Night train

Στην τελευταία ιστορία του Ghostwritten του Ντέιβιντ Μίτσελ όλα διαδραματίζονται με άξονα μια ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο Νυχτερινό Τρένο. Δεν ξέρω αν η Μαλίνα εμπνεύστηκε τον τίτλο της δικής της εκπομπής από το βιβλίο, ξέρω όμως ότι απόψε θα είμαι φιλοξενούμενη εκεί, με καλή παρέα και μπόλικα αγαπημένα τραγούδια.  Στις έντεκα, στον Chimeres fm.

Τα όρια των λέξεων

JonathanSafran FoerΌταν ο (γεννημένος το 1977) Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το Everything is Illuminated, δίχασε: από τη μία, ενθουσιασμός –εκφρασμένος και από σπουδαίους γραφιάδες, όπως ο Απντάικ και ο Ρουσντί–, από την άλλη δυσπιστία: τι ήταν αυτό το μυθιστόρημα; Ένα ολοκληρωμένο, παρά τη νεαρή ηλικία του δημιουργού του, ιδιοφυές οικοδόμημα, ή μήπως πύργοι στην άμμο ενός παιδιού, οπωσδήποτε ιδιοφυούς, αλλά που ακόμα παίζει με τα κουβαδάκια του – απαιτώντας να θαυμάσουμε το παιχνίδι του σαν να ήταν πραγματικό έργο;

Τo Everything is Illuminated (που γυρίστηκε και ταινία, με τον Ελάιτζα Γουντ και τον Γιουτζίν Χατζ των Gogol Bordello) μ’ ένα λόγο αξιοποιούσε τεχνικές και τεχνάσματα με τρόπο που σε κάποιους φάνηκε επιτηδευμένος κι εξυπνακίστικος, πυροτέχνημα εντυπωσιασμού. Εντέλει όμως δεν ήταν: απόδειξη, το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα, κι αυτό πριν καν φτάσει τα τριάντα: το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά (Extremely Loud & Incredibly Close) του 2005, που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι, σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά είναι ένα μυθιστόρημα για την 11η Σεπτεμβρίου, ένα θέμα που νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περίμενε κανείς άρχισε να αποτυπώνεται στην κουλτούρα, τόσο την αμερικάνικη, όσο και την παγκόσμια· προηγήθηκε, μάλιστα, σχετικών έργων από συγγραφείς πιο έμπειρους και καταξιωμένους, όπως ο Ντον ΝτεΛίλο, η Σίρι Χούστβεντ και ο Πολ Όστερ (Falling Man, The Sorrows of an American και Man in the Dark, αντίστοιχα).

Σε μια κίνηση που τον διαφοροποιεί από τους προαναφερθέντες, ο Φόερ επιλέγει να παρακολουθήσει την ιστορία του μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού, του εννιάχρονου Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι ένα πανέξυπνο, γεμάτο φαντασία παιδί. Δηλώνει ντετέκτιβ, συλλέκτης, χορτοφάγος, εφευρέτης κι ένα σωρό άλλα πράγματα· λύνει τις απορίες του ψάχνοντας στο Google, ντύνεται μόνο στα λευκά και κυκλοφορεί παίζοντας ένα ντέφι για να ηρεμεί – μια επιλογή που, σε συνδυασμό με το όνομα του μικρού ήρωα, φέρνει στο νου το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας. Οι επινοήσεις του Όσκαρ (όπως ασθενοφόρα που προβάλλουν στους ασθενείς τα παρηγορητικά λόγια των περαστικών, γνωστών και αγνώστων, αλλά και στους περαστικούς μηνύματα για την πορεία της υγείας των ασθενών) είναι εντυπωσιακές μέσα στην παιδικότητά τους· όμως όλ’ αυτά περιστρέφονται γύρω από εκείνη τη μέρα: γιατί ο Όσκαρ είναι, επίσης, ένα βαθιά πληγωμένο παιδί. Ο πατέρας του βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου· γυρνώντας στο σπίτι νωρίτερα, ο Όσκαρ άκουσε ένα προς ένα τα μηνύματα που ο παγιδευμένος άντρας άφηνε στον τηλεφωνητή του σπιτιού του λίγο πριν το τραγικό τέλος του. Γιατί δεν σήκωσε ο Όσκαρ τ’ ακουστικό για ν’ ανταλλάξει δύο τελευταία λόγια με τον πατέρα του; Γιατί ο πατέρας του δεν φρόντισε να διαβεβαιώσει σ’ αυτά τα μηνύματα τους δικούς του ότι τους αγαπά; Ο Όσκαρ αντικαθιστά τη συσκευή του τηλεφωνητή με μιαν άλλη· κρύβει την παλιά στα πράγματά του για να προστατεύσει τη μητέρα του απ’ αυτά τα μηνύματα, όμως ποιος θα προστατεύσει τον ίδιο;

