Ονειρεύομαι να μην είχαν σβήσει τα όνειρά μου

Εκατό Έλληνες του Βελγίου -ανθρακωρύχοι, νοικοκυρές, χορευτές, δικηγόροι, οδηγοί ταξί, μαθητές- ποζάρουν με τα μάτια κλειστά στο φακό του Σπύρου Παλούκη και μιλούν για τα όνειρά τους: άλλοι ονειρεύονται την επιστροφή στην Ελλάδα, άλλοι μια Ελλάδα διαφορετική· άλλοι κοιτάζουν προς το μέλλον κι άλλοι νοσταλγούν το παρελθόν· άλλοι ονειρεύονται γενναίες υπερβάσεις κι άλλοι λαχταρούν να πιουν ένα ούζο πλάι στο κύμα.

Ο Γιώργος Πολίτης, μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών στις Βρυξέλλες, ονειρεύεται να ψαρεύει στα ανοιχτά του Αγίου Όρους· η Ειρήνη Μέγγενς-Δημακάκου, εκδότρια ομογενειακής εφημερίδας στο Βατερλό, ονειρεύεται να γυρίσει στην πατρίδα της, τη Μάνη, και να θαφτεί στη σκιά του Ταΰγετου· η Χριστίνα Καρακώστα, δικηγόρος και μπασκετμπολίστρια στις Βρυξέλλες, ονειρεύεται τη θάλασσα· ο Μιχάλης Μπακόλας, διευθυντής κινηματογράφου στη Σαρλερουά, ονειρεύεται να συναντήσει τον συγγραφέα της Ατέλειωτης γραφής του αίματος (Κέδρος, 1996, πλέον εξαντλημένο), τον Νίκο Μπακόλα, και τους φαντάζομαι να συζητούν μέσα σε ένα όνειρο, ή ίσως στις σελίδες ενός βιβλίου, για τη συνέχεια αυτού του βιβλίου που, όπως ο συγγραφέας σημείωσε στην πρώτη σελίδα, ανακάλυψε ότι δεν τελειώνει, ούτε τελειώνεται [1]· αυτή η συνάντηση είναι ένα άλλο βιβλίο που ίσως να περιμένει τον συγγραφέα του.

Το βιβλίο του Σπύρου Παλούκη, ούτως ή άλλως, εκτός από λεύκωμα φωτογραφιών είναι κι ένα λεύκωμα άγραφων ιστοριών: κάθε φωτογραφία είναι μια συνάντηση, υλικό για ένα δεύτερο βιβλίο ή ίσως για πολλά ακόμη βιβλία, ανάλογα με τα κέφια του συγγραφέα· κι ακόμα είναι η η αρχή, το μέσον ή το τέλος πολλών ιστοριών, τόσων, όσα τα μάτια που θα τις δουν.

Oι φωτογραφίες είναι πολύ πιο ομιλητικές από τα ίδια τα λόγια των φωτογραφιζόμενων. Συνήθως, φωτογραφιζόμαστε με κλειστά τα μάτια κατά λάθος, κι αυτό αρκεί να θεωρήσουμε τη φωτογραφία αποτυχημένη. Εδώ γίνεται εσκεμμένα, επιλογή που αφήνει τα πρόσωπα σχεδόν ανυπεράσπιστα· μερικοί, διακρίνεις, το παίρνουν σαν παιχνίδι, γι’ αυτό και το χαμόγελό τους φωτίζεται από μια υποψία παιδικής σκανδαλιάς, άλλων τα πρόσωπα όμως προβάλλουν ανεξιχνίαστα· σε κάθε περίπτωση, σε καλούν να τους φανταστείς μακριά από την πόζα τους – ή ίσως, λίγο πριν και λίγο μετά.

Πάνω φωτογραφία: Κριστέλ Τσιλιμπάρη, επιμελήτρια εκθέσεων, Βρυξέλλες. «Ονειρεύμαι να βρίσκομαι σε μια παραλία με μοναδικό ήχο τον παφλασμό των κυμάτων και με την ανάμνηση μιας θερμής ηλιαχτίδας πάνω στο σώμα μου».

