A face

Ανάμεσα στ’ άλλα, το μισοτελειωμένο πρόσωπο της μητριάς του Πέτρου απ’ το REWIND (μεγαλύτερο στην κάτω φωτογραφία):
sketches (24)sketches (22)

Είμαι σίγουρη ότι όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο την έχουν φανταστεί αλλιώς, αλλά για μένα τουλάχιστον είναι κάπως έτσι.

My bookbinding days

codex (2)

Απομεινάρια των ημερών που το είχα ρίξει στην εικαστική βιβλιοδεσία (απόπειρα μετάφρασης του όρου book art/ artist’s book): τέσσερις ασκήσεις στο γιαπωνέζικο κόντεξ, με χοντρό χαρτί και όχι ρυζόχαρτο λόγω τεχνικών δυσκολιών (η δυσκολία ήταν πώς να φτιαχτεί ένα αρκετά σταθερό βιβλίο χωρίς κόλλα και πρέσα).

Σ’ αυτόν τον τύπο δεσίματος, η ραφή της ράχης είναι ορατή, οπότε μπορείς να παίξεις με το σχέδιό της. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις χαρτί είτε κομμένο ακριβώς στο μέγεθος που θέλεις, είτε διπλωμένο στα δύο, αλλά στη δεύτερη περίπτωση (αυτό που έχω κάνει εγώ εδώ) ράβεις το άνοιγμα του διπλωμένου χαρτιού στη ράχη. Έτσι δημιουργείται κάτι σαν φάκελος. Κάνοντας διάφορα κοψίματα μπορείς να παίξεις με τις σελίδες, φτιάχνοντας, π.χ., πλαίσια για πράγματα κολλημένα μεταξύ των σελίδων:

codex (4)codex

Στο βιβλιαράκι της πάνω φωτογραφίας  έχω φτιάξει ανοίγματα που είναι ζωγραφισμένα με κηρομπογιά, σ’ αυτό της κάτω ανοίγματα στο σχήμα πεταλούδας. Και στις δύο φωτογραφίες διακρίνεται το κόψιμο ενός τρίτου βιβλίου.

codex (6)

Η διαδικασία του δεσίματος: 1, 2.

On what might one day become a novel

Work in progress σημαίνει πως καθετί που διαβάζω αυτόν τον καιρό περνάει, είτε το συνειδητοποιώ, είτε όχι, από το φίλτρο του βιβλίου που δουλεύω τώρα.

Σημαίνει, επίσης, ότι καθετί που βλέπω και ακούω γύρω μου (η γριά που γκρινιάζει στο τρόλεϊ, ο συνάδελφος που βγαίνει διάλειμμα για τσιγάρο) μοιάζει να εισβάλλει σε μια σκηνή θεάτρου. Κάποια πράγματα ίσως μείνουν, τα περισσότερα τα πετάω έξω με τις κλοτσιές.

Και σημαίνει ακόμα ότι κάθε τραγούδι που ακούω στο mp3 player συνδυάζεται με μια ορισμένη ατμόσφαιρα. Ακούγοντας ξανά και ξανά τα τραγούδια στη διαδρομή από και προς τη δουλειά κάνω νοητικές εικονογραφήσεις και δοκιμές.

Όταν γυρνάω σπίτι, με περιμένουν μερικά τέρατα:

  • Τέρας νούμερο ένα: η δεύτερη γραφή, ένα παλιό δακτυλόγραφο (παλιό: έχω αλλάξει δυο σπίτια από τότε), καμιά διακοσαριά σελίδες σε γραφομηχανή –ναι, σε γραφομηχανή– από τις οποίες οι περισσότερες είναι γεμάτες χειρόγραφες προσθήκες και διορθώσεις και στη συνέχεια διαγραμμένες με μεγάλα κόκκινα και γαλάζια χι.
  • Τέρας νούμερο δύο: η τρίτη γραφή, ένα κάπως νεότερο δακτυλόγραφο (το τέλειωσα  το 2006, λίγο πριν καταπιαστώ σοβαρά με το REWIND), σε υπολογιστή αυτή τη φορά: 166 σελίδες που όταν τις ξαναδιάβασα ήταν σα να γράφτηκαν από κάποια άλλη Μαρία. Δεν είμαι σίγουρη ότι την γνωρίζω αρκετά καλά, είμαι όμως σίγουρη ότι έτσι και πιάσω κόκκινο στιλό να διορθώσω τις σελίδες δεν θα μείνει τίποτα όρθιο από δαύτην.