Ένα χρόνο αργότερα, ο Όσκαρ εμποδίζει τη μητέρα του να συνάψει νέους δεσμούς, φοβούμενος ότι ψάχνει έναν αντικαταστάτη του πατέρα του· κι ενώ η πολυαγαπημένη του γιαγιά μοιάζει να οδεύει προς την τρέλα (επικαλείται την παρουσία ενός νοικάρη –που ούτε ο εγγονός, ούτε η νύφη της έχουν δει ποτέ– στο σπίτι της), ο μικρός ανακαλύπτει στα πράγματα του πατέρα του ένα κλειδί μέσα σ’ έναν φάκελο που γράφει Μπλακ, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει τόσο το χρώμα (μαύρο) όσο κι ένα επώνυμο (Μαύρος). Ο Όσκαρ καταλήγει ότι πρόκειται για επώνυμο, και ξεκινά μια συναρπαστική αναζήτηση όλων των Μπλακ της Νέας Υόρκης, για ν’ ανακαλύψει ποια κλειδαριά ανοίγει το κλειδί.

Η επιλογή του Φόερ ν’ αφηγηθεί την ιστορία μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού απογειώνει το μυθιστόρημα, δίνοντάς του μια παιγνιώδη διάθεση (υπάρχουν αποσπάσματα που είναι οδυνηρά αστεία, άλλα που είναι οδυνηρά τρυφερά· υπάρχουν, τέλος, και αρκετές σπαρακτικές στιγμές) και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για να ξεδιπλωθεί μια οργιαστική, απολαυστική φαντασία: ένας ύμνος στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν (ή δεν είναι αρκετές)

Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντάΥπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο, σε αξιοσημείωτη αρμονία με την πρώτη: η ιστορία της γιαγιάς και του παππού του Όσκαρ, ανθρώπων που ξεβράστηκαν στην Αμερική μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, κουβαλώντας τις δικές τους πληγές. Ο παππούς, συνονόματος του εγγονού, φτάνοντας στις ΗΠΑ έχασε, λέξη τη λέξη, τη δυνατότητα της ομιλίας· κατέληξε να κυκλοφορεί μ’ ένα τετράδιο μόνιμα στο χέρι, όπου έγραφε μικρές φράσεις για να μπορεί να επικοινωνήσει.

Ο γάμος αυτών των δύο ήταν εξαρχής ένας συμβιβασμός: χτίστηκε πάνω στον πόνο, και σε συμφωνίες, οι περισσότερες άρρητες, που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια πολύ εύθραυστη ισορροπία. Το διαμέρισμα του ζευγαριού έγινε ένας χάρτης όπου το υπαρκτό συνόρευε με νεκρές ζώνες, για τις οποίες από ένα σημείο κι έπειτα δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των συζύγων. Ώσπου η γυναίκα σπάει την πιο σημαντική συμφωνία, τη συμφωνία με την οποία έγινε ο γάμος εξαρχής: το να μην κάνουν παιδιά. Μένει έγκυος, κι ο άντρας εγκαταλείπει αυτήν και τον αγέννητο ακόμα γιο του.

