Never run away, all you find is yourself

She didn’t say that much, and most of it I find difficult to remember, but I do remember one thing, and it has left a mark in me, she said: “There’s no point in running away. Never run away, all you find is yourself. There’s nothing else to find.” I didn’t understand her then, all those years ago, and it’s hard for me to understand those words even now – but I think I might. I think she might have meant no matter where we hide, no matter into which hole we choose to burrow, we have to make room for the shadow that always accompanies us -wherever it is we go- revealing to us our true nature: the sheer, undeniable weight of it all. The beauty of it being this: weight isn’t indistinguishable by some thing. There is no thing. It is weight, the paradox being that it -the weight that envelops us- somehow calms us.

At least I think that’s what she meant. I should have listened to my mother.

Λι Ρουρκ, The Canal

*Το μπλογκ του συγγραφέα, μια συνέντευξή του με δύο αποσπάσματα από το βιβλίο και μια κριτική.

Η κρεμμυδόπιτα, #1

Μερικές φορές μια εικόνα, μια φράση, μια ιστορία από ένα βιβλίο που διάβασα παλιότερα έρχεται στο μυαλό μου. Είναι κάπως σαν να πετυχαίνω έναν παλιό γνωστό στο δρόμο (σωστότερα: σαν να με πετυχαίνει ένας παλιός γνωστός στο δρόμο, αφού περπατάω εντελώς χαμένη στις σκέψεις μου, οχυρωμένη πίσω από τ’ ακουστικά μου, και δύσκολα παίρνω χαμπάρι ποιος με προσπερνά). Η μνήμη μου είναι ελεεινή, δύσκολα θυμάμαι ονόματα και πρόσωπα, και για λίγο μοιάζω εντελώς χαμένη. Οι ξαφνικές αναλαμπές από παλιά διαβάσματα είναι, συχνά, εξίσου αμήχανες. Πού σε ξέρω εσένα; Και, σαν τις γιαγιάδες στα χωριά: Τίνος είσαι εσύ;

Πριν από καναδυό μήνες είχα άλλη μια τέτοια συνάντηση. Προφανώς βραχυκύκλωσε κάποια απ’ τις συνάψεις στο μυαλό μου και ξαφνικά θυμήθηκα την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού που βρίσκεται στη γαλλική εξοχή. Έχουν αναλάβει, έναντι μικρής αμοιβής, να μένουν σε ένα εξοχικό όσο οι ιδιοκτήτες του απουσιάζουν, και να φροντίζουν τα σκυλιά τους. Tα χρήματά τους είναι λιγοστά· φτάνει μια στιγμή που δεν τους βρίσκονται ούτε ψιλά, και τα τρόφιμα τελειώνουν κι αυτά. Ψάχνοντας στα ντουλάπια βρίσκουν μόνο λίγα κρεμμύδια, λάδι κι ένα κουτί φύλλο. Δεν έχουν άλλη επιλογή, λοιπόν, από το να φτιάξουν κρεμμυδόπιτα – κι όσο τους φτάσει. Μόνο που όταν τη δοκιμάζουν, καταλαβαίνουν ότι θέλει λίγο ψήσιμο ακόμα. Την ξαναβάζουν στο φούρνο αλλά ξεχνιούνται και η κρεμμυδόπιτα καίγεται.

Σ’ αυτό το σημείο, αισθανόμουν σα να έχω θυμηθεί τα πάντα για μια παλιά φίλη -ήταν συμφοιτήτριά μου, της άρεσαν οι Radiohead, είχαμε πάει μαζί στην τάδε συναυλία, φορούσε κάτι κόκκινα σταράκια χειμώνα καλοκαίρι- εκτός από τ’ όνομά της. Σε ποιανού το βιβλίο βρίσκεται αυτή η ιστορία; Σκέφτηκα -μάλλον λόγω Γαλλίας και σκύλων- ότι ίσως είναι από το Black Dogs του Ίαν ΜακΓιούαν. Σκέψη απελπισίας, μια και δεν έμοιαζε με ΜακΓιούαν.

Ούτως ή άλλως, μέχρι να φτάσω σπίτι όπου θα μπορούσα να κατεβάσω το βιβλίο απ’ το ράφι και να το ελέγξω, το είχα κιόλας ξεχάσει.

