Τα όρια των λέξεων

JonathanSafran FoerΌταν ο (γεννημένος το 1977) Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το Everything is Illuminated, δίχασε: από τη μία, ενθουσιασμός –εκφρασμένος και από σπουδαίους γραφιάδες, όπως ο Απντάικ και ο Ρουσντί–, από την άλλη δυσπιστία: τι ήταν αυτό το μυθιστόρημα; Ένα ολοκληρωμένο, παρά τη νεαρή ηλικία του δημιουργού του, ιδιοφυές οικοδόμημα, ή μήπως πύργοι στην άμμο ενός παιδιού, οπωσδήποτε ιδιοφυούς, αλλά που ακόμα παίζει με τα κουβαδάκια του – απαιτώντας να θαυμάσουμε το παιχνίδι του σαν να ήταν πραγματικό έργο;

Τo Everything is Illuminated (που γυρίστηκε και ταινία, με τον Ελάιτζα Γουντ και τον Γιουτζίν Χατζ των Gogol Bordello) μ’ ένα λόγο αξιοποιούσε τεχνικές και τεχνάσματα με τρόπο που σε κάποιους φάνηκε επιτηδευμένος κι εξυπνακίστικος, πυροτέχνημα εντυπωσιασμού. Εντέλει όμως δεν ήταν: απόδειξη, το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα, κι αυτό πριν καν φτάσει τα τριάντα: το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά (Extremely Loud & Incredibly Close) του 2005, που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι, σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά είναι ένα μυθιστόρημα για την 11η Σεπτεμβρίου, ένα θέμα που νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περίμενε κανείς άρχισε να αποτυπώνεται στην κουλτούρα, τόσο την αμερικάνικη, όσο και την παγκόσμια· προηγήθηκε, μάλιστα, σχετικών έργων από συγγραφείς πιο έμπειρους και καταξιωμένους, όπως ο Ντον ΝτεΛίλο, η Σίρι Χούστβεντ και ο Πολ Όστερ (Falling Man, The Sorrows of an American και Man in the Dark, αντίστοιχα).

Σε μια κίνηση που τον διαφοροποιεί από τους προαναφερθέντες, ο Φόερ επιλέγει να παρακολουθήσει την ιστορία του μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού, του εννιάχρονου Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι ένα πανέξυπνο, γεμάτο φαντασία παιδί. Δηλώνει ντετέκτιβ, συλλέκτης, χορτοφάγος, εφευρέτης κι ένα σωρό άλλα πράγματα· λύνει τις απορίες του ψάχνοντας στο Google, ντύνεται μόνο στα λευκά και κυκλοφορεί παίζοντας ένα ντέφι για να ηρεμεί – μια επιλογή που, σε συνδυασμό με το όνομα του μικρού ήρωα, φέρνει στο νου το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας. Οι επινοήσεις του Όσκαρ (όπως ασθενοφόρα που προβάλλουν στους ασθενείς τα παρηγορητικά λόγια των περαστικών, γνωστών και αγνώστων, αλλά και στους περαστικούς μηνύματα για την πορεία της υγείας των ασθενών) είναι εντυπωσιακές μέσα στην παιδικότητά τους· όμως όλ’ αυτά περιστρέφονται γύρω από εκείνη τη μέρα: γιατί ο Όσκαρ είναι, επίσης, ένα βαθιά πληγωμένο παιδί. Ο πατέρας του βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου· γυρνώντας στο σπίτι νωρίτερα, ο Όσκαρ άκουσε ένα προς ένα τα μηνύματα που ο παγιδευμένος άντρας άφηνε στον τηλεφωνητή του σπιτιού του λίγο πριν το τραγικό τέλος του. Γιατί δεν σήκωσε ο Όσκαρ τ’ ακουστικό για ν’ ανταλλάξει δύο τελευταία λόγια με τον πατέρα του; Γιατί ο πατέρας του δεν φρόντισε να διαβεβαιώσει σ’ αυτά τα μηνύματα τους δικούς του ότι τους αγαπά; Ο Όσκαρ αντικαθιστά τη συσκευή του τηλεφωνητή με μιαν άλλη· κρύβει την παλιά στα πράγματά του για να προστατεύσει τη μητέρα του απ’ αυτά τα μηνύματα, όμως ποιος θα προστατεύσει τον ίδιο;

Ένα χρόνο αργότερα, ο Όσκαρ εμποδίζει τη μητέρα του να συνάψει νέους δεσμούς, φοβούμενος ότι ψάχνει έναν αντικαταστάτη του πατέρα του· κι ενώ η πολυαγαπημένη του γιαγιά μοιάζει να οδεύει προς την τρέλα (επικαλείται την παρουσία ενός νοικάρη –που ούτε ο εγγονός, ούτε η νύφη της έχουν δει ποτέ– στο σπίτι της), ο μικρός ανακαλύπτει στα πράγματα του πατέρα του ένα κλειδί μέσα σ’ έναν φάκελο που γράφει Μπλακ, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει τόσο το χρώμα (μαύρο) όσο κι ένα επώνυμο (Μαύρος). Ο Όσκαρ καταλήγει ότι πρόκειται για επώνυμο, και ξεκινά μια συναρπαστική αναζήτηση όλων των Μπλακ της Νέας Υόρκης, για ν’ ανακαλύψει ποια κλειδαριά ανοίγει το κλειδί.