Η περιγραφή των σχέσεων του ζευγαριού, του τρόπου με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να διαμορφώσουν τον αναγκαίο γι’ αυτούς συμβιβασμό, είναι έξοχη· το αποκορύφωμά της είναι το τηλεφώνημα του γέρου πια Όσκαρ Σελ στη γυναίκα του: ανίκανος να μιλήσει, ο Σελ απλώς πατάει τα κουμπιά της συσκευής που αντιστοιχούν στα γράμματα που του χρειάζονται για να συγκροτήσει τις λέξεις του – ολόκληρες σελίδες γεμάτες αριθμούς, κι ωστόσο πλήρεις νοήματος, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου οι σιωπές, η ανεπάρκεια των λέξεων, έχουν κεντρικό ρόλο (γι’ αυτό και είναι κρίμα που η ελληνική έκδοση κρατά απ’ τις σελίδες των αριθμών μονάχα μία παράγραφο, μειώνοντας την επίδρασή τους).

Όπως πλήρεις νοήματος είναι οι φωτογραφίες που χρησιμοποιεί ο Φόερ για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του, ακόμα και οι λευκές σελίδες εντός του κειμένου – ή, αντίθετα, οι σελίδες όπου οι λέξεις πυκνώνουν τόσο, ώστε καταλήγουν στο απόλυτο μαύρο. Τεχνάσματα που εξυπηρετούν πλήρως την αφήγηση, με κορυφαία στιγμή την κατάληξη του μυθιστορήματος, με μια σεκάνς φωτογραφιών ενός jumper (όπως ονομάστηκαν στις ΗΠΑ οι απελπισμένοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από την κόλαση των Δίδυμων Πύργων βουτώντας στο κενό) βαλμένη σε αντίστροφη χρονική σειρά: σαν να υπήρχε τρόπος, λέγοντας την ιστορία, να γυρίσεις το χρόνο προς τα πίσω, να ξε-κάνεις αυτό που έχει ήδη συμβεί, και να κρατήσεις αυτόν τον άνθρωπο ζωντανό.

Γιατί το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω σ’ έναν βασικό διχασμό: από τη μία, η πίστη στην αφήγηση κι από την άλλη, η αμφισβήτησή της. Αρκούν οι λέξεις για να μπορέσεις να φανερώσεις μια ιστορία, να φωτίσεις τα σκοτάδια της, να επικοινωνήσεις, εντέλει, με τον άλλον; Όχι. Κι ωστόσο, έχεις ανάγκη τις λέξεις –τις βαθιά ανεπαρκείς λέξεις, συγκροτημένες μέσα στο ψευδές οικοδόμημα της αφήγησης- για να διασώσεις κάτι ελάχιστο.

*Μια συντομευμένη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 501, Νοέμβριος 2009). Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ για το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά: 1, 2, 3, 4. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ένα δοκίμιο υπέρ της χορτοφαγίας με τίτλο Eating Animals, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις αρχές Νοεμβρίου.

JonathanSafran Foer

Λεπτομέρειες

Μια και τις λέξεις τις κρατάω για το κείμενο που δουλεύω τώρα, ιδού κάποια βιβλία και άλλες λεπτομέρειες που βλέπω γύρω μου καθώς γράφω:details (22) details (4)details (3)details (14)details (15)details (20)details (11)details (18)

Αfter the quake

Σκόρπιες σκέψεις μετά την… κρυάδα της πρώτης παρουσίασης:

Η τηλεοπτική εμφάνιση (τη Δευτέρα, στην εκπομπή Καλό Μεσημέρι, στο ΚΡΗΤΗ TV) παραδόξως πήγε μάλλον συμπαθητικά. Τουλάχιστον, δεν λιποθύμησα. Από την άλλη, υπήρχε μια μύγα που με γυρόφερνε συνεχώς. Όλο την έδιωχνα κι όλο επέστρεφε. Κι επειδή φοβόμουν ότι έμοιαζα τουλάχιστον ηλίθια, προσπαθώντας συνέχεια να διώξω τη μύγα απ’ το πρόσωπο, αποφάσισα να εξομολογηθώ το δράμα μου: Έχω και μια μύγα να με γυροφέρνει. Είναι του σπιτιού, μου απάντησε η Ανδριανή. Α, ναι; Έχει κι όνομα; (Εγώ θα με είχα πετάξει από το στούντιο με τις κλοτσιές. Εκείνη διατήρησε την ψυχραιμία της. Η μύγα τελικά με βαρέθηκε κι έφυγε.)