Προς το παρόν, αποφεύγω όσο μπορώ τα δύο δακτυλόγραφα, για ν’ αντιμετωπίσω:

  • Το τέρας νούμερο τρία, τετράδιο με σημειώσεις ενός εξαμήνου με ιδέες και δοκιμές για το βιβλίο: δομή, χαρακτήρες, αναφορές, αναγραμματισμοί, πηγές, τίτλοι, αλλαγές σε σχέση με τις πρώτες γραφές. Τα περισσότερα απ’ όσα υπάρχουν μέσα είτε θα μείνουν απέξω είτε –ελπίζω– δεν θα φαίνεται καθόλου ότι χρειάστηκε να έχουν ένα δικό τους τετράδιο πριν πάρουν τη θέση τους στο βιβλίο.
  • Το τέρας νούμερο τέσσερα, τετράδιο με κάποια κεφάλαια του βιβλίου, τα περισσότερα γραμμένα μέσα στον Αύγουστο.
  • Και το τέρας νούμερο πέντε, η συνέχεια του τέσσερα που γράφεται τώρα. Ή αλλιώς, αυτό που ελπίζω να είναι η τέταρτη και οριστική γραφή ενός βιβλίου που γράφεται και ξαναγράφεται διαρκώς από το 1998, αν θυμάμαι καλά.

(Υπάρχουν και τα περιφερειακά τέρατα, σημειώσεις σκόρπιες αποδώ κι αποκεί κι ένας μεγάλος φάκελος γεμάτος τετράδια και χαρτιά, υλικά για ένα τρίτο βιβλίο που με κάποιο τρόπο καταφέρνει και γλιστρά σ’ αυτό εδώ.)

Το REWIND ξεκίνησα να το γράφω κάνοντας ένα διάλειμμα απ’ αυτό το βιβλίο-φάντασμα: σκέφτηκα ότι αν ασχοληθώ με κάτι άλλο θα μπορέσω μετά να επιστρέψω σ’ αυτό με καθαρό μυαλό. Έπιασα λοιπόν όλα τα σκόρπια τέρατα-προγόνους του REWIND που είχα μαζέψει απ’ το 2004 (υπήρχαν κι ακόμα παλιότερα σκόρπια, φυσικά) κι άρχισα να τους αλλάζω ντύσιμο και μακιγιάζ. Το διάλειμμα προέκυψε κάπως μεγαλύτερο απ’ ό,τι υπολόγιζα, τώρα τα παλιά τέρατα ζητούν την εκδίκησή τους.

Τα βλέπετε παρακάτω: τέρας νούμερο δύο, τέρας νούμερο τρία, τέρας νούμερο τέσσερα και τέρας νούμερο πέντε, χαρήκατε για τη γνωριμία.

Υπάρχει μια παραφροσύνη στην όλη διαδικασία της γραφής που νομίζω ότι δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς, απλώς, αν τον τελευταίο καιρό ξεχνάω λίγο περισσότερο ό,τι μου λέτε, σας δυσκολεύω λίγο περισσότερο στη συνεννόηση, σας μοιάζω λιγάκι άρρωστη και άυπνη, τώρα μάλλον έχετε κάποιες υποψίες γιατί συμβαίνουν όλ’ αυτά: στο οκτάωρο της δουλειάς μου προστίθεται το οκτάωρο της άλλης δουλειάς.

ms_new (19)ms_new (10)

