Great House

My work continued to go badly. I wrote more slowly than I ever had before, and continued to second-guess what I’d written, unable to escape the feeling that all I’d written in the past had been wrong, misguided, a kind of enormous mistake. I began to suspect that instead of exposing the hidden depths of things, as all along I’d supposed I was doing, perhaps the opposite was true, that I’d been hiding behind the things I wrote, using them to obscure a secret lack, a deficiency I’d hidden from others all my life, and, by writing, had kept, even, from myself. A deficiency that became larger as the years passed, and harder to conceal, making my work more and more difficult. What sort of deficiency? I suppose you could call it a deficiency of spirit. Of strength, of vitality, of compassion, and because of this, welded to it, a deficiency of effect. So long as I wrote, there was the illusion of these things. The fact that I didn’t witness the effect didn’t mean it didn’t exist. I made a point of answering the question I received with some frequency from journalists, Do you think that books can change people’s lives? (which really meant, Do you actually think anything you write could mean anything to anyone?), with a little airtight thought experiment in which I asked the interviewer to imagine the sort of person he might be if all of the literature he’d read in his life were somehow excised from his mind, his mind and soul, and as the journalist contemplated that nuclear winter I sat back with a self-satisfied smile, saved again from facing the truth.

Νικόλ Κράους, Great House

The Auster effect

Στο βιβλιαράκι-κόσμημα The Private Lives of Trees του Χιλιανού Αλεχάντρο Σάμπρα, ο ήρωας παραγγέλνει μια τούρτα για τα γενέθλια της κοπέλας του, της Κάρλα – η σχέση είναι στα τελευταία της. Πηγαίνει να την παραλάβει και συγκινείται από την γυναίκα που φτιάχνει τις τούρτες και την μικρή της κόρη.

Αργότερα η Κάρλα του γράφει στον τοίχο με κόκκινη μπογιά: Get out of my house motherfucker. Κι ο άντρας φεύγει. Αναζητώντας καινούργιο σπίτι, βρίσκει στις αγγελίες μια γνωστή διεύθυνση: είναι το σπίτι της γυναίκας με τις τούρτες. Αν και το σπίτι είναι υπερβολικά μεγάλο κι ακριβό γι’ αυτόν, το νοικιάζει και ζει σ’ αυτό με τα βιβλία του κι ένα ταλαίπωρο μπονσάι.

Δύο φίλοι τον επισκέπτονται:

After apologizing for the sad state of the bonsai, Julián told them the story he really wanted to tell them: that he had been in that apartment before, he had met its previous denizens (he used that somewhat pompous word, denizens), a young woman and her daughter. It was easy to discern a mysterious force in his story, a kind of wonder that to his friends seemed revealing.


“And that’s why you rented this place,” said Bernadita, with friendly irony. “Out of love for coincidences.”

“No,” responded Julián, ashamed. Forcefully, with even a certain unnecessary violence, he replied: “I rented it because it seemed convenient.”

“Yeah Julián, admit it,” said Sergio. “You rented it because you’ve been reading too much Paul Auster.”

Sergio and Bernadita could not contain their ill-considered laughter. Julián laughed too, but without wanting to, or maybe wishing his friends would leave and come back only when the attack of laughter had passed. Because of that uncomfortable joke, Julián never again read anything by Paul Auster. On more than one occasion, he even advised others against reading Auster, arguing that, except for some pages of The Invention of Solitude, he was nothing more than watered-down Borges.

Παρότι, όμως, ο ήρωας σταματά να διαβάζει Όστερ, ψάχνει επίμονα τη γυναίκα που έμενε στο διαμέρισμά του, κι όταν τη βρίσκει, καταλήγει να παραγγέλνει συνέχεια τούρτες για να μην την χάσει ξανά.

Αυτές οι μικρές και μεγάλες συμπτώσεις που κυριαρχούν στο έργο του Όστερ είναι αλήθεια ότι άλλους τούς μαγεύουν, κι άλλους τούς απωθούν. Για τον Όστερ, δεν είναι παρά ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος.

*Στα ελληνικά κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Αλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι (μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, Πατάκης, 2008). Μερικές ακόμα εμφανίσεις του Όστερ στα έργα άλλων μπορείτε να δείτε εδώ.

Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία

Στο τελευταίο μυθιστόρημα που έβγαλε ο Ζοζέ Σαραμάγκου πριν μας αποχαιρετήσει, με τίτλο Κάιν (2009, η όμορφη -όπως πάντα- μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά μόλις κυκλοφόρησε από τον Καστανιώτη), ο συγγραφέας επιστρέφει στη Βίβλο και την ανακατώνει με διαβολεμένο κέφι, για να πει, με τον δικό του τρόπο, την ιστορία του πρώτου φονιά, που μάλλον δεν είναι ο Κάιν αλλά ο Θεός ο ίδιος.

Ελάχιστα πράγματα μένουν όρθια στις λιγότερες από εκατόν πενήντα σελίδες του βιβλίου, με τον Κάιν (και φυσικά, τον αναγνώστη) να μεταφέρεται, χωρίς αναπνοή, από το ένα μέρος στο άλλο, από τον ένα χρόνο στον άλλο, από τη θυσία του Αβραάμ στα Σόδομα και τα Γόμορρα κι αποκεί στην Κιβωτό του Νώε. Το βιβλίο βρίθει αναχρονισμών, τυπικών εξάλλου στον Σαραμάγκου, και ο συγγραφέας έχει πλήρη συνείδησή τους, τις διασκεδάζει μάλιστα (όπως φαίνεται, εξάλλου, να διασκεδάζει τη συγγραφή του βιβλίου). Λιγότερο από το να αποδώσει χαρακτήρες ή να υποταχτεί σε μια λογική αφηγηματική σειρά, να αποζητήσει τη συνοχή, τον ενδιαφέρει να παρουσιάσει έναν τυραννικό, παράλογο Θεό, έναν Θεό που τιμωρεί αθώους και ένοχους χωρίς διακρίσεις, έναν Θεό που με τα λόγια του Κάιν δεν αξίζει τον κόπο να υπάρχει, και τη βιβλική αφήγηση σχεδόν ως φαρσοκωμωδία πνιγμένη στο αίμα.

Το βιβλίο, γεμάτο απολαυστικό χιούμορ, μοιάζει να έχει γραφτεί με βιασύνη, σχεδόν την ίδια με την οποία περνάει η αφήγηση από το ένα επεισόδιο στο άλλο· η βιασύνη του υπερήλικα συγγραφέα που ξέρει ότι ο θάνατος είναι κοντά, μπορεί να πει κανείς, όμως το σπινθηροβόλο πνεύμα του Σαραμάγκου είναι παντού μέσα στις σελίδες του, και φυσικά στη διαμάχη του Κάιν με τον Θεό μπορούμε να δούμε τον ίδιο τον συγγραφέα ως Κάιν – κάτι που δίνει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ένα πολύ διαφορετικό χρώμα, τώρα που ο Σαραμάγκου έχει πεθάνει. Δεν είναι το καλύτερο έργο του, είναι όμως μια χιουμοριστική σύνοψη μιας συνεπούς στάσης απέναντι στη θρησκεία – μια διαθήκη αθεΐας, εξαιρετικά ευχάριστη στο διάβασμα.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, Θεός και Κάιν μιλούν αμέσως μετά τον φόνο του Άβελ:

