Cigarettes as exit strategies

…the cigarette or spliff was an indispensable technology, a substitute for speech in social situations, a way to occupy the mouth and hands when alone, a deep breathing technique that rendered exhalation material, a way to measure and/or pass the time. More important than the easily satisfiable addiciton, what the little cylinders provided me was a prefabricated motivation and transition, a way to approach or depart from a group of people or topic, enter or exit a room, conjoin or punctuate a sentence. The hardest part of quitting would be the loss of narrative function; it would be like removing telephones or newspapers from the movies of Holywood’s Golden Age; there would be no possible link between scenes, no way to circulate information or close distance, and when I imagined quitting smoking, I imagined “settling down”, not because I associated quitting smoking with a more mature self-care, but because I couldn’t imagine moving through an array of social spaces without the cigarette as a bridge or exit strategy.

Μπεν Λέρνερ, Leaving the Atocha Station

Όλες οι ιστορίες / Οικιακός ωκεανός

Για τη Λαυρεντία

Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να περιέχει όλες τις ιστορίες. Όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν. Κι ακόμα, τις ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία· τις ιστορίες που κι αυτή ακόμα η φαντασία απέρριψε και όσες αγνοεί. Ήταν ένα έργο τιτάνειο· ανάγκασα το ένα χέρι μου να γράφει στη μία σελίδα και το άλλο, ταυτόχρονα, στην άλλη, κι αφού έτσι το μυαλό μου έσπασε σε δύο κομμάτια αργότερα έσπασε και σε τρία, και σε τέσσερα, μέχρι που έχασα το μέτρημα αλλά δεν είχε σημασία γιατί έγραφα· έγραφα από το πρωί ως το βράδυ κι έκλεβα ώρες απ’ τον ύπνο μου για να γράψω κι άλλο· αποκοιμιόμουν πάνω στα τετράδιά μου και το πρωί διάβαζα σελίδες που δεν θυμόμουν να έχω γράψει. Δεν ήξερα αν τις είχα γράψει λίγο πριν απ’ τον ύπνο και τις είχε σβήσει απ’ τη μνήμη μου η εξάντληση ή αν τις είχα γράψει στον ύπνο μου, αλλά δεν είχα καιρό να ξεδιαλύνω το μυστήριο· έλυσα το πρόβλημα αποφεύγοντάς το: σταμάτησα να κοιτάζω, κλεφτά έστω, τις προηγούμενες σελίδες, εξάλλου μου έπαιρνε χρόνο απ’ τις σελίδες που δεν είχαν ακόμα γραφτεί.

*Διήγημα γραμμένο για τη συλλογή του Παλαιοβιβλιοπωλείου του Νίκου Χρυσού. Εικονογράφηση: Φίλιππος Παπανικολάου. Η συνέχεια στον συλλογικό τόμο Ιστορίες βιβλίων που κυκλοφορεί στις αρχές Απριλίου 2014 από τον Καστανιώτη.

Πώς τελειώνουν κι άλλοι κόσμοι

Χριστίνα Αλεξάκη, Ειρήνη Σπυριδάκη (αργότερα διαπίστωσα ότι ήμασταν μαθήτριες του ίδιου ζωγράφου) και Γιάννης Φαρσάρης από την παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος στο Ηράκλειο, στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών του Κωστή Σχιζάκη, από όπου και η φωτογραφία της γιορς τρούλι να υπογράφει το αντίτυπο. Τους ευχαριστώ όλους. | …η δύναμη πυρός του μυθιστορήματος είναι η συγγραφική αρτιότητα – οι λέξεις που διαθέτουν περιεχόμενο, οι φράσεις που σφύζουν από ενέργεια, οι περιγραφές που σε κάνουν να αισθάνεσαι ένα κόμμα, μια τελεία, πρωτίστως ένα ερωτηματικό που κλυδωνίζεται σαν καρυδότσουφλο στα ενδιάμεσα των παραγράφων. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι μια εξαιρετικά ευθύβολη τοιχογραφία, ένα γενναίο οδοιπορικό στις καρδιές και στις ψυχές, ένας ερεθιστικός ψίθυρος στο αφτί του απαιτητικού αναγνώστη: Η κατά Ανδρέα Κούνιο εκδοχή του τέλους του κόσμου στην κυπριακή Αλήθεια. Δημοσιεύθηκε μαζί με απόσπασμα από το βιβλίο το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ. | Το παιχνίδι της Ξυλούρη… δεν εξαντλείται στην ιδιοφυή σύνθεση της πλοκής και στην διακειμενικότητα. Η τελεολογία της έχει τη σφραγίδα ενός προσωπικού λογοτεχνικού ύφους που η συγγραφέας φαίνεται να κατακτά μέσα από τη συνεχή τριβή με τη γραφή και την ανάγνωση: Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της από τη Χριστιάνα Μυγδάλη στο Διαβάζω Μαρτίου. | Κοιτάζοντας τον πίνακα περιεχομένων του Πώς τελειώνει ο κόσμος ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι υπάρχει ένα χρονικό κενό στο βιβλίο. Αυτό το κενό είναι ο χρόνος του Rewind. Προχωρώντας στην ανάγνωση του βιβλίου θα διαπιστώσει, επίσης, ότι κάποιους ήρωες τους ξέρει από το Rewind: τη Φανή, πρώτα πρώτα, αλλά και τον Ορέστη και τον Δημήτρη, που έκαναν κι αυτοί σύντομα περάσματα από το Rewind. Επί της ουσίας, το Rewind γεννήθηκε μέσα από τη διαδικασία γραφής του Πώς τελειώνει ο κόσμος, γι’ αυτό και συνδέονται: είναι βιβλία που διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο και έως ένα βαθμό μπορούν να διαβαστούν σαν παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Όμως, είναι γραμμένα έτσι ώστε να διαβάζονται αυτόνομα. Το ένα δεν αποτελεί συνέχεια του άλλου, για να διαβάσεις το Πώς τελειώνει ο κόσμος δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει το Rewind. Αν και θα με ενδιέφερε, όταν τελειώσει κάποιος το Πώς τελειώνει ο κόσμος, να επιστρέψει στο Rewind, αν το έχει ήδη διαβάσει, ή να το διαβάσει τώρα για πρώτη φορά, και να δει πού συναντιούνται τα βιβλία και πού αντιπαρατίθενται: η γιορς τρούλι δίνει μερικές εξηγήσεις για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και τη σχέση του με το Rewind στην Πατρίδα. (Το επανέλαβα πολλές φορές κατά την παραμονή μου στην Κρήτη: το είχα πει εξαρχής ότι το Rewind ήταν μια πρόβα, τώρα που βγήκε το Πώς τελειώνει ο κόσμος έχετε την παράσταση.)

