Memory distorts memory

It does not help, having a photo. I believe –I know– that photos have destroyed our memories. Every time we take a photograph, we forget to embed things in our minds, in our actual brain cells. The taking of the photograph gets us off the hook, in a way, from trying to remember. I’ll take a photo so I can remember this moment. But what you are actually doing is leaving it out of your brain’s jurisdiction and relying on Polaroids, Kodak paper, little disintegrating squares glued in albums. Easily lost or neglected in a box in your waterlogged garage. Or you bury it in some huge digital file, waiting to be clicked open. All you have done is postponed the looking, and so the actual engaging, until all you are left with is this second-generation memory, a memory of an event that is truly only a memory of a photograph of the event. It is not a real, deep memory. It is a fake, fleeting one, and your mind can’t even tell the difference.

Ντέινα Σπιότα, Stone Arabia

Δύο αδέλφια: ο Νικ και η Ντενίς. Εκείνος είναι προορισμένος για τη ζωή του καλλιτέχνη: συστηματικός, αποφασισμένος, μαθαίνει μόνος του κιθάρα. Δεν θα γίνει ποτέ του βιρτουόζος, θα ανακαλύψει όμως σύντομα ότι μπορεί να γράψει όμορφα τραγούδια. Εκείνη τον παρακολουθεί από μια πυρετική απόσταση, καταδικασμένη από νωρίς να πατά γερά στην πραγματικότητα που ο αδελφός της αποφεύγει.

Όταν οι ελπίδες του Νικ να κάνει τον πρώτο του δίσκο γκρεμίζονται, βάζει μπροστά ένα τεράστιο μουσικό πρότζεκτ, μεγαλύτερο από την ίδια του τη ζωή αφού πολύ απλά την περιέχει: φτιάχνει τον ένα δίσκο μετά τον άλλον μόνος του, (άλλοτε με μπάντες που αποτελούνται, στην πραγματικότητα, μονάχα από τον ίδιο,  άλλοτε σόλο) τους στέλνει σε συλλεκτικές, αριθμημένες χειροποίητες εκδόσεις σε ένα περιορισμένο κοινό που αποτελείται από την αδελφή του, την ανιψιά του, τις πρώην του, τους φίλους του, και καταγράφει μεθοδικά αποθεωτικές κριτικές, εξαιρετικά αρνητικές κριτικές, συνεντεύξεις που δεν δόθηκαν ποτέ έξω από τον κόσμο του μυαλού του – η απίθανη τεκμηρίωση μιας φανταστικής καριέρας που θα ολοκληρωθεί το 2004, με την κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ μιας επικής σειράς 20 πειραματικών δίσκων, το magnum opus του Νικ.

Όσο ο Νικ μεταμορφώνεται σε μουσικό αντίστοιχο του Χένρι Ντάρτζερ, η Ντενίς αντιμετωπίζει την πραγματική ζωή που εκείνος αγνοεί: την γεροντική άνοια που καταπίνει την μνήμη της μητέρας τους, τους φόβους της για τη δική της, φθίνουσα μνήμη και για την φθίνουσα υγεία του Νικ που εξακολουθεί να καπνίζει πολύ, να πίνει ακόμα περισσότερο και να αδιαφορεί για την ίδια του τη ζωή, εφόσον η ζωή του τον ενδιαφέρει πλέον μόνο ως τμήμα αυτού του τεράστιου έργου εν προόδω. Καθώς η κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου πλησιάζει, κι η κόρη της ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για τον εκκεντρικό θείο, η Ντενίς παρακολουθεί εμμονικά ειδήσεις σε βαθμό που να μην μπορεί να ξεχωρίσει πού τελειώνει ο κόσμος και αρχίζει η ίδια , περνά ξάγρυπνα βράδια προσπαθώντας να κάνει διαγνώσεις για τη μητέρα της, τον εαυτό της και τον αδελφό της στο ίντερνετ, κι αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η ιστορία του αδελφού της φτάνει προς το τέλος.