Στην πάνω φωτογραφία διακρίνεται το βιβλίο του Τζούνο Ντίαζ The Brief Wondrous Life of Oscar Wao (2007) που διαβάζω αυτές τις μέρες. (Η ελληνική μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά, Η Σύντομη Θαυμαστή Ζωή του Όσκαρ Γουάο, μόλις κυκλοφόρησε από τον Λιβάνη.) Μέχρι στιγμής, το βιβλίο αποδεικνύεται αντάξιο της φήμης του. Ένα εκτενές απόσπασμα, δημοσιευμένο σαν διήγημα το 2000, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Η επιστροφή του Φίλιπ Ροθ στο Ισραήλ

USA Literatur Roth PortraetΣύμφωνα με τον Άαρον Άπελφελντ, συγγραφέα και φίλο του Φίλιπ Ροθ (αλλά και ήρωά του στην Επιχείρηση Σάυλωκ), οι Εβραίοι του Ροθ είναι Εβραίοι χωρίς Ιουδαϊσμό – ο Ροθ δεν γράφει για τη μετανάστευση των Εβραίων στην Αμερική, αλλά για τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζονται ως Εβραίοι οι απόγονοι αυτών των μεταναστών. Οι ιδιότητες του συγγραφέα και του Εβραίου βρίσκονται σε στενό διάλογο στο έργο του Ροθ, ήδη απ’ το Αντίο Κολόμπους: η μία τροφοδοτεί την άλλη και δύσκολα θα υπήρχε ο συγγραφέας χωρίς τον Εβραίο (Πάρις, 1999).

Ο αυτοπροσδιορισμός του Αμερικανοεβραίου δεν είναι διόλου εύκολος, αλλά, στην περίπτωση του συγγραφέα, προστίθεται κι η επιπλέον δυσκολία του πώς να μιλήσει γι’ αυτόν, όταν υπάρχει η εβραϊκή αρχή να μη λες ιστορίες εναντίον των Εβραίων· η σύγκρουση μεταξύ του να λες εβραϊκές ιστορίες και να λες ιστορίες για τους Εβραίους είναι μια σύγκρουση καθοριστική για τον Ροθ. Το έργο του λοιπόν περιλαμβάνει προσεκτικές απόπειρες καταγραφής και εξερεύνησης της σύγκρουσης μεταξύ της εβραϊκής και της αμερικάνικης εμπειρίας του (Πάρις, 1999). Επιπλέον, όμως, ενσωματώνει ακόμα και τις κριτικές που δέχεται σ’ αυτήν την προσπάθεια: στα βιβλία του εισχωρούν οι επικρίσεις, οι ερμηνείες, ακόμα και οι παρερμηνείες κοινού και κριτικών: το πώς να είναι Εβραίος, γράφει η Σόστακ (1997), είναι κεντρικό ζήτημα της μυθοπλασίας του Ροθ σ’ ένα βαθμό και εξαιτίας των παρερμηνειών – εξάλλου, ο ίδιος ο εαυτός δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την αντανάκλασή του στο βλέμμα του άλλου.

Οι κατηγορίες εναντίον του Ροθ συνοψίζονται στο ότι εκμεταλλεύεται τα στερεότυπα που επικρατούν για τους Εβραίους προς τέρψη ενός προκατειλημμένου, «εθνικού» κοινού και απομακρύνεται απ’ την πολιτιστική κληρονομιά των Εβραίων μεταναστών (Πάρις, 1999)· ένας Εβραίος που μισεί τον εαυτό του και τους ομοίους του. Επιπλέον, μια συνολικότερη κατηγορία εναντίον του Ροθ είναι ότι το έργο του ποτέ δεν απομακρύνεται απ’ τον ίδιο κι απ’ τον περίγυρό του (Σόστακ, 1997).

