Happy New Year

Καλή χρονιά! Να βρίσκεστε μαζί με αγαπημένους, να έχετε ωραία θέα τριγύρω σας και μέσα σας και να νιώθετε όμορφα τόσο με τα ανθρώπινα, όσο και με τα ξωτικίσια ρούχα σας.

(Εικονογράφηση από Τιμ Μπάρτον γιατί δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις με τον χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.)

Το μισό μιας ιστορίας

Αυτές τις μέρες έχω αναλάβει να μεταφέρω τη συλλογή γραμματοσήμων του πατέρα μου απ’ το παλιό άλμπουμ (του 1967, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος στην πρώτη σελίδα) στο καινούργιο. Είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή της – θα έλεγα ότι κι ο πατέρας μου την είχε ξεχάσει, αν δεν υπήρχε ένα γραμματόσημο του 2008 χωμένο ανάμεσα στ’ άλλα ν’ αποδεικνύει το αντίθετο.

Εργάτης στη Γερμανία (ίσως, λέω εγώ, παιδί του φίφτι φίφτι όπως ο ήρωας του Διπλού Βιβλίου του Χατζή – μα πάλι ίσως όχι), ο πατέρας μου κρατούσε τα γραμματόσημα απ’ τα γράμματα των δικών του, αλλά κι όσα του έδιναν συνάδελφοι και φίλοι απ’ τα γράμματα που λάβαιναν.  (Τον φαντάζομαι να κοιτάζει με λαχτάρα τα γράμματα των φίλων του· τον φαντάζομαι να ζητά από γνωστούς κι αγνώστους ένα γραμματόσημο, περίπου όπως η ηρωίδα του Φόερ στο Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά ζητά απ’ όλους να της γράψουν ένα γράμμα). Κάθε γραμματόσημο έχει μια ιστορία και μια άκρη της φτάνει μέχρι τον πατέρα μου που το βάζει στο άλμπουμ: τούρκικα γραμματόσημα, ισπανικά, πορτογαλικά, ιρανικά, αργεντίνικα. (Ένα από τα γραμματόσημα που μου αρέσουν περισσότερο είναι βιετναμέζικο.)

Υπάρχουν γραμματόσημα απ’ την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, την Ισπανία του Φράνκο –ολόκληρες σελίδες γεμάτες γραμματόσημα με το πορτρέτο του Φράνκο–, τη Γερμανία του Χίτλερ, πολλά από την Ελλάδα της επταετίας και κάποια από την Ελλάδα του Μεταξά. Ακόμα, ελβετικά γραμματόσημα με τη σφραγίδα απ’ το Πεσταλότσι να διακρίνεται πεντακάθαρα. Γραμματόσημα απ’ τη Νιγηρία, απ’ τη Γκάνα, απ’ το Μαρόκο, απ’ την Αλγερία, απ’ την Τυνησία. Γραμματόσημα απ’ τους Ολυμπιακούς του 1964 στο Τόκιο, για τους οποίους δεν έχω ιδέα· μαθαίνω από τη Wikipedia ότι τη φλόγα την άναψε ο Γιοσινόρι Σακάι, γεννημένος στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου του 1945, τη μέρα που οι Αμερικάνοι έριξαν την ατομική βόμβα – κι αυτό είναι το μοναδικό που μου κάνει εντύπωση από τους Ολυμπιακούς του 1964· γραμματόσημα από τους Ολυμπιακούς του 1968 στο Μεξικό, και δεν χρειάζεται να κοιτάξω στη Wikipedia για να θυμηθώ τις υψωμένες γροθιές του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος, και τη σφαγή στην πλατεία Τλατελόλκο – μόλις χθες διάβαζα γι’ αυτήν στους Άγριους Ντετέκτιβ του Μπολάνιο (η αφήγηση της Αουξίλιο, της μητέρας της μεξικανικής ποίησης): προφανώς, προσπαθώ να ενώσω κουκίδες και να φτιάξω μια ιστορία στη θέση της ιστορίας (των ιστοριών) που δεν θ’ ακούσω, δεν θα διαβάσω.

Ο πατέρας μου κοιτάζει τα δάχτυλά μου καθώς γυρίζω τις σελίδες κι ακουμπώ τα ίχνη των ιστοριών (ποιες απ’ αυτές θυμάται;) με τρόμο μήπως κάτι ακουμπήσω αδέξια, μήπως κάτι καταστρέψω. Τελικά σηκώνεται και φεύγει· φαντάζομαι αποφεύγει όχι μόνο τον φόβο της καταστροφής, αλλά και τον φόβο των ερωτήσεων έτσι.