***

Πριν από μερικές βδομάδες ξεκίνησα να διαβάζω το Collected Stories της Λίντια Ντέιβις. Ο τόμος περιλαμβάνει τα διηγήματα των συλλογών Break Ιt Down (1986), Almost No Memory (1997), Samuel Johnson Ιs Indignant (2001) και Varieties of Disturbance (2007). Η Ντέιβις μου ήταν γνωστή σαν όνομα εξαιτίας του γάμου της με τον Πολ Όστερ· διαβάζοντας διάφορα άρθρα γι’ αυτήν, αλλά και κάποια από τα διηγήματά της που υπάρχουν στο ίντερνετ, καταλάβαινα ότι πρόκειται για αξιοπρόσεκτη περίπτωση -και υποτιμημένη, θα πρόσθεταν πολλοί-, οπότε είπα να την διαβάσω.

Ξεκίνησα το διάβασμα μάλλον ανορθόδοξα: αντί να πάρω τα διηγήματα με τη σειρά, άνοιγα τις σελίδες στην τύχη και διάβαζα όποιο μου χτυπούσε στο μάτι, είτε λόγω του τίτλου (Cockroaches in Autumn, French Lesson I: Le Meurtre, From Below, as a Neighbor), είτε, απλούστερα, επειδή μερικά διηγήματα -αν όντως πρόκειται για διηγήματα- είναι τόσο σύντομα (μια γραμμή, δύο γραμμές) που τα διαβάζεις σχεδόν με μια ανάσα, όπως, για παράδειγμα, το The Busy Road που ακολουθεί:

Ι am so used to it by now
that when the traffic falls silent,
I think a storm is coming.

Κάποτε έφτασα και σ’ ένα διήγημα, το St. Martin, που, με μια διαγώνια ματιά, έμοιαζε να λέει μια γνωστή ιστορία. Ένα ζευγάρι χωρίς χρήματα κάνουν τους επιστάτες σ’ ένα σπίτι στη γαλλική εξοχή και προσέχουν τα σκυλιά των ιδιοκτητών… Κάποτε τα χρήματα τελειώνουν… Ό,τι έχει απομείνει από τρόφιμα στο σπίτι φτάνει για να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα.

The following day, for dinner, we had one sausage. The only money left now was a pile of coins in the living-room table collected from saucers around the house and amounting to 2.97 francs, less than fifty cents, but enough to buy something for dinner the next day.

Then we had no money at all anywhere in the house, and almost nothing left to eat. What we found, when we searched the kitchen carefully, was some onions, an old but unopened box of pastry crust mix, a little fat, and a little dried milk. Out of this, we realised, we could make an onion pie. We made it, baked it, cut ourselves two pieces, and put the rest back in the hot oven to cook a little more while we ate. It was surprisingly good. Our spirits lifting, we talked as we ate and forgot all about the pie as it went on baking. By the time we smelled it, it had burned too badly to be saved.

Το ίδιο βράδυ, σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται ένας φωτογράφος που επισκέπτεται αραιά και πού το ζευγάρι και τους βγάζει για δείπνο. Πριν καν το διαβάσω ολόκληρο, είχα θυμηθεί πια πού είχα ξανασυναντήσει την ιστορία: στο The Red Notebook του Πολ Όστερ.

To The Red Notebook πρωτοδημοσιεύτηκε το 1993 στο Granta. To 1995 κυκλοφόρησε στον ομώνυμο τόμο με κείμενα του Όστερ. Το διήγημα της Ντέιβις, από την άλλη, κυκλοφόρησε το 1997, στη συλλογή Almost No Memory.

