for happy people, for people who have been lucky enough to have lived a life defined more by certainties than by ambiguities.

Right and wrong, however, are for—well, not unhappy people, maybe, but scarred people; scared people.

#ForTheLoveOfJude #LispenardStreet #teamHanya

blackhanya