Ο Εβραίος είναι πολλοί Εβραίοι

ShylockΗ Επιχείρηση Σάυλωκ (1993· η ελληνική μετάφραση του Σπύρου Βρεττού κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το 2001) γράφεται μέσα σ’ αυτό το κλίμα των επικρίσεων· ο Ροθ αφηγείται τον δικό του μύθο της επιστροφής στο Ισραήλ απαντώντας στην κριτική αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό.  Όμως ο τρόπος που επιλέγει να διαχειριστεί το θέμα είναι πολύπλοκος, πολυεπίπεδος. Ο Ροθ φτάνει στα άκρα, επιβεβαιώνοντας και υπονομεύοντας ταυτόχρονα την κατηγορία περί συνεχούς αυτοβιογράφησής του: εγκαταλείπει το μυθιστορηματικό άλτερ έγκο του, τον Ζούκερμαν, βάζοντας σε ρόλο πρωταγωνιστή… τον ίδιο τον Φίλιπ Ροθ. Έναν Φίλιπ Ροθ, όμως, σε βαθιά κρίση, που επιπλέον ανακαλύπτει την ύπαρξη ενός doppelganger, ενός σωσία του –αν και ο Ροθ αποφεύγει τη λέξη-, που με το όνομα Φίλιπ Ροθ κηρύττει στο Ισραήλ τη θεωρία του Διασπορισμού, την οποία δηλώνει ότι έχει εμπνευστεί απ’ το έργο του Ροθ.

Έτσι, αν κάνει κάτι σαφές ο συγγραφέας είναι ότι όταν μιλάμε για ταυτότητες η ασάφεια είναι αναπόφευκτη: οι ταυτότητες συγκροτούνται από το λόγο, το εγώ για να υπάρξει απαιτεί ένα εσύ, σύμφωνα και με τις θεωρίες του Μπενβενίστ. (Ενδεικτικός των προθέσεων είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου: A Confession, μια ομολογία, και όχι A Novel.) Πώς όμως μπορούμε να μιλήσουμε για ταυτότητες στην περίπτωση του Ροθ και του σωσία του, όπου τα όρια μεταξύ εγώ και εσύ διαλύονται;

Ο Ροθ, κόντρα στην αφήγηση μιας εβραϊκής ταυτότητας, τοποθετεί την πολλαπλότητα των αφηγήσεων και των ταυτοτήτων, τόσο εντός ενός μοναδικού υποκειμένου, όσο και μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων· πλάι στον υπαρξιακό τρόμο ότι ο σωσίας του σημαίνει τον θάνατό του, ο Ροθ βάζει τον τρόμο ότι ο σωσίας ίσως είναι ο Εβραίος που κατά βάθος είναι ο ίδιος – και σ’ ένα σύστημα πολλαπλών αντανακλάσεων παρουσιάζει διάφορες εβραϊκότητες έναντι μίας. (Μια άλλη «επιχείρηση» που αναλαμβάνει στο βιβλίο είναι η αποδόμηση -με τον τρόπο της αριστοφανικής κωμωδίας, κατά τον Χάρολντ Μπλουμ- της στερεοτυπικής λογοτεχνικής απεικόνισης του Εβραίου: του σεξπιρικού Σάυλωκ, του αιμοδιψούς, αχρείου τοκογλύφου του «Έμπορου της Βενετίας»).

Επιπλέον, ο Ροθ αρνείται ν’ αποκαλύψει το σημαντικότερο επεισόδιο του βιβλίου: την «επιχείρηση Σάυλωκ» που υποτίθεται ότι αναλαμβάνει για λογαριασμό της Μοσάντ αλλά, υπακούοντας στον εντολοδότη του, Σμάιλσμπεργκερ, διαγράφει απ’ το τελικό κείμενο (η  Σόστακ πάντως διευκρινίζει ότι τέτοιο κεφάλαιο δεν υπάρχει στα χειρόγραφα του Ροθ που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Η άρνηση αυτή και η εκλογίκευσή της υποδεικνύει για τη Σόστακ τις πιέσεις που σχετίζονται με την εβραϊκή ταυτότητα, τις αντιφατικές επιθυμίες να επιβεβαιωθεί και να ξεγλιστρήσει η εβραϊκή υποκειμενικότητα, να οριστεί και να ανατραπεί, ειδικά σε σχέση με το εβραϊκό έθνος-κράτος.