***

Το The Red Notebook δεν είναι βιβλίο μυθοπλασίας. Περιλαμβάνει συνεντεύξεις του Όστερ, ένα κείμενο υποστήριξης του φίλου του, του Σαλμάν Ρουσντί, την εποχή του φετβά, κείμενα για την γαλλική ποίηση, ένα κείμενο για τη γνωριμία του Όστερ με τον περίφημο ακροβάτη Φιλίπ Πετί, τον άνθρωπο που περπάτησε σε ένα σύρμα ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους το 1974: ο Όστερ τον είχε πρωτοδεί στη Γαλλία το 1971, και αργότερα μετέφρασε στα αγγλικά το βιβλίο του Πετί, On the High Wire. (Η βόλτα του Πετί είναι ο συνδετικός κρίκος των ιστοριών στο Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν, του οποίου η ελληνική μετάφραση –Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει– κυκλοφόρησε πρόσφατα.) Τα σημαντικότερα, όμως, κείμενα του βιβλίου είναι οι ιστορίες, πραγματικές ιστορίες με οστερική λογική ή, καλύτερα, παραδείγματα λειτουργίας της μηχανικής τής πραγματικότητας (διαβάστε μία απ’ αυτές τις ιστορίες εδώ).

Το περιστατικό με την κρεμμυδόπιτα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου. Η χρονιά είναι το 1973. Το ζευγάρι είναι ο Όστερ και η Ντέιβις, τότε ακόμα νέοι, άγνωστοι και άφραγκοι. Στα χαρτιά, το σχέδιο να μείνουν στο εξοχικό φαίνεται μια χαρά. Θέλουν την απομόνωση για να δουλέψουν τις μεταφράσεις τους και τα ποιήματά τους. Τα λίγα χρήματα που θα τους στέλνουν οι ιδιοκτήτες μαζί με όσα θα κερδίζουν μεταφράζοντας θα τους είναι αρκετά για να τα βγάλουν πέρα.

Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα αποδεικνύονται πιο δύσκολα. Οι πληρωμές για τις μεταφράσεις καθυστερούν κι όταν φτάνουν… δεν φτάνουν. Ο Όστερ καταλήγει να ψαρεύει ψιλά από τους καναπέδες για τα τσιγάρα του:

I remember savage nicotine fits, my body numb with need as I scrounged among sofa cushions and crawled behind cupboards in search of loose coins. For eighteen centimes (about three and a half cents), you could buy a brand of cigarettes called Parisiennes, which were sold in packs of four. I remember feeding the dogs and thinking that they ate better than I did. I remember conversations with L. when we seriously considered opening a can of dog food and eating it for dinner.

Κάπως έτσι έρχεται η στιγμή που ό,τι έχει απομείνει στο σπίτι είναι τα υλικά για την κρεμμυδόπιτα. Βέβαια, ο Όστερ δίνει μερικές διαφορετικές λεπτομέρειες:

The worst moments came for us in the late winter and early spring. Checks failed to arrive, one of the dogs was stolen, and little by little we ate our way through the stockpile of food in the kitchen. In the end, we had nothing left but a bag of onions, a bottle of cooking oil, and a packaged pie crust that someone had bought before we ever moved into the house – a stale remnant from the previous summer. L. and I held out all morning and into the afternoon, but by two-thirty hunger had gotten the better of us, and so we went into the kitchen to prepare our last meal. Given the paucity of elements we had to work with, an onion pie was the only dish that made sense.

After our concoction had been in the oven for what seemed a significant length of time, we took it out, set it on the table, and dug in. Against all our expectations, we both found it delicious. I think we even went so far as to say that it was the best food we had ever tasted, but no doubt that was a ruse, a feeble attempt to keep our spirits up. Once we had chewed a little more, however, disappointment set in. Reluctantly -ever so reluctantly- we were forced to admit that the pie had not yet cooked through, that the center was still too cold to eat. There was nothing to be done but put it back in the oven for another ten or fifteen minutes. Considering how hungry we were, and considering our salivary glands had just been activated, relinquishing the pie was not easy.

To stifle our impatience, we went outside for a brief stroll, thinking the time would pass more quickly if we removed ourselves from the good smells in the kitchen. As I remember it, we circled the house once, perhaps twice. Perhaps we drifted into a deep conversation about something (I can’t remember), but however it happened, and however long we were gone, by the time we entered the house again the kitchen was filled with smoke. We rushed to the oven and pulled out the pie, but it was too late. Our meal was dead. It had been incinerated, burned to a charred and blackened mass, and not one morsel could be salvaged.