Βλέπω τα γραμματόσημα σα σπαράγματα αφηγήσεων. Για να τα κάνω δικά μου, για να αισθανθώ ότι υπάρχει ένα κομμάτι αυτών των ιστοριών που με περιέχει, τα βάζω μαζί με τις δικές μου αφηγήσεις, τα φωτογραφίζω με τα βιβλία που διαβάζω τώρα και με το χειρόγραφο-τέρας που προχωρεί: είναι ένας τρόπος να συναντηθούν οι ιστορίες ενός πατέρα και μιας κόρης.

Η χριστουγεννιάτικη ιστορία του Όγκι Ρεν

I heard this story from Auggie Wren. Since Auggie doesn’t come off too well in it, at least not as well as he’d like to, he’s asked me not to use his real name. Other than that, the whole business about the lost wallet and the blind woman and the Christmas dinner is just as he told it to me.

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

H Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Όγκι Ρεν (Auggie Wren’s Christmas Story) είναι ένα –ακυκλοφόρητο στα ελληνικά– διήγημα του Πολ Όστερ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990. Μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον Όστερ να αφηγείται την ιστορία εδώ, και να τη διαβάσετε εδώ. Την πολύ όμορφη έκδοση του Faber & Faber, απ’ όπου και οι φωτογραφίες παρακάτω, εικονογράφησε η  Μαρισόλ Μισέντα (Isol).

Ο Όστερ χρησιμοποίησε την ιστορία αυτή σα βάση για το σενάριο της ταινίας Καπνός (Smoke, Γουέιν Γουάνγκ, 1995), όπου και κινηματογραφήθηκε ολόκληρη για τους τίτλους τέλους. Ακούγεται το τραγούδι Innocent When You Dream του Τομ Γουέιτς:

Σε αυτή τη σκηνή ο Όστερ κάνει και μια καμέο εμφάνιση (τα χέρια που δακτυλογραφούν είναι δικά του). Το όνομα Πολ Μπέντζαμιν που δακτυλογραφείται σαν όνομα συγγραφέα προέρχεται από το πλήρες όνομα του Όστερ (Πολ Μπέντζαμιν Όστερ) και είναι το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, το Squeeze Play (το μυθιστόρημα γράφτηκε σε μια προσπάθεια του Όστερ να κερδίσει χρήματα, και περιλαμβάνεται στην αυτοβιογραφία του).

After all, if you can’t share your secrets with your friends, what kind of a friend are you?

Πολ Όστερ, Auggie Wren’s Christmas Story

Και για το τέλος, μαζί με τις ευχές μου για καλές γιορτές και χρόνια πολλά, ένα  χριστουγεννιάτικο κομμάτι από τον Σκοτ Μάθιου που αγαπώ πολύ:

Αν και υποψιάζομαι ότι θα προτιμούσα να βρίσκομαι στο χριστουγεννιάτικο πάρτι του Μπομπ Ντίλαν:

My brand new notebook

Δωράκι της Λ.Φ., που ξέρει ότι έχω πάθος με τα τετράδια. Με μαλακό δερμάτινο εξώφυλλο, εξωτερικές ραφές και πολύ-πολύ απαλό χαρτί, σύμφωνα με την Λ.Φ. φώναζε τ’ όνομά μου:

Με την ευκαιρία, εδώ η Μάργκαρετ Άτγουντ προτείνει 10 δώρα για αρχάριους συγγραφείς. Φυσικά, το πρώτο στη λίστα είναι ένα τετράδιο.

Η Μαρία μιλάει στη Μαρία

Στο τεύχος Δεκεμβρίου του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, επτά πρωτοεμφανιζόμενοι παίρνουν συνέντευξη από τον εαυτό τους: Ευσταθία Ματζαρίδου (Ένας Κόμπος Όλα, Μεταίχμιο), Ελίζα-Ιωάννα Πολιτσοπούλου (Ουροβόρος Κρίνος: Σμαράγδια με Ασήμι, Κέδρος), Θοδωρής Κ. Ραχιώτης (Βασανιστές, Καστανιώτης), Μαρία Τσολοκούδη (Γραμματική, Τόπος), Έλση Τσουκαράκη (Η Ποινή, Ψυχογιός), Μαργαρίτα Φρανέλη (Μαμά, Κι Εγώ Δεν Σ’ Αγαπώ, Πατάκης), και η γιορς τρούλι (ξέρετε τώρα, Μαρία Ξυλούρη, REWIND, Καλέντης).