Το βιβλίο ενσωματώνει όλη την εβραϊκή ιστορία του 20ού αιώνα, από τη διασπορά στην Αμερική, το Ολοκαύτωμα, μέχρι τη δημιουργία και την ισχυροποίηση του κράτους του Ισραήλ που ο σωσίας -ειρωνικά μετονομασμένος, σε μια προσπάθεια του χαρακτήρα Φίλιπ Ροθ να τον καταστήσει ακίνδυνο, σε… «Μωυσή Πίπικ», δηλαδή Μωυσής Αφαλός, ένα όνομα που υπογραμμίζει ταυτόχρονα τη γέννηση αλλά και τον αφανισμό της εβραϊκότητας- προσπαθεί να διαλύσει με τη θεωρία του Διασπορισμού: η εβραϊκότητα, σύμφωνα με τον Σάστερμαν, για να υπάρξει, προϋποθέτει τόσο την εξορία, τη ζωή στη Διασπορά (golah), όσο και την επιστροφή στο Ισραήλ (aliyah) – η μία τροφοδοτεί την άλλη, αλλά καμία δεν είναι σημαντικότερη απ’ την άλλη: για την ακρίβεια, ο εβραϊκός μύθος της επιστροφής απαιτεί για να υπάρξει την εξορία (Σόστακ, 1997). Για ν’ αποφευχθεί όμως ένα νέο Ολοκαύτωμα -τις συνθήκες για το οποίο δημιουργεί η ίδια η ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ-, αλλά και η αντίφαση της εφαρμογής στους Παλαιστίνιους των διωγμών που οι ίδιοι υπέστησαν από τους Χριστιανούς, ο Πίπικ προτείνει μια αντίστροφη κίνηση: οι Εβραίοι να φύγουν απ’ το Ισραήλ, να επιστρέψουν στη Διασπορά, αφού για να είναι Εβραίοι πρέπει η συνθήκη της εξορίας να διαιωνιστεί· η διαιώνισή της όμως θέτει σε κίνηση την πορεία αφανισμού της εβραϊκότητας –η τελική λύση του Χίτλερ απ’ την ανάποδη- μέσω της αφομοίωσης του εβραϊκού στοιχείου στη Διασπορά.

Ειδικά για τους Αμερικανοεβραίους, η εβραϊκότητα είναι μια αμφιλεγόμενη ιδιότητα. Ποια είναι τα προαπαιτούμενά της; Η ίδια η θρησκευτική πίστη δεν είναι – η καταγωγή από Εβραία μητέρα είναι· το ίδιο και μια συναίνεση σε εβραϊκές πρακτικές. Για τους απόγονους των μεταναστών, που ζουν στη σκιά μιας ιστορίας για την οποία δεν είναι υπόλογοι, στη  σκιά ενός Ολοκαυτώματος που δεν το έζησαν οι ίδιοι, και μέσα σε μια νέα κουλτούρα (αυτή των ΗΠΑ) η οποία επίσης τους προσδιορίζει, η ίδια η ύπαρξη του ισραηλινού κράτους είναι μια πηγή εσωτερικής σύγκρουσης. Κόντρα στη στερεοτυπική εικόνα του ενοχικού, εσωτερικά πολυδιασπασμένου Αμερικανοεβραίου, που ενώ μοιάζει αφομοιωμένος και ελεύθερος, τελικά είναι αμφίβολο πόσο απελευθερωμένος είναι, ο Ροθ τοποθετεί τον Σμάιλσμπεργκερ, τον Ισραηλινό Εβραίο, πλήρως –και κυνικά- συμφιλιωμένο με τον εαυτό του, που μοιάζει, για λίγο, να εκπροσωπεί μια «ουσιώδη» εβραϊκότητα (Σόστακ, 1997)· και σε μία αντιθετική, αλλά και συμπληρωματική εκδοχή της εβραϊκότητας  (Πάρις, 1999) ο Ροθ τοποθετεί στο βιβλίο τον φίλο του, τον Άαρον Άπελφελντ, επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, συγγραφέα που όλο το έργο του εκπορεύεται από το ότι έζησε το Ολοκαύτωμα –εν αντιθέσει με τον Ροθ που θα μπορούσε κανείς να πει ότι γράφει επειδή δεν το έζησε-, Εβραίο ιστορικά προσδιορισμένο – που, επιπλέον, ως υπαρκτό πρόσωπο εντείνει την ψευδαίσθηση του μη μυθοπλαστικού της Επιχείρησης Σάυλωκ (Σόστακ, 1997). Έτσι, υποδεικνύεται ξανά ότι υπάρχουν παράλληλες εβραϊκές ταυτότητες κόντρα σε μια ομοιογενή «εβραϊκότητα».