9 Απριλίου

Η πρώτη παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος. Τη Δευτέρα, 9 Απριλίου, στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου (Νυμφών 3, Πόρος*), στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων Λογοτεχνικό Αναλόγιο. Με πληροφορούν από το κοντρόλ ότι στο ιβέντ θα προσφέρονται χορτοπιτάκια από τα χεράκια της μαμάς μου. Αν είναι αλήθεια, η φάση είναι τσαλαπατηθείτε-κι-όποιος-προλάβει. Σας περιμένω.

*Σημείωση προς Αθηναίους: Ηράκλειο Κρήτης.

Πώς τελειώνουν πολλοί κόσμοι

Οι λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου συνεχίζονται, με τη σκυτάλη στους αναγνώστες του βιβλίου. | Τα πολύ παλιά χρόνια/ λίγο μετά την έκθεση με τους δεινόσαυρους (1991;) – κανείς δεν θυμάται πια εκείνο το μεγάλο ιβέντ / ήξερα ένα παιδί που διάβαζε πολύ/ όλα τα καλοκαίρια/ τις μικρές ώρες που η μπάλα μας σκαρφάλωνε δαιμονισμένα τα κλήματα της πίσω αυλής/ διακόπτοντας την σιέστα της γιαγιάς σταφίδας/ με τα τζιτζίκια σε τρελό ξεφάντωμα/ μπάνιζα ένοχα το παιδί να διαβάζει ξυπόλητο, μισογερμένο στο πλακάκι της τζαμαρίας/ πίσω απ’ τη μισάνοικτη τζαμόπορτα/ πίσω απ’ το μαύρο κάγκελο/ πίσω απ’ το φράκτη/ και το συρματένιο διαχωριστικό/ ήταν ένας κόσμος ξένος και σιωπηλός/ ένα παιδί που ζούσε αποκλειστικά τρεφόμενο με σταφύλια/ και που έτριβε πού και πού τα πέλματα μεταξύ τους/ όπως κάποιος που έχει επινοήσει αυτή την αυθόρμητη κίνηση/ χωρίς βέβαια να χάνει στιγμή τη σελίδα: Μια ιστορία-αντίδωρο για το Πώς τελειώνει ο κόσμος στο μπλογκ Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν. | «Rethink Athens, ξανασκέψου την Αθήνα» γράφει η διαφήμιση απέναντί μου. Κάθομαι δεξιά παράθυρο στη φορά του συρμού – σε μία από τις καλύτερες θέσεις δηλαδή για πρωί εργάσιμης καθημερινής. Ανοίγω το βιβλίο. Πώς τελειώνει ο κόσμος. Η Μαρία Ξυλούρη είναι μικρότερη από μένα. Πρώτα το έπαθα βλέποντας ποδόσφαιρο αυτό. Κάποια στιγμή οι παίκτες άρχισαν να είναι πιο μικροί από μένα. Μετά στο σκάκι. Τώρα και στους συγγραφείς. Ένας από τους ήρωες του βιβλίου δεν έχει βαφτιστεί, ήταν άθεοι οι γονείς του. Και οι δικοί μου άθεοι ήταν. Παντρεύτηκαν σε εκκλησία και με βάφτισαν. Ήταν στα τελευταία χρόνια πριν ο πολιτικός γάμος φτάσει στα μέρη του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια». Όταν γεννήθηκα ο Πέτρος Ευθυμίου υμνούσε τα ένοπλα κινήματα στα αμφιθέατρα. Πάλι πετάνε οι σκέψεις μου σαν σε παραλήρημα. Γυρνάω στο βιβλίο και στον Ορέστη. Δυστυχώς δε μπορώ να διαβάζω πια κανονικά στο μετρό. Πάνε οι εποχές του καρβουνιάρη Αθήνα-Ξάνθη που φεύγανε δυόμιση μυθιστορήματα. Ζαλίζομαι αμέσως. Αλλά οι 2-3 σελίδες είναι αρκετές για να περάσει το τεστ το βιβλίο. Ήδη 12 ώρες μετά που γράφω αυτό το σημείωμα έχω φτάσει στο Φώτη: Και μια ανάγνωση του βιβλίου στα μέσα μεταφοράς, ανάμεσα σε επιβάτες που θα μπορούσαν να είναι κι αυτοί στις σελίδες του, στο μπλογκ The Straw Broom. | Τρεις Διάνοιες (συν μία): To Πώς τελειώνει ο κόσμος συναντά το ελληνικό παράρτημα της διεθνούς των γουαλασιστών στη στήλη Bookspotting του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη για τη Lifo. | Ενώ ένