Χίλια φθινόπωρα

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ έχει καταφέρει να καθιερωθεί ως ένας ανεξάντλητος στις επινοήσεις του συγγραφέας –ίσως ο σημαντικότερος Βρετανός της γενιάς του–, γνωστός για τις πολύπλοκες, σαγηνευτικές αφηγήσεις του. Ακόμα, όμως, και κριτικοί που υποκλίνονται στην αφηγηματική του ιδιοφυΐα μοιάζουν λιγάκι αμήχανοι: αναγνωρίζουν ότι είναι ικανός να γράψει οτιδήποτε και να ενσωματώσει ποικίλες επιρροές, θεωρείται, όμως, ότι δεν έχει κατορθώσει να βρει μια δική του, χαρακτηριστική φωνή, ότι δεν μπορεί να γράψει ως Μίτσελ (εγγαστρίμυθο, τον λένε συχνά), ενώ έχει κατηγορηθεί ότι από τα εντυπωσιακά του αφηγηματικά οικοδομήματα απουσιάζει η ουσία.

Μετά από τις περίτεχνα διασταυρωμένες πολλαπλές αφηγήσεις του Ghostwritten (1999, ελληνική έκδοση: Ghostwritten – Το δέντρο της τύχης, Ελληνικά Γράμματα, 2003), του number9dream(2001, αμετάφραστο), και του Cloud Atlas (2004, ελληνική έκδοση: O άτλας του ουρανού, Ελληνικά Γράμματα, 2007) ο Μίτσελ έγραψε ένα μάλλον συμβατικό για τα μέτρα του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, το Black Swan Green (2006, ελληνική έκδοση: Μαύρος κύκνος, Ελληνικά Γράμματα, 2008) την ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού στη θατσερική Αγγλία. Εκ των υστέρων, μπορεί να δει κανείς αυτό το βιβλίο σαν ένα απαραίτητο στάδιο για τη μετάβαση στον κόσμο του The Thousand Autumns of Jacob de Zoet, που κυκλοφόρησε στις αρχές του Μαΐου και φαίνεται ν’ ανοίγει έναν καινούργιο, ωριμότερο κύκλο του μιτσελικού έργου. Αν και το βιβλίο αρχικά θεωρήθηκε από τα φαβορί για το φετινό βραβείο Μπούκερ και πολλοί υπολόγιζαν ότι αυτή θα ήταν η τρίτη και φαρμακερή φορά για τον συγγραφέα, η επιτροπή, σε μια κίνηση που εξέπληξε και συζητήθηκε πολύ, δεν το συμπεριέλαβε στην τελική λίστα (με την ευκαιρία, νικητής αναδείχθηκε ο Χάουαρντ Τζέικομπσον για το The Finkler Questionεδώ τα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά).

Η χώρα των χιλίων φθινοπώρων του τίτλου είναι η Ιαπωνία, όπου ο Μίτσελ έχει τοποθετήσει άλλο ένα βιβλίο του, το number9dream (είναι γνωστό ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει στη χώρα, απ’ όπου κατάγεται η γυναίκα του, και έχει επηρεαστεί από την κουλτούρα της, ενώ ο Ιάπωνας Χαρούκι Μουρακάμι τον έχει επηρεάσει πάρα πολύ). Στο τέλος του 18ου αιώνα, ο ολλανδικός εμπορικός σταθμός στο τεχνητό νησί της Ντετζίμα –το μοναδικό παράθυρο της Ιαπωνίας στον έξω κόσμο– βρίσκεται σε παρακμή (σύντομα, μάλιστα, θα γίνει το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου κυματίζει η ολλανδική σημαία). Ο Γιάκομπ ντε Ζουτ, ένας τίμιος και βαθιά θρησκευόμενος Ολλανδός, φτάνει στη Ντετζίμα με την ελπίδα ότι θα βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση για να παντρευτεί την αγαπημένη του, και με καθήκον του να ελέγξει τη διαφθορά. Σύντομα ανακαλύπτει ότι στο νησί επικρατεί ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων, με τους διερμηνείς να έχουν αποκτήσει μεγάλη εξουσία, αφού είναι ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ιαπώνων και Ολλανδών (οι Ολλανδοί απαγορεύεται να μάθουν ιαπωνικά, όπως επίσης απαγορεύεται να ασκούν χριστιανικές πρακτικές). Πριν καλά-καλά κατανοήσει τι συμβαίνει στη Ντετζίμα, ο ντε Ζουτ ερωτεύεται την Ορίτο, μια μαία με παραμορφωμένο πρόσωπο, και προσπαθεί να την προσεγγίσει παρά τα εμπόδια – κοινωνικά και πολιτισμικά, μεταξύ άλλων. Η Ορίτο, όμως, θα βρεθεί αιχμάλωτη σ’ έναν απομονωμένο ναό, θύμα, μαζί με άλλες γυναίκες, της εκμετάλλευσης ενός πανίσχυρου και διψασμένου για ακόμα περισσότερη εξουσία Ιάπωνα, και θα χρειαστεί να οργανωθεί μια εντυπωσιακή επίθεση από σαμουράι για τη διάσωσή της – την ίδια ώρα που οι Άγγλοι (οι οποίοι, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς, ακμάζουν) ετοιμάζονται να διεκδικήσουν το εμπορικό πόστο της Ντετζίμα.