Στην Επιχείρηση Σάυλωκ ο Ροθ ομολογεί ότι ο Εβραίος -ακόμα κι αν η εβραϊκή ταυτότητα δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποια «ουσία»- είναι βαθιά ριζωμένος μέσα του και χωρίς αυτόν δεν θα ήταν συγγραφέας. Δεν αρνείται την ταυτότητά του, παρά εξερευνά την πολυφωνία και πολυσημία της, αναζητώντας έναν τρόπο να είναι Εβραίος και Αμερικανός ταυτόχρονα.

Πηγές

  • Roth, Philip, 1993. Operation Shylock: A Confession. New York: Simon.
  • Parrish, Timothy L., 1999. Imagining Jews in Philip Roth’s “Operation Shylock”, Contemporary Literature, 40, 4, 576-602.
  • Shostack, Debra, 1997. The Diaspora Jew and the “Instinct for Impersonation”: Philip Roth’s “Operation Shylock”, Contemporary Literature, 38, 4, 726-754.

*Το κείμενο αυτό, με τίτλο Ο Φίλιπ Ροθ και η εβραϊκότητα, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 497, Ιούνιος 2009), στο πλαίσιο του αφιερώματος στον συγγραφέα που επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος.

Το βιβλίο των άλλων

rewind_ms (6)

“We exist for ourselves, perhaps, and at times we even have a glimmer of who we are, but in the end we can never be sure, and as our lives go on, we become more and more opaque to ourselves, more and more aware of our own incoherence. No one can cross the boundary into another – for the simple reason that no one can gain access to himself.”

Πολ Όστερ, The New York Trilogy: The Locked Room

Διάβαζα εδώ για την εμπειρία ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής – αφορά κυρίως την πρώτη έκθεση ενός κειμένου σ’ άλλα αφτιά και μάτια. Απηχεί αρκετές σκέψεις που κάνω διαβάζοντας ή ακούγοντας τα σχόλια για το βιβλίο μου (μια και αρκετοί φίλοι και γνωστοί είχαν μέχρι στιγμής την καλοσύνη να μου πουν μια γνώμη). Είναι παράξενο: συχνά έχεις την εντύπωση ότι το βιβλίο σου ο αναγνώστης το μεταμορφώνει, το προσαρμόζει στον εαυτό του. Μ’ αυτή την έννοια είναι κάπως δύσκολο να πεις αν τελικά πρόκειται για δικό σου ή δικό του βιβλίο: το σωστότερο θα ήταν να μιλήσεις για συνδημιουργία, όσο κι αν αυτό είναι από ναρκισσιστική σκοπιά κάπως άβολο.