Θέλησα να σε δοκιμάσω, Και ποιος είσαι εσύ για να δοκιμάζεις αυτό που δημιούργησες, Είμαι ο υπέρτατος άρχων όλων των πραγμάτων, Και όλων των όντων, θα πεις, όχι όμως δικός μου και της ελευθερίας μου, Ελευθερία για να σκοτώνεις, Όπως εσύ ήσουν ελεύθερος να επιτρέψεις να σκοτώσω τον άβελ ενώ ήταν στο χέρι σου να το αποτρέψεις, αρκεί για μια στιγμή να είχες εγκαταλείψει το ματαιόδοξο αλάθητο που μοιράζεσαι με όλους τους άλλους θεούς, αρκεί για μια στιγμή να ήσουν πραγματικά ευσπλαχνικός, να δεχόσουν την προσφορά μου με ταπεινότητα, απλώς και μόνο γιατί δεν έπρεπε να τολμήσεις να την αρνηθείς, οι θεοί, κι εσύ όπως όλοι οι άλλοι, έχετε υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους που λέτε πως δημιουργήσατε, Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος, Πιθανόν να είναι, σε διαβεβαιώ όμως πως, αν ήμουν θεός, κάθε μέρα θα έλεγα Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία γιατί σε αυτούς ανήκει η βασιλεία της γης, Ιεροσυλία, Μπορεί, πάντως μεγαλύτερη από τη δική σου δεν είναι, που επέτρεψες να πεθάνει ο άβελ, Εσύ τον σκότωσες, Ναι, είναι αλήθεια, εγώ ήμουν το εκτελεστικό όργανο, αλλά η καταδίκη υπαγορεύτηκε από σένα, Το αίμα που βρίσκεται εδώ δεν το έχυσα εγώ, ο κάιν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στο κακό και στο καλό, αφού επέλεξε το κακό θα το πληρώσει, Όσο κλέφτης είναι αυτός που μπαίνει στο αμπέλι άλλο τόσο είναι κι αυτός που φυλάει τσίλιες, είπε ο κάιν, Και το αίμα αυτό απαιτεί εκδίκηση, επέμεινε ο θεός, Αφού είναι έτσι, θα εκδικηθείς ταυτόχρονα έναν πραγματικό θάνατο κι έναν που δεν έχει ακόμα γίνει, Εξηγήσου, Δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις, Μη σε νοιάζει εσένα, μίλα, Είναι απλό, σκότωσα τον άβελ, γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω εσένα, στην πρόθεση είσαι νεκρός.

*Πρώτη δημοσίευση στο Acid Art.

Διπρόσωπο νουάρ

Update, 27/6/2011: Το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis, σε μετάφραση του Γιώργου Καρατζήμα, με τίτλο Η πόλη και η πόλη.

[Η παρουσίαση περιέχει σπόιλερ, αφού είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για το συγκεκριμένο βιβλίο χωρίς να αποκαλύψεις ουσιώδη πράγματα. Διαβάστε με δική σας ευθύνη.]

Δύο πόλεις κάπου στην Ανατολική Ευρώπη μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού αποτελούν το χώρο όπου διαδραματίζεται το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Τσάινα Μιέβιλ. Αυτές οι δύο πόλεις, όμως, έχουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα, που θα έκανε έναν αδαή παρατηρητή να τις θεωρήσει μία: είναι χτισμένες στον ίδιο χώρο, συνυπάρχουν στην ίδια πραγματικότητα, γνωρίζουν η μία την ύπαρξη της άλλης αλλά επιμένουν να αγνοούν η μία την άλλη, σε μια πολύπλοκη συνύπαρξη-αμοιβαία άρνηση. Οι κάτοικοί τους εκπαιδεύονται συστηματικά από πολύ μικροί να αγνοούν την άλλη πόλη, να «ξεβλέπουν» άμεσα την πραγματικότητά της, είτε περπατούν στο δρόμο, είτε οδηγούν, είτε διασταυρώνονται με τους κατοίκους της «άλλης» πλευράς, είτε απλώς κοιτάζουν από το παράθυρο του σπιτιού τους. Οι παραβάσεις ελέγχονται από μια σκοτεινή αρχή και οι παραβάτες εξαφανίζονται από προσώπου γης. Ακόμα και οι τουρίστες, για να μπορέσουν να επισκεφτούν τις πόλεις, περνάνε από εκπαίδευση· σε περίπτωση παράβασης, οι αρχές τους διώχνουν και στο εξής δεν τους επιτρέπεται να επιστρέψουν. Για να μετακινηθεί ένας κάτοικος από τη μία πόλη στην άλλη, πρέπει να περάσει από ένα κτίριο κοινό και στις δύο, έναν συνοριακό σταθμό στο κοινό τους κέντρο. Όταν βρεθεί στην έξοδο, στην ουσία θα βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου ήταν και πριν – αλλά, τώρα, σε διαφορετική πόλη, όπου επιβάλλεται να βλέπει όσα πριν έπρεπε να αγνοεί και να αγνοεί όσα πριν επιτρεπόταν να βλέπει.