Λίγο αργότερα καταφτάνει ο φωτογράφος και πηγαίνει το ζευγάρι για δείπνο σ’  ένα εστιατόριο. O Όστερ κλείνει την ιστορία του ως εξής:

We ate copiously and well, we emptied several bottles of wine, we laughed our heads off. And yet, delicious as that food must have been, I can’t remember a thing about it. But I have never forgotten the taste of the onion pie.

***

Ο Όστερ, όπως είπα παραπάνω, δεν κρύβει ότι η ιστορία είναι πραγματική. Επικεντρώνεται μόνο στην κρεμμυδόπιτα, και στην εμφάνιση του φωτογράφου -ενός ανθρώπου που εμφανιζόταν τόσο ακανόνιστα, ώστε να μην μπορούν να υπολογίζουν σ’ αυτόν για βοήθεια- την κατάλληλη στιγμή.

Η Ντέιβις, από την άλλη, παίρνει το ίδιο περιστατικό και το ντύνει τα ρούχα της μυθοπλασίας. Η ιστορία με την κρεμμυδόπιτα δεν έχει κεντρική θέση στο διήγημά της – είναι απλώς ένα από τα περιστατικά που συμβαίνουν στο ζευγάρι και δείχνει την κατάστασή τους· πιο σημαντική στο St. Martin είναι η εξαφάνιση ενός από τα σκυλιά, κάτι που ο Όστερ αναφέρει μόνο παρεμπιπτόντως στην δική του αφήγηση.

Μάλλον δεν έχει και τόση σημασία: υποψιάζομαι ότι ακόμα κι αν η Ντέιβις ξεκινούσε να αφηγηθεί την ιστορία ως πραγματική, πάλι θα είχαμε δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Το να θυμάσαι και να αφηγείσαι είναι, έως ένα βαθμό τουλάχιστον, μυθοπλασία. Όταν ένα γεγονός περνάει στη μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε αφήγηση. Καθένας απ’ όσους το έζησαν το είδε με τα δικά του μάτια και το φώτισε διαφορετικά, κι έπειτα η μνήμη κι η επανάληψη κάνουν το μοντάζ. Γι’ αυτό κάθε κείμενο είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτοβιογραφικό, και αντίστροφα: δεν είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που είναι.

Ο Ντέιβιντ Σιλντς, στο Reality Hunger: A Manifesto, ένα δοκίμιο που συντίθεται από σπαράγματα κειμένων που έγραψαν -ή αντέγραψαν- άλλοι, γράφει – ή αντιγράφει:

How can we enjoy memoirs, believing them to be true, when nothing, as everyone knows, is as unreliable as memory? […] the first and most unforgettable thing we learn about memory is that it’s fallible. Memories, we know now, can be buried, lost, blocked, repressed, even recovered. We remember what suits us, and there’s almost no limit to what we can forget.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποτε, σ’ ένα σπίτι στη Γαλλία, ο Όστερ και η Ντέιβις αναγκάστηκαν να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα με ό,τι είχε απομείνει στην κουζίνα, και την έκαψαν· κι ότι αργότερα την ίδια μέρα, ένας φίλος τους φωτογράφος τους έβγαλε για φαγητό. Τα υπόλοιπα, όπως θα έλεγε κι ο Αλεχάντρο Σάμπρα, είναι μυθοπλασία.

[Συνεχίζεται]

Χίλια φθινόπωρα

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ έχει καταφέρει να καθιερωθεί ως ένας ανεξάντλητος στις επινοήσεις του συγγραφέας –ίσως ο σημαντικότερος Βρετανός της γενιάς του–, γνωστός για τις πολύπλοκες, σαγηνευτικές αφηγήσεις του. Ακόμα, όμως, και κριτικοί που υποκλίνονται στην αφηγηματική του ιδιοφυΐα μοιάζουν λιγάκι αμήχανοι: αναγνωρίζουν ότι είναι ικανός να γράψει οτιδήποτε και να ενσωματώσει ποικίλες επιρροές, θεωρείται, όμως, ότι δεν έχει κατορθώσει να βρει μια δική του, χαρακτηριστική φωνή, ότι δεν μπορεί να γράψει ως Μίτσελ (εγγαστρίμυθο, τον λένε συχνά), ενώ έχει κατηγορηθεί ότι από τα εντυπωσιακά του αφηγηματικά οικοδομήματα απουσιάζει η ουσία.