Κάτω φωτογραφία: Αντώνης Ρουμελιώτης, ανθρακωρύχος, Γκενκ. «Ονειρεύομαι να ζήσω καλά με την οικογένειά μου στη δεύτερη πατρίδα μου, το Βέλγιο. Όταν ήμουν νεότερος, καθημερινά ονειρευόμουν την επιστροφή στην Ελλάδα. Πλέον, όμως, νομίζω ότι η ζωή αποφάσισε…»

Το Daydreaming: One hundred Greeks of Belgium dream of Greece (πεντάγλωσση έκδοση: ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ολλανδικά) κυκλοφορεί από τη Fata Morgana, τον εκδοτικό οίκο που έχει στήσει ο Σπύρος Παλούκης στην Έδεσσα. Ο τίτλος του ποστ είναι από το όνειρο της Ευθυμίας Ταρασίδου, νοικοκυράς στην πόλη Μονς.

[1] «Έπρεπε να γίνω εβδομήντα χρόνων για να καταλάβω ότι κανένα μυθιστόρημα δεν τελειώνει ούτε τελειώνεται, δεν τελειούται, ρέει σαν αίμα κι αφήνει πίσω την όποια γραφή του, καλή ή κακή, ανεξίτηλη ή ξέθωρη. Έτσι, η ελπίδα για να τελειώσει ίσως, κάποτε, αυτό το μυθιστόρημα είναι να το συνεχίσει κάποιος άξιος επίγονος, κάποια επίγονη…»

Χώμα στο χώμα

Κατά ύψος και κατά βάθος. Πτώσεις και αναλήψεις. Το περίβλημα του θανάτου υπάρχει αποκλειστικά για τους ζωντανούς.

(Για τον Τάκη Καρρά, τον τραγουδιστή του δάσους, βρήκα μονάχα μια μικρή αναφορά και ένα ποίημά του εδώ)

A Sad Revelation

Odysseus comes back to Ithaca in a little boat on a clear day. The familiarity of the east face of the island seems absurd—bemused, he runs a tricky rip current he has not thought about in fifteen years and lands by the mouth of a creek where he swam as a boy. All his impatience leaves him and he sits under an oak he remembers whose branches overhang the water, good for diving. Twenty years have gone by, he reflects, what are a few more minutes. An hour passes in silence and it occurs to him that he is tired and might as well go home, so he picks up his sword and walks toward his house, sure that whatever obstacles await will be minor compared to what he has been through.

The house looks much as it did when he left. He notices that the sheep byre’s gate has been mended. A rivulet of smoke rises from the chimney. He steals lightly in, hand on sword, thinking how ridiculous it would be to come so far and lose everything in a moment of carelessness.

Within, Penelope is at her loom and an old man drowses by the fire. Odysseus stands in the doorway for a while before Penelope notices him and shrieks, dropping her shuttle and before she draws another breath running and embracing him, kissing him and wetting his cheeks with her tears. Welcome home, she says into his chest.

The man by the fire stands up looking possessive and pitifully concerned and in an intuitive flash Odysseus knows that this is her husband. The idea is absurd—the man is soft, grey and heavy, no hero and never was one, would not have lasted an hour in the blinding glare before the walls of Troy. He looks at Penelope to confirm his guess and notices how she has aged—her hips wider, her hair more grey than not, the skin around her eyes traced with fine wrinkles. Without the eyes of home-coming there is only an echo of her beauty. She steps back from him and traces a deep scar on his shoulder and her wonder and the old man’s fear become a mirror—he realizes that with his blackened skin, tangled beard and body lean and hard from years of war he looks like a reaver, a revenant, a wolf of the sea.

Willfully composed, Penelope puts her hand on his shoulder and says that he is most welcome in his hall. Then her face collapses into tears and she says she did not think he was coming back, had been told he was dead these last eight years, had given up a long time ago, had waited as long as she could, longer than anyone thought was right.

He had spent the days of his exile imagining different homecoming scenarios but it had never occurred to him that she would just give up. The town deserted, his house overrun by violent suitors, Penelope dying, or dead and burned, but not this. «Such a long trip,» he thinks, «and so many places I could have stayed along the way.»

Then, mercifully, revelation comes. He realizes that this is not Penelope. This is not his hall. This is not Ithaca—what he sees before him is a vengeful illusion, the deception of some malevolent god. The real Ithaca is elsewhere, somewhere on the sea- roads, hidden. Giddy, Odysseus turns and flees the tormenting shadows.

Ζάκαρι Μέισον, The Lost Books of the Odyssey