Η Σπιότα για την καριέρα του Νικ, μια καριέρα που ανήκει σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, και την εμμονή του στην καταγραφή της – εμμονή που, όπως λέει, δεν είναι τόσο ασυνήθιστη τελικά:

Nik chooses writing – on top of recording music, he creates the Chronicles to document his (imagined) life in print.

Which is a novelistic impulse. I’m not a musician, so the actual making of the records to me is not as interesting as the making of the Chronicles, which feels like a book. [Writing one,] you’re immersed in your world and you’re in total control – except that then you do put it out there into the world, and you get a response, which is wonderful. [Nik] just has his sister as his response. Part of what the book is about is this idea of response. I relate also to the sister because my whole life I’ve had response – movies, books and music were always things that kept me going. That was my consolation; I had these things that saved me and made me feel OK. So [Denise], as a responder to his work, their relationship is deep and reciprocal, as artist and audience but also as sister and brother.

I’ve discovered, since I’ve published the book, that there are a lot of people that do not just the basement recordings, which you can imagine is very common, but also keeping fake liner notes and doing a journal and creating a sort of alternative reality. That seems to be less unusual than you would imagine.

It seemed very unusual.

It seemed very eccentric!

This question of artist and audience response – do you think a character like Nik could survive without his sister’s gaze?

I think there are some people who produce things in complete isolation, but most people have somebody who will listen to the CD they’ve made, or watch the movie they’ve made, or look at the painting they’ve made. Because in a way it’s self-preservation. Maybe there’s some narcissism to it; maybe there’s some perversity to it, but [Nik] has found a way to be whole, have his integrity, in the face of what are not great conditions. I think it’s harder than ever to be an artist. I think that you end up, especially as a middle-aged person, you pay such big consequences for saying, I’m just going to devote my life to making art, or I’m going to devote my life to writing novels. You end up with no resources.

Το βιβλίο της Σπιότα (εδώ ένα απόσπασμα) παίζει με την αφοσίωση του καλλιτέχνη στο έργο του, τις οικογενειακές σχέσεις, το πέρασμα του χρόνου και τη σύγχυσή μας απέναντι σε έναν κόσμο που μας βομβαρδίζει με εικόνες, με ιστορίες, με αλλαγές και χάος, και προσφέρεται για παράλληλο διάβασμα με το A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν.

You can go back forever to grab a context for a brother and sister. And even then the backward glance is distorted by the lens of the present. The further back, the greater the distortion. It is not just that emotions distort memory. It is that memory distorts memory, if that makes any kind of sense.

Peculiarities

We cling  to our fairy tales until the price of believing them becomes too high.

Ο παππούς του πάντα τού έλεγε παράξενες ιστορίες για το ορφανοτροφείο όπου μεγάλωσε. Κάθε ορφανό είχε ένα μοναδικό, παράξενο χάρισμα. Αργότερα, ο παππούς μιλούσε για τέρατα που τον κυνηγούσαν – γι’ αυτό και στο σπίτι του είχε ένα οπλοστάσιο: έπρεπε να είναι έτοιμος να αμυνθεί στις επιθέσεις τους.

Ο εγγονός κάποτε υποψιάστηκε ότι όλα αυτά ήταν ιστορίες για αγρίους – δικαιολογημένες, ίσως, από τα τραύματα που κουβαλούσε ο παππούς έχοντας επιβιώσει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον αφανισμό της οικογένειάς του από τους Ναζί, πάντως φαντασιώσεις που δεν ήταν για να τις πάρεις στα σοβαρά.

Όταν όμως ο παππούς πεθαίνει στα χέρια του, κι ο εγγονός βλέπει ένα από τα τέρατα που του περιέγραφε, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ίσως και να μην ήταν παραμύθια τελικά, κι ότι δίπλα στο ένα Ολοκαύτωμα, το γνωστό, υπάρχει κι ένα δεύτερο, άγνωστο στους πολλούς, με τους επιζήσαντες να προσπαθούν να ξεφύγουν ακόμα, κλεισμένοι σε χρονικές λούπες.