Μετά από τις περίτεχνα διασταυρωμένες πολλαπλές αφηγήσεις του Ghostwritten (1999, ελληνική έκδοση: Ghostwritten – Το δέντρο της τύχης, Ελληνικά Γράμματα, 2003), του number9dream(2001, αμετάφραστο), και του Cloud Atlas (2004, ελληνική έκδοση: O άτλας του ουρανού, Ελληνικά Γράμματα, 2007) ο Μίτσελ έγραψε ένα μάλλον συμβατικό για τα μέτρα του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, το Black Swan Green (2006, ελληνική έκδοση: Μαύρος κύκνος, Ελληνικά Γράμματα, 2008) την ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού στη θατσερική Αγγλία. Εκ των υστέρων, μπορεί να δει κανείς αυτό το βιβλίο σαν ένα απαραίτητο στάδιο για τη μετάβαση στον κόσμο του The Thousand Autumns of Jacob de Zoet, που κυκλοφόρησε στις αρχές του Μαΐου και φαίνεται ν’ ανοίγει έναν καινούργιο, ωριμότερο κύκλο του μιτσελικού έργου. Αν και το βιβλίο αρχικά θεωρήθηκε από τα φαβορί για το φετινό βραβείο Μπούκερ και πολλοί υπολόγιζαν ότι αυτή θα ήταν η τρίτη και φαρμακερή φορά για τον συγγραφέα, η επιτροπή, σε μια κίνηση που εξέπληξε και συζητήθηκε πολύ, δεν το συμπεριέλαβε στην τελική λίστα (με την ευκαιρία, νικητής αναδείχθηκε ο Χάουαρντ Τζέικομπσον για το The Finkler Questionεδώ τα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά).

Η χώρα των χιλίων φθινοπώρων του τίτλου είναι η Ιαπωνία, όπου ο Μίτσελ έχει τοποθετήσει άλλο ένα βιβλίο του, το number9dream (είναι γνωστό ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει στη χώρα, απ’ όπου κατάγεται η γυναίκα του, και έχει επηρεαστεί από την κουλτούρα της, ενώ ο Ιάπωνας Χαρούκι Μουρακάμι τον έχει επηρεάσει πάρα πολύ). Στο τέλος του 18ου αιώνα, ο ολλανδικός εμπορικός σταθμός στο τεχνητό νησί της Ντετζίμα –το μοναδικό παράθυρο της Ιαπωνίας στον έξω κόσμο– βρίσκεται σε παρακμή (σύντομα, μάλιστα, θα γίνει το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου κυματίζει η ολλανδική σημαία). Ο Γιάκομπ ντε Ζουτ, ένας τίμιος και βαθιά θρησκευόμενος Ολλανδός, φτάνει στη Ντετζίμα με την ελπίδα ότι θα βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση για να παντρευτεί την αγαπημένη του, και με καθήκον του να ελέγξει τη διαφθορά. Σύντομα ανακαλύπτει ότι στο νησί επικρατεί ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων, με τους διερμηνείς να έχουν αποκτήσει μεγάλη εξουσία, αφού είναι ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ιαπώνων και Ολλανδών (οι Ολλανδοί απαγορεύεται να μάθουν ιαπωνικά, όπως επίσης απαγορεύεται να ασκούν χριστιανικές πρακτικές). Πριν καλά-καλά κατανοήσει τι συμβαίνει στη Ντετζίμα, ο ντε Ζουτ ερωτεύεται την Ορίτο, μια μαία με παραμορφωμένο πρόσωπο, και προσπαθεί να την προσεγγίσει παρά τα εμπόδια – κοινωνικά και πολιτισμικά, μεταξύ άλλων. Η Ορίτο, όμως, θα βρεθεί αιχμάλωτη σ’ έναν απομονωμένο ναό, θύμα, μαζί με άλλες γυναίκες, της εκμετάλλευσης ενός πανίσχυρου και διψασμένου για ακόμα περισσότερη εξουσία Ιάπωνα, και θα χρειαστεί να οργανωθεί μια εντυπωσιακή επίθεση από σαμουράι για τη διάσωσή της – την ίδια ώρα που οι Άγγλοι (οι οποίοι, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς, ακμάζουν) ετοιμάζονται να διεκδικήσουν το εμπορικό πόστο της Ντετζίμα.