[Νόουτ του σελφ: Την επόμενη φορά που θα πάω σε ραδιόφωνο, να κρατάω τα τραγούδια του REWIND σε mp3. Ανοργάνωτη μια ζωή.]

Και, το ζουμί: η παρουσίαση. Είχε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι περίμενα: τα αντίτυπα του REWIND που υπήρχαν δεν έφτασαν για όλους. Κάποιοι ήταν όρθιοι, άλλοι κάθονταν στις σκάλες κι άλλοι σε κάτι χαμηλά ράφια που άδειασαν βιαστικά οι υπάλληλοι, όσο για τα ανιψάκια μου, κάθονταν σε μαξιλάρες στο πάτωμα. Από ένα σημείο και μετά τα έχασα τελείως, έβλεπα πρόσωπα κι αδυνατούσα να θυμηθώ ονόματα – το λέω κι αποδώ, δεν είναι τίποτα προσωπικό, αλτσχάιμερ λέγεται.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω ότι όταν σηκώθηκα να μιλήσω έμοιαζα με παιδάκι που λέει το ποίημά του σε σχολική γιορτή. Το πόδι κι η φωνή να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Μετά βρέθηκα καθιστή με το μικρόφωνο στο χέρι να απαντάω σε ερωτήσεις. Έχω την εντύπωση ότι απείλησα πως θα τραγουδήσω κιόλας (δεν το έκανα, γιατί το Ξυλουρέικο έχει δώσει υπερβολικά πολλά στη μουσική για να του αξίζει τέτοια δυσφήμιση). Τα ξαδέλφια μου με πληροφόρησαν ότι τα πηγαδάκια στη γαλαρία έδωσαν ρέστα: την επόμενη φορά πιο δυνατά για να σας ακούω, παρακαλώ, δεν μου αρέσει να τα χάνω κάτι τέτοια. (Τι σημαίνει REWIND; Ε… Κοίτα, wind είναι ο άνεμος, αλλά και win σημαίνει νικάω, οπότε πρέπει να είναι αλληγορικό. Ρε, σοβαρευτείτε, σημαίνει προς τα πίσω.)

Πολλά ευχαριστώ σε όσους έτρεξαν για την παρουσίαση, στην αδελφή μου και τον αρραβωνιαστικό της που παρίσταναν τους ταξιτζήδες μου, σε όσους ήρθαν – και ειδικά στους συμμαθητές μου· κάποιους είχα να τους δω χρόνια ολόκληρα.

REWIND_10-11 (3)

Όσο η Ρένα Τζωράκη μιλά για το βιβλίο μου, εγώ παίζω αμήχανα με το λαστιχάκι του Moleskine τετραδίου μου. (Ναι, όσοι δεν φτάνουμε ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Έρνεστ Χέμινγουεϊ πνίγουμε την πίκρα μας γράφοντας στα τετράδια που προτιμούσε. Αλλά φυσικά δεν κάνει το τετράδιο τον συγγραφέα.)

REWIND_10-11Μαρία: Τώρα που έχω και μικρόφωνο στα χέρια μου, θα σας πω κι ένα τραγούδι. Λοιπόν, πάμε όλοι μαζί: φωτιάααααααααααα στα σαββατόβραδα
Ευγενία (η ανιψιά μου που διακρίνεται να κάθεται στο πάτωμα – φυσικά το λέει από μέσα της): Ωχ, πάλι βλακείες λέει η θεία. Κάποιος να τη μαζέψει, δεν αντέχω άλλο.
(Το κεφάλι που διακρίνεται στη γωνία μάλλον είναι του Αντώνη – ή όχι;)