Η επιλογή του Φόερ ν’ αφηγηθεί την ιστορία μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού απογειώνει το μυθιστόρημα, δίνοντάς του μια παιγνιώδη διάθεση (υπάρχουν αποσπάσματα που είναι οδυνηρά αστεία, άλλα που είναι οδυνηρά τρυφερά· υπάρχουν, τέλος, και αρκετές σπαρακτικές στιγμές) και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για να ξεδιπλωθεί μια οργιαστική, απολαυστική φαντασία: ένας ύμνος στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν (ή δεν είναι αρκετές)

Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντάΥπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο, σε αξιοσημείωτη αρμονία με την πρώτη: η ιστορία της γιαγιάς και του παππού του Όσκαρ, ανθρώπων που ξεβράστηκαν στην Αμερική μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, κουβαλώντας τις δικές τους πληγές. Ο παππούς, συνονόματος του εγγονού, φτάνοντας στις ΗΠΑ έχασε, λέξη τη λέξη, τη δυνατότητα της ομιλίας· κατέληξε να κυκλοφορεί μ’ ένα τετράδιο μόνιμα στο χέρι, όπου έγραφε μικρές φράσεις για να μπορεί να επικοινωνήσει.

Ο γάμος αυτών των δύο ήταν εξαρχής ένας συμβιβασμός: χτίστηκε πάνω στον πόνο, και σε συμφωνίες, οι περισσότερες άρρητες, που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια πολύ εύθραυστη ισορροπία. Το διαμέρισμα του ζευγαριού έγινε ένας χάρτης όπου το υπαρκτό συνόρευε με νεκρές ζώνες, για τις οποίες από ένα σημείο κι έπειτα δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των συζύγων. Ώσπου η γυναίκα σπάει την πιο σημαντική συμφωνία, τη συμφωνία με την οποία έγινε ο γάμος εξαρχής: το να μην κάνουν παιδιά. Μένει έγκυος, κι ο άντρας εγκαταλείπει αυτήν και τον αγέννητο ακόμα γιο του.

Η περιγραφή των σχέσεων του ζευγαριού, του τρόπου με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να διαμορφώσουν τον αναγκαίο γι’ αυτούς συμβιβασμό, είναι έξοχη· το αποκορύφωμά της είναι το τηλεφώνημα του γέρου πια Όσκαρ Σελ στη γυναίκα του: ανίκανος να μιλήσει, ο Σελ απλώς πατάει τα κουμπιά της συσκευής που αντιστοιχούν στα γράμματα που του χρειάζονται για να συγκροτήσει τις λέξεις του – ολόκληρες σελίδες γεμάτες αριθμούς, κι ωστόσο πλήρεις νοήματος, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου οι σιωπές, η ανεπάρκεια των λέξεων, έχουν κεντρικό ρόλο (γι’ αυτό και είναι κρίμα που η ελληνική έκδοση κρατά απ’ τις σελίδες των αριθμών μονάχα μία παράγραφο, μειώνοντας την επίδρασή τους).

Όπως πλήρεις νοήματος είναι οι φωτογραφίες που χρησιμοποιεί ο Φόερ για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του, ακόμα και οι λευκές σελίδες εντός του κειμένου – ή, αντίθετα, οι σελίδες όπου οι λέξεις πυκνώνουν τόσο, ώστε καταλήγουν στο απόλυτο μαύρο. Τεχνάσματα που εξυπηρετούν πλήρως την αφήγηση, με κορυφαία στιγμή την κατάληξη του μυθιστορήματος, με μια σεκάνς φωτογραφιών ενός jumper (όπως ονομάστηκαν στις ΗΠΑ οι απελπισμένοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από την κόλαση των Δίδυμων Πύργων βουτώντας στο κενό) βαλμένη σε αντίστροφη χρονική σειρά: σαν να υπήρχε τρόπος, λέγοντας την ιστορία, να γυρίσεις το χρόνο προς τα πίσω, να ξε-κάνεις αυτό που έχει ήδη συμβεί, και να κρατήσεις αυτόν τον άνθρωπο ζωντανό.

Γιατί το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω σ’ έναν βασικό διχασμό: από τη μία, η πίστη στην αφήγηση κι από την άλλη, η αμφισβήτησή της. Αρκούν οι λέξεις για να μπορέσεις να φανερώσεις μια ιστορία, να φωτίσεις τα σκοτάδια της, να επικοινωνήσεις, εντέλει, με τον άλλον; Όχι. Κι ωστόσο, έχεις ανάγκη τις λέξεις –τις βαθιά ανεπαρκείς λέξεις, συγκροτημένες μέσα στο ψευδές οικοδόμημα της αφήγησης- για να διασώσεις κάτι ελάχιστο.

*Μια συντομευμένη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 501, Νοέμβριος 2009). Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ για το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά: 1, 2, 3, 4. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ένα δοκίμιο υπέρ της χορτοφαγίας με τίτλο Eating Animals, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις αρχές Νοεμβρίου.

JonathanSafran Foer

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s