Mερικοί δεν γνωρίζουν τη μουσική στην οποία αναφέρομαι και ψάχνουν να βρουν τα τραγούδια (κάτι που βρίσκω όμορφο, κι είναι ένας λόγος που επέμενα να υπάρχουν οι συγκεκριμένες αναφορές στο βιβλίο, όπως είναι κι ένας λόγος που τις παραθέτω κι εδώ, στο μπλογκ). Άλλοι προσπαθούν ν’ αναγνωρίσουν στοιχεία που θεωρούν δικά μου: και επειδή, όπως διευκρινίζει και ο Πολ Όστερ στο απόσπασμα από το Locked Room που ανοίγει το βιβλίο (το απόσπασμα που βρίσκεται στην αρχή του ποστ) κανένας δεν μπορεί να γνωρίσει απόλυτα τους άλλους, όπως δεν μπορεί να γνωρίσει απόλυτα και τον ίδιο του τον εαυτό, καθένας, με βάση και την σχέση που έχει μαζί μου, βρίσκει (ή ακόμα και φαντάζεται, κάτι που είναι μερικές φορές τρομακτικό) διαφορετικά κομμάτια μου μέσα στο REWIND. Συχνά -κι αυτό είναι ίσως το γοητευτικότερο- κάποιοι αναγνωρίζουν δικά τους στοιχεία στο βιβλίο (μερικοί είναι σίγουροι ότι είναι βαλμένα επίτηδες, σαν κλείσιμο του ματιού: νομίζω στην πιο δύσκολη θέση βρέθηκε μια παλιά μου συγκάτοικος, που πίστεψε ότι η συγκάτοικος του Πέτρου ήταν εκείνη – κάτι που από το δικό μου μυαλό δεν είχε περάσει καν).

Επιπλέον, κάθε αναγνώστης ξεχωρίζει διαφορετικά πράγματα. Στοιχεία που θεωρούσα επίφοβα, σελίδες που το γράψιμό τους το νόμιζα αδέξιο, για κάποιους είναι δυνατά σημεία του βιβλίου, και αρκετές απορίες που ακούω δεν τις είχα προβλέψει – ενώ απορίες που περίμενα δεν έχουν εκφραστεί ή τουλάχιστον δεν τις έχουν τόσοι, όσοι θα περίμενα (για παράδειγμα, το κόκκινο κουτί). Υπάρχει κι ένας μικρός διχασμός, που δεν μου έχει εξηγηθεί ακόμα αρκετά, για το τέλος:  άλλοι θεωρούν ότι οι τελευταίες σελίδες, Το ασημί ψαράκι, θα μπορούσαν να λείπουν, και άλλοι πιστεύουν ότι το βιβλίο δεν κλείνει εκεί και θα έπρεπε να υπάρχει κάτι ακόμα (φυσικά, διαφωνώ μ’ αυτό το τελευταίο -εμφανές, αφού σταμάτησα το βιβλίο εκεί που το σταμάτησα- αλλά δεν μου πέφτει λόγος πια).

rewind_ms (12)

Οι φωτογραφίες είναι από το τελικό χειρόγραφο του βιβλίου (βλέπε το σχετικό ποστ). Στην πάνω φωτογραφία, ένα ακόμα από τα σκίτσα. Ο στίχος How did you make me go this far? είναι από το Until the Morning Comes των Tindersticks (Waiting for the Moon, 2003). Στην κάτω φωτογραφία, οι τίτλοι από το τέλος του χειρόγραφου.

Το σάουντρακ ενός βιβλίου, #7

Αυτό είναι το τελευταίο ποστ της σειράς με τις άμεσες μουσικές αναφορές του REWIND. Υπάρχουν ακόμα κάποιες μουσικές αναφορές -όπως αυτή στον Νικ Κέιβ, για την οποία έγραφα εδώ-, αλλά όχι σε συγκεκριμένα τραγούδια. Επιπλέον, υπάρχουν και κάποια κρυφά κομμάτια, δηλαδή τραγούδια που μου χρησίμευσαν σα σάουντρακ στο στήσιμο τμημάτων του βιβλίου αλλά δεν αναφέρονται – θα γράψω και γι’ αυτά.