Το απόσπασμα από το βιβλίο Ο Χρόνος Πάλι της Σώτης Τριανταφύλλου που διάβασα στην παρουσίαση, προσπαθώντας να εξηγήσω τι σημαίνει για μένα το γράψιμο – με τον τρόπο των ηρώων μου που όταν δυσκολεύονται να εκφράσουν αυτό που νιώθουν καταφεύγουν σε λόγια δανεισμένα (και εξαιτίας της τύχης να έρχονται κάποια βιβλία στα χέρια σου ακριβώς τη στιγμή που τα χρειάζεσαι: διάβασα το Ο Χρόνος Πάλι κατεβαίνοντας στην Κρήτη, με την αγωνία του τι να πω στην παρουσίαση):

Όταν ρώτησαν τον Ουμπέρτο Έκο πώς του ήρθε η ιδέα να γράψει το Όνομα του Ρόδου, απάντησε: «Ξαφνικά, είχα την παρόρμηση να σκοτώσω έναν καλόγερο».

Τι είναι έμπνευση: δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν αν έχω το δικαίωμα να επικαλούμαι κάτι που δεν μπορώ να ορίσω με ακρίβεια. Μήπως πρόκειται για διαδικασία που αφορά μόνον τους μεγάλους δημιουργούς; Μήπως το μόνο που απομένει σ’ εμάς τους υπόλοιπους είναι να μαζεύουμε τα ρινίσματα, τα πριονίδια, τα απορρίμματα της έμπνευσης των «μεγάλων»; Ούτε σ’ αυτό έχω απάντηση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι, άθελά μου, κοιτάζω με δυσπιστία όσους μας περιγράφουν τη Μούσα τους: πόσο πομπώδεις και αυτάρεσκοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι! Πόσο γελοίοι!

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που νιώθω να ορμάει καταπάνω μου ένα σκυλί· ένα πεινασμένο σκυλί από την Κόλαση· το αγρίμι ακολουθεί τις κηλίδες του αίματος καθώς πιτσιλιούνται στη λευκή σελίδα. Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. Κι όμως, ενώ επιστρέφω στο σπίτι έτοιμη να διεκπεραιώσω μια σειρά από άχαρα πράγματα –να κατεβάσω τα σκουπίδια, να συνεννοηθώ με τη θυρωρό για την παραλαβή κάποιου δέματος, να βάλω πλυντήριο-, πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει στις σκάλες, να μπαίνει ασθμαίνοντας στο δωμάτιο και να κάθεται μπροστά στην οθόνη· η λευκή σελίδα γεμίζει σημαδάκια και οι μικρές αγγαρείες της καθημερινότητας αναβάλλονται.

Έμπνευση: κάθε μέρα, κάθε ώρα, γεννιέται μια καινούργια ιστορία. Πολλές φορές οι ιστορίες συνυφαίνονται· σχεδόν πάντα αρχίζουν, συνεχίζονται και τελειώνουν προτού γραφτούν: δεν μου μένει παρά να τις δακτυλογραφήσω. Στο μετρό, στο ασανσέρ, στην ατέλειωτη ουρά του ταχυδρομείου, καθώς διασχίζω το δρόμο, καθώς σέρνω το καροτσάκι του σουπερμάρκετ ή περπατάω με αβέβαιο βήμα φορώντας τις ψηλοτάκουνες γόβες που δεν αποχωρίζομαι ποτέ, σκέφτομαι: «Μια φορά λοιπόν, νωρίς το πρωί…», «Και τότε σήκωσε το βλέμμα και τι είδε;…», «Στο βαγόνι του τρένου που το έλεγαν Κοράλλι…», «Ήταν καλοκαίρι, Ιούνιος…» κι έπειτα, να, ορίστε, ανεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά και κάθομαι να γράψω την ιστορία. Αν δεν τη γράψω θα με στοιχειώσει. Γι’ αυτό τη γράφω.

(Κλέβω και τον τίτλο του ποστ, από τη συλλογή διηγημάτων του Χαρούκι Μουρακάμι που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά.)