Ο εξοικειωμένος με το έργο του Μίτσελ αναγνώστης θα διακρίνει πολύ εύκολα δύο βασικές διαφορές σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία. Η αφήγηση, με εξαίρεση ελάχιστες σελίδες, είναι τριτοπρόσωπη, και επιπλέον γραμμική και ως έναν βαθμό ενιαία· δεν θα βρει κανείς εδώ τις αφηγήσεις-ματριόσκες του Άτλαντα του Ουρανού. Η επινοητικότητα του συγγραφέα είναι και πάλι παρούσα, περιορισμένη όμως σε μια πιο συμβατική δομή –χωρίς αυτό να καθιστά το βιβλίο απλό–, κάτι που φάνηκε να ικανοποιεί την κριτική που ζητούσε από τον Μίτσελ λιγότερα πυροτεχνήματα και περισσότερη ουσία.

Ο Μίτσελ έχει κάνει εξαντλητική έρευνα για τη ζωή στην Ιαπωνία της εποχής και πετυχαίνει μια εξαιρετικά λεπτομερή ανασύστασή της, πράγμα που στην αρχή του βιβλίου είναι σχεδόν προβληματικό, αφού το πλήθος των λεπτομερειών, αλλά και των προσώπων που μπαινοβγαίνουν στις σελίδες, αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη· με άλλα λόγια, απαιτείται υπομονή για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει την ιστορία. Η υπομονή, όμως, ανταμείβεται, σε ένα μυθιστόρημα που από τη μία σελίδα στην άλλη μεταμορφώνεται: μοιάζει εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς ιστορικό, όμως ο τόσο προσεκτικά σχεδιασμένος ρεαλισμός του σπάει από σχεδόν μαγικά στοιχεία· ο Μίτσελ περνάει από το ρομάντζο στην περιπέτεια κι από εκεί στην κωμωδία, καταγράφοντας τη δύσκολη συνάντηση δύο διαφορετικών πολιτισμών (οι μεταβάσεις από το ιαπωνικό στοιχείο στο ολλανδικό και η καταγραφή της διαμεσολαβημένης από τους διερμηνείς επικοινωνίας είναι από τα δυνατά σημεία του βιβλίου) αλλά και τη σύγκρουση επιστήμης και δεισιδαιμονίας σε μια γλωσσικά ευφυέστατη και συχνά συναρπαστική αφήγηση. Ο ρυθμός κατεβαίνει στο τέλος του βιβλίου, που είναι μελαγχολικό και χαμηλόφωνο, αλλά πιστό στην ουσία της ζωής του ντε Ζουτ, ο οποίος ποτέ δεν θα καταφέρει να μπει στην καρδιά της χώρας και να προσπεράσει την κατάσταση του ξένου, αλλά τουλάχιστον θα έχει προσπαθήσει να διασώσει κάτι πολύ βαθύτερο.

Το βιβλίο, που ήταν από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, ανταποκρίνεται με άνεση στις υψηλές προσδοκίες και αποδεικνύει ότι ο Μίτσελ βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, αναζήτηση και ωρίμανση. Περισσότερο, όμως, από το να αποτελεί αριστούργημα, το The Thousand Autumns of Jacob de Zoet παρουσιάζει έναν συγγραφέα που είναι έτοιμος να γράψει ένα αριστούργημα – απλώς, όχι τώρα, όχι ακόμα.

*Ντέιβιντ Μίτσελ, The Thousand Autumns of Jacob de Zoet (480 σελίδες, Sceptre 2010). Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 511, Οκτώβριος 2010), εδώ με κάποιες αλλαγές. Δεν γνωρίζω ποιος εκδοτικός οίκος θα πάρει τα δικαιώματα των έργων του Μίτσελ τώρα που τα Ελληνικά Γράμματα έκλεισαν· ο Μίτσελ είναι μεγάλο όνομα και δύσκολα θα μείνει χωρίς Έλληνα εκδότη· κρισιμότερο ζήτημα είναι η τύχη των εργαζόμενων στα Ελληνικά Γράμματα.