Σε μία από αυτές τις δύο πόλεις ζει και ο επιθεωρητής Μπορλού· η κατάσταση των πραγμάτων τον κάνει να νιώθει μάλλον άβολα, όμως την αποδέχεται όπως όλοι. Μέχρι που καλείται να διαλευκάνει έναν φόνο. Αρχικά μοιάζει συνηθισμένη υπόθεση, γρήγορα όμως αποκαλύπτεται ότι δεν είναι: φαίνεται ότι το θύμα δολοφονήθηκε στη μία πόλη και το πτώμα μεταφέρθηκε στην άλλη· τα στοιχεία οδηγούν σε ομάδες στο περιθώριο του νόμου που προσπαθούν να προωθήσουν την ιδέα της ύπαρξης μιας τρίτης πόλης, αόρατης στους πολλούς· η έρευνα τελικά μοιάζει ν’ ανοίγει ρωγμές στην ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων. Πολιτικά συμφέροντα αξιοποιούν τη γραφειοκρατία επιβάλλοντας να παραμείνει η υπόθεση στα χέρια του Μπορλού και να μην περάσει σε ανώτερα κλιμάκια, κι έτσι ο επιθεωρητής θ’ αναγκαστεί να ταξιδέψει στην πόλη που έχει μάθει από μικρός να αγνοεί.

Φυσικά, για να γραφτεί ένα καλό βιβλίο δεν αρκεί μια έξυπνη ιδέα· χρειάζεται κι ένας ικανός συγγραφέας που δεν θα λυγίσει κάτω από το βάρος της και θα μπορέσει να την αξιοποιήσει σωστά. Κι ο Μιέβιλ το καταφέρνει: στήνει τον παράδοξο κόσμο του βιβλίου του με εντυπωσιακή λεπτομέρεια, χωρίς ποτέ η ιστορία να χάσει τον βηματισμό της. Επιτυχημένο κράμα λογοτεχνίας του φανταστικού και νουάρ, με τη σκιά του Ρέιμοντ Τσάντλερ στις σελίδες του και καφκικές αποχρώσεις, το The City & the City είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται ακόμα και σε κοινό που δεν ενδιαφέρεται για το φάνταζι, και λειτουργεί σε δύο επίπεδα: σαν μια εύστοχη αλληγορία για τη σύγχρονη ύπαρξη –μιλώντας για τις πραγματικότητες που υπάρχουν δίπλα μας αλλά μαθαίνουμε να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε λες και δεν μας αφορούν, λες και ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, και με εμφανείς πολιτικές αποχρώσεις– αλλά και σαν μια καλοκουρδισμένη αστυνομική ιστορία, το παράξενο περιβάλλον της οποίας δεν είναι απλώς ντεκόρ, αλλά ζωτικό στοιχείο στην εξέλιξή της.

Ο Μιέβιλ ανήκει σε μια νεότερη γενιά συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού, που επιχειρούν να εξερευνήσουν τα όρια του είδους και να ξεπεράσουν τα κλισέ και τις συμβάσεις του· στο έργο του, εξάλλου, είναι εμφανής και μια συνειδητά πολιτική ματιά, που του δίνει μεγαλύτερο βάθος. Τα τελευταία χρόνια σαρώνει τα βραβεία του είδους· με το The City & the City πρόσθεσε στην εντυπωσιακή συλλογή του το τρίτο του βραβείο Άρθουρ Κλαρκ (ο πρώτος συγγραφέας που το πετυχαίνει) ενώ στις αρχές του Σεπτέμβη τιμήθηκε και με το βραβείο Χιούγκο (από κοινού με τον Πάολο Μπατσιγκαλούπι).

Για τον Τσάινα Μιέβιλ, δείτε και το rejectamentalist manifesto.

*Τσάινα Μιέβιλ, The City & the City, 312 σελίδες, Pan MacMillan, 2009. Πρώτη δημοσίευση του κειμένου, σε ελαφρώς συντομευμένη εκδοχή, στο περιοδικό Διαβάζω που κυκλοφορεί (τεύχος 512, Νοέμβριος 2010). Στο ίδιο τεύχος μπορείτε να διαβάσετε και το αφιέρωμα στον Ίαν ΜακΓιούαν που επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος (η γιορς τρούλι συμμετέχει με ένα κείμενο κι ένα χρονολόγιο).

Sunset Park

We do not grow stronger as the years advance. The accumulation of sufferings and sorrows weakens our capacity to endure more sufferings and sorrows, and since sufferings and sorrows are inevitable, even a small setback late in life can resound with the same force as a major tragedy when we are young. The straw that broke the camel’s back.

Πολ Όστερ, Sunset Park