Η πρώτη παρουσίαση στο Ηράκλειο

Αν δεν έχω πεθάνει από το άγχος στο μεταξύ, την Τρίτη, 10 Νοεμβρίου, στις οχτώ το βράδυ, θα βρίσκομαι στον Ελευθερουδάκη, στο Ηράκλειο της Κρήτης (στη 1821), για την πρώτη παρουσίαση του REWIND.  Για το βιβλίο θα μιλήσει η Ρένα Τζωράκη.

Μου βγαίνουνε διάφορες ανησυχίες ενόψει της παρουσίασης. Ας πούμε, τι ακριβώς έχω να πω για το REWIND που να μην υπάρχει ήδη μέσα στις σελίδες του (πέρα από το ότι, ορίστε, το έγραψα, διαβάστε το); Θα καταφέρω ν’ αποφύγω τα σαρδάμ; Έχω κι ένα θεματάκι με το να μιλάω σε κοινό (απίστευτες πρόβες με την ομάδα μου στο μεταπτυχιακό για να καταφέρω να κάνω τις παρουσιάσεις των εργασιών). Κάτι τέτοιες ώρες σκέφτομαι ότι θα προτιμούσα να το παίξω Τόμας Πίνσον, να μη με ξέρει κανένας, να μη μιλάω δημόσια κ.λπ. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να δει κανείς το θέμα μάρκετινγκ, γλιτώνοντας κι όλο το άγχος – σωστά;

Our lives are like skyscrapers

Διαβάζω_501Στο τεύχος Νοεμβρίου του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, ανάμεσα σε πολλά ενδιαφέροντα -όπως το αφιέρωμα στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο-, δημοσιεύεται κι ένα κείμενό μου (κι αυτό, ελπίζω, ενδιαφέρον) για το μυθιστόρημα Extremely Loud & Incredibly Close του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. (Η ελληνική μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου, Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά, κυκλοφορεί εδώ και μερικές μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.)

Το σάιτ του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ είναι εδώ. Μερικές συνεντεύξεις του για το βιβλίο: Penguin | BookPage | The Morning News. Και παρακάτω  ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ μιλά για το Extremely Loud & Incredibly Close σε μια βόλτα του στη Νέα Υόρκη:

“I thought about all the things that everyone ever says to each other, and how everyone is going to die, whether it’s in a millisecond, or days, or months, or 76.5 years, if you were just born. Everything that’s born has to die, which means our lives are like skyscrapers. The smoke rises at different speeds, but they’re all on fire, and we’re all trapped”.

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Extremely Loud & Incredibly Close

On the beach

Φωτογραφίες που μου έστειλε ο φίλος Β.Μ. από τις καλοκαιρινές του διακοπές: σε ένα διάλειμμα από το διάβασμα, το REWIND στην άμμο παλεύει με τον αέρα.
rewind_on_the_beachrewind_on_the_beach_2

Βλέποντας τις φωτογραφίες μου ήρθε στο μυαλό το τραγούδι του Nιλ Γιανγκ (από το ομώνυμο άλμπουμ του 1974) που δίνει τον τίτλο στο ποστ:

The world is turnin’,
I hope it don’t turn away,
The world is turnin’,
I hope it don’t turn away.
All my pictures are fallin’
from the wall where
I placed them yesterday.
The world is turnin’,
I hope it don’t turn away.

I need a crowd of people,
but I can’t face them
day to day,
I need a crowd of people,
but I can’t face them
day to day.
Though my problems
are meaningless,
that don’t make them
go away.
I need a crowd of people,
but I can’t face them
day to day.

I went to the radio interview,
but I ended up alone
at the microphone,
I went to the radio interview,
but I ended up alone
at the microphone.
Now I’m livin’
out here on the beach,
but those seagulls are
still out of reach.
I went to the radio interview,
but I ended up alone
at the microphone.

Get out of town,
think I’ll get out of town,
Get out of town,
think I’ll get out of town.
I head for the sticks
with my bus and friends,
I follow the road,
though I don’t know
where it ends.
Get out of town, get out of town,
think I’ll get out of town.

’Cause the world is turnin’,
I don’t want to
see it turn away.