Όταν μου ζητήθηκε να… πάρω συνέντευξη του εαυτού μου, σκέφτηκα ότι είχα δύο επιλογές: από τη μία, να με ρωτήσω αυτά που θα ήθελα να με ρωτήσουν για το βιβλίο μου· από την άλλη, να απαντήσω σ’ αυτά που βλέπω ότι με ρωτάνε συχνότερα. Επέλεξα το δεύτερο, μια και μου φάνηκε λογικότερο. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, πάντως, ιδού, η Μαρία Ξυλούρη ρωτάει τη Μαρία Ξυλούρη για το REWIND, και όπως πάντα καταλήγει να μιλά για τον Πολ Όστερ:

Γιατί REWIND;

O τίτλος σχετίζεται με την ιστορία του βιβλίου και ιδίως με το μοντάζ του, με την συνεχή επιστροφή στο παρελθόν: ο ήρωάς μου, ο Πέτρος, θα πρέπει να γυρίσει πίσω στο χρόνο και να εξετάσει την ιστορία του πατέρα του –άρα και τη δική του ιστορία– από διαφορετική οπτική γωνία, όχι όπως την ερμήνευσε ο ίδιος, αλλά όπως την έζησαν οι άλλοι – ο πατέρας του, η μάνα του, η μητριά του.

Και η αφετηρία του REWIND ποια είναι;

Υπερσύγχρονο συγγραφικό όπλο, ιδανικό για επίδοξους γραφιάδες που δεν έχουν αυτοκίνητο ή μηχανάκι

Δεν μπορώ να την προσδιορίσω με ακρίβεια: πολλές ψηφίδες από διαβάσματα, βιώματα, ακούσματα, αλλά και παλιότερα γραπτά μου άρχισαν να ενώνονται σιωπηλά, κι έτσι βρέθηκα μια μέρα με αυτούς τους ήρωες, αυτή την ιστορία. Τραγούδια, ταινίες, συζητήσεις με φίλους, μισοακουσμένες κουβέντες στο τρόλεϊ, μνήμες από βιβλία. Για παράδειγμα, τα τραγούδια που υπάρχουν σαν αναφορές στο REWIND τα άκουγα στο mp3 player καθώς κυκλοφορούσα στην πόλη και οπτικοποιούσα στο μυαλό μου μέρη του βιβλίου. Όσο για τα διαβάσματα, χρωστάω σε κάθε συγγραφέα που έχω διαβάσει, όμως περισσότερο στον Πολ Όστερ –απόσπασμα από την Τριλογία της Νέας Υόρκης υπάρχει σαν μότο στο βιβλίο μου–, τον Αντρέα Φραγκιά (Το Πλήθος έχει προσφέρει πολλά στην ατμόσφαιρα του REWIND) και την Σώτη Τριανταφύλλου (συντροφιά με τα βιβλία της οποίας ενηλικιώθηκα).

Επιλέγεις να πεις την ιστορία από τη σκοπιά ενός άντρα, γιατί;

Γιατί έτσι ήθελα να την αφηγηθώ: θα ήταν μια άλλη ιστορία αν την έγραφα από τη σκοπιά μιας γυναίκας. Κι αυτό, η επιλογή της οπτικής γωνίας δηλαδή, σ’ ένα βιβλίο που ξεκινά με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια, παρά διαφορετικές εκδοχές της που αλληλοσυγκρούονται ή αλληλοσυμπληρώνονται, είναι πολύ σημαντικό. Επιπλέον, το να τοποθετηθεί στο επίκεντρο ο Πέτρος ήταν και μια «παγίδα» που έβαλα στον εαυτό μου θέλοντας να αποφύγω, όσο αυτό ήταν φυσικά δυνατό, την αυτοβιογράφηση. Δεν είχα σκοπό να γράψω μια ιστορία που μου συνέβη, ή μια ιστορία που θα μπορούσε να μου συμβεί. Φυσικά, υπάρχει αρκετή Μαρία στο βιβλίο –πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;– όμως δεν είναι ένα βιβλίο για τη Μαρία: ο συγγραφέας που φαντάζεται ο αναγνώστης διαβάζοντας είναι κι αυτός ένας ήρωας της μυθοπλασίας.