Chris Eckman

Οι Walkabouts ξεκίνησαν το 1984, παίζοντας φολκ με ολίγη από πανκ. Αν και βάση της μπάντας είναι -ή τουλάχιστον ήταν, τότε- το Σιάτλ, η έκρηξη του γκραντζ τους άφησε μάλλον αδιάφορους (ήταν μάλιστα η πρώτη μη γκραντζ μπάντα που υπέγραψε στη Sub-Pop). Κινήθηκαν περισσότερο σε φολκ, κάντρι και μπλουζ διαδρομές, επηρεασμένοι από τον Νιλ Γιανγκ, τον Τζόνι Κας και τον σπουδαίο, αλλά λιγότερο γνωστό Τάουνς Βαν Ζαντ, αλλά και από τη Νίνα Σιμόν, τον Σκοτ Γουόκερ κ.ά. Χωρίς να έχουν κάνει ποτέ πραγματικά μεγάλη επιτυχία, είναι περισσότερο γνωστοί στην Ευρώπη και διατηρούν στενούς δεσμούς με την Ελλάδα.

Έχω ήδη αναφερθεί σ’ ένα τραγούδι των Chris & Carla -των τραγουδιστών (και βασικότερων μελών) των Walkabouts, δηλαδή, οι οποίοι ηχογραφούν και ως ντουέτο-, το Sleep Will Pass Us By της σελίδας 89 του REWIND. Οι Walkabouts εμφανίζονται στη σελίδα 191, μ’ ένα στίχο του τραγουδιού Radiant (Ended Up a Stranger, 2001) που χρησιμεύει σαν εναλλακτικός τίτλος της ενότητας Το τζάμι: Love will not kill you, but wisdom sure will. Μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι εδώ.

Οι στίχοι:

Radiant ghost
love you the most
call me from the next town
call me when you lie down

Were you drownin
or just wavin’?
as you pulled away
pulled away

Home is the one thing
that winds us in wire
Home is the one thing
you can’t face alone

If the glow of the ember
helps you to remember
don’t let them go
don’t let them go

So many stars and still we starve

Don’t you tire of this hunger?
Of the spirit that you’ve spent
It’s a wasted road, we wander
when only one love
is radiant

Radiant skin
touch me again
love will not kill you
but wisdom sure will

Last night I saw the ghosts
jumpin’ from the train
chased them as they walked away
asked them if they knew your name

Ο στίχος So many stars and still we starve είναι μετάφραση του Τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ, που ανοίγει την ποιητική συλλογή Εγχειρίδιο Ευθανασίας (1979) του Τάσου Λειβαδίτη (βρίσκεται στον τρίτο τόμο των απάντων του ποιητή που έχει εκδόσει ο Κέδρος).

Τους πρωτογνώρισα τo 1996, ακούγοντας στο ραδιόφωνο κάποια τραγούδια από το Devil’s Road που είχαν βγάλει τότε (The Light Will Stay On, Rebecca Wild, Cold Eye και Forgiveness Song). Ακούγοντας το Radiant, μου καρφώθηκε στο μυαλό η εικόνα μιας οικογένειας στο τραπέζι: μητέρα, πατέρας, γιος και μια άγνωστη γυναίκα. Είναι τόσο καιρό ακίνητοι, που το φαγητό μπροστά τους έχει μουχλιάσει κι οι ίδιοι έχουν καλυφθεί από ιστούς αράχνης. Αν και η περιγραφή αυτής της εικόνας δεν υπάρχει στο REWIND, είναι μια από τις αφετηρίες του.

Carla_Torgerson

Chris&Carla09

Sketches

sketches (4)
Αριστερά, από μια φωτογραφία του Μπομπ Ντίλαν, δεξιά, από μια φωτογραφία της Μπγιόρκ. Έχω εμφανές κόλλημα με τα πρόσωπα, και ειδικά τα μάτια, και μια ακατανίκητη τάση να μακραίνω τις μύτες – αυτό το τελευταίο παλιά ισχυριζόμουν ότι είναι μοντιλιανική επιρροή, όχι γιατί το πίστευα, αλλά γιατί νόμιζα ότι ήταν κουλ. Κάποτε μάζευα στοίβες ολόκληρες από περιοδικά μόνο και μόνο για να βρίσκω πρόσωπα.

ΥΓ. Φυσικά και δεν βλέπετε την ομοιότητα, ότι τα αντέγραψα από τις φωτογραφίες είπα, όχι ότι τα πέτυχα κιόλας.