O Ράνσομ Ριγκς οργανώνει το Miss Peregrine’s Home for Peculiar Children, ένα σκοτεινό παραμύθι για μικρά και μεγάλα παιδιά (από εδώ μπορείτε να κατεβάσετε τον πρόλογο και τα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου), με σκελετό παλιές φωτογραφίες που εντόπισαν συλλέκτες. Φωτογραφίες παράξενες, εκκεντρικές, επεξεργασμένες στην προ Photoshop εποχή, οι οποίες εκτελούν και χρέη εικονογράφησης.

Ο Ριγκς για τη φωτογραφία γενικά, αλλά και πιο συγκεκριμένα για τις φωτογραφίες του βιβλίου:

I’ve been interested in photography and have been taking pictures ever since I got a little 35mm camera for Christmas in the seventh grade. In college I took some photography classes and learned how to develop and print film in a darkroom, which you don’t technically need to do anymore, thanks to digital technology and photoshop and whatnot, but which I found totally fascinating and really useful. I’m still an amateur, really, but it’s something I love to do.

As for the photos in Miss Peregrine, they came first. I had a small collection of vaguely unsettling old pictures of kids from 80-100 years ago, and I approached my editor at Quirk Books with them – it was he who suggested that I find a story to weave through them, and then I started writing the novel. I “cast” a lot of the roles in the book from my cache of photos -almost like casting roles in a movie, from a pile of headshots- and very early on the title of the book occurred to me, so I just had to figure out what these kids were doing in this home for peculiar children, and what their story was, and how the reader would eventually come to meet them.

Η κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου είναι ήδη στα σκαριά, ενώ ο Ριγκς ετοιμάζει το σίκουελ (που φαίνεται πως το είχε ήδη κατά νου γράφοντας το πρώτο, αν κρίνει κανείς από το τέλος).

Κι ένα εκπληκτικό ταινιάκι του Ριγκς για μια θάλασσα που γεννήθηκε κατά τύχη, ή καλύτερα κατά ατυχία. Αρχικά όλοι πίστεψαν ότι θα εξατμιζόταν από μόνη της, εκείνη όμως συνέχισε να υπάρχει. Έπειτα προσπάθησαν να την εκμεταλλευτούν, πουλώντας την ως παράδεισο, όμως κι αυτό το σχέδιο απέτυχε.

Σήμερα απομένουν μονάχα ανατριχιαστικές εικόνες εγκατάλειψης που δίνουν μια γεύση του πώς θα είναι ο κόσμος χωρίς εμάς. Κι ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης που διανθίζει την καταστροφή με εκρήξεις χρώματος:

(Οι εικόνες αυτές συνομιλούν, νομίζω, με ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, το The World Without Us του Άλαν Γουάιζμαν, που όπως μαρτυρά ο τίτλος του είναι μια απόπειρα περιγραφής του πώς θα κατέληγε ο πλανήτης αν οι άνθρωποι εξαφανίζονταν ξαφνικά.)

Shaping the future

“I tell stories,” he says. It is the most truthful answer he has. “You tell stories?” the man asks, the piquing of his interest almost palpable. “Stories, tales, bardic chronicles,” Widget says. “Whatever you care to call them. The things we were discussing earlier that are more complicated than they used to be. I take pieces of the past that I see and I combine them into narratives. It’s not that important, and this isn’t why I’m here –” “It is important,” the man in the grey suit interrupts. “Someone needs to tell those tales. When the battles are fought and won and lost, when the pirated sind their treasures and the dragons eat their foes for breakfast with a nice cup of Lapsang souchong, someone needs to tell their bits of overlapping narrative. There’s magic in that. It’s in the listener, and for each and every ear it will be different, and it will affect them in ways they can never predict. From the mundane to the profound. You may tell a tale that takes up residence in someone’s soul, becomes their blood and self and purpose. That tale will move them and drive them and who knows what they might do because of it, because of your words. That is your role, your gift. Your sister may be able to see the future, but you yourself can shape it, boy. Do not forget that.”

Έριν Μόργκενστερν, The Night Circus