Ο εξοικειωμένος με το έργο του Μίτσελ αναγνώστης θα διακρίνει πολύ εύκολα δύο βασικές διαφορές σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία. Η αφήγηση, με εξαίρεση ελάχιστες σελίδες, είναι τριτοπρόσωπη, και επιπλέον γραμμική και ως έναν βαθμό ενιαία· δεν θα βρει κανείς εδώ τις αφηγήσεις-ματριόσκες του Άτλαντα του Ουρανού. Η επινοητικότητα του συγγραφέα είναι και πάλι παρούσα, περιορισμένη όμως σε μια πιο συμβατική δομή –χωρίς αυτό να καθιστά το βιβλίο απλό–, κάτι που φάνηκε να ικανοποιεί την κριτική που ζητούσε από τον Μίτσελ λιγότερα πυροτεχνήματα και περισσότερη ουσία.

Ο Μίτσελ έχει κάνει εξαντλητική έρευνα για τη ζωή στην Ιαπωνία της εποχής και πετυχαίνει μια εξαιρετικά λεπτομερή ανασύστασή της, πράγμα που στην αρχή του βιβλίου είναι σχεδόν προβληματικό, αφού το πλήθος των λεπτομερειών, αλλά και των προσώπων που μπαινοβγαίνουν στις σελίδες, αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη· με άλλα λόγια, απαιτείται υπομονή για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει την ιστορία. Η υπομονή, όμως, ανταμείβεται, σε ένα μυθιστόρημα που από τη μία σελίδα στην άλλη μεταμορφώνεται: μοιάζει εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς ιστορικό, όμως ο τόσο προσεκτικά σχεδιασμένος ρεαλισμός του σπάει από σχεδόν μαγικά στοιχεία· ο Μίτσελ περνάει από το ρομάντζο στην περιπέτεια κι από εκεί στην κωμωδία, καταγράφοντας τη δύσκολη συνάντηση δύο διαφορετικών πολιτισμών (οι μεταβάσεις από το ιαπωνικό στοιχείο στο ολλανδικό και η καταγραφή της διαμεσολαβημένης από τους διερμηνείς επικοινωνίας είναι από τα δυνατά σημεία του βιβλίου) αλλά και τη σύγκρουση επιστήμης και δεισιδαιμονίας σε μια γλωσσικά ευφυέστατη και συχνά συναρπαστική αφήγηση. Ο ρυθμός κατεβαίνει στο τέλος του βιβλίου, που είναι μελαγχολικό και χαμηλόφωνο, αλλά πιστό στην ουσία της ζωής του ντε Ζουτ, ο οποίος ποτέ δεν θα καταφέρει να μπει στην καρδιά της χώρας και να προσπεράσει την κατάσταση του ξένου, αλλά τουλάχιστον θα έχει προσπαθήσει να διασώσει κάτι πολύ βαθύτερο.

Το βιβλίο, που ήταν από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, ανταποκρίνεται με άνεση στις υψηλές προσδοκίες και αποδεικνύει ότι ο Μίτσελ βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, αναζήτηση και ωρίμανση. Περισσότερο, όμως, από το να αποτελεί αριστούργημα, το The Thousand Autumns of Jacob de Zoet παρουσιάζει έναν συγγραφέα που είναι έτοιμος να γράψει ένα αριστούργημα – απλώς, όχι τώρα, όχι ακόμα.

*Ντέιβιντ Μίτσελ, The Thousand Autumns of Jacob de Zoet (480 σελίδες, Sceptre 2010). Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 511, Οκτώβριος 2010), εδώ με κάποιες αλλαγές. Δεν γνωρίζω ποιος εκδοτικός οίκος θα πάρει τα δικαιώματα των έργων του Μίτσελ τώρα που τα Ελληνικά Γράμματα έκλεισαν· ο Μίτσελ είναι μεγάλο όνομα και δύσκολα θα μείνει χωρίς Έλληνα εκδότη· κρισιμότερο ζήτημα είναι η τύχη των εργαζόμενων στα Ελληνικά Γράμματα.

2 thoughts on “Χίλια φθινόπωρα

  1. Well, thanx for this (λίγο αργά το ανακάλυψα, το ξέρω…!). Τελειώνω το Ghostwritten (το απόλαυσα!), και το Cloud Atlas έχει σειρά (δυστυχώς, έχουν και άλλα…). Το Thousand Autumns (ήδη στο ράφι μου) θα το κρατήσω για την επόμενη φορά που θα με πιάσει Ιαπωνο-μανία (την τελευταία φορά καταβρόχθισα το Lost Japan του Alex Kerr – συνίσταται ανεπιφύλακτα!!)

    • Ευχαριστώ για την πρόταση, θα το βάλω στη λίστα books to check. 🙂 Περιμένω εντυπώσεις και από το Cloud Atlas και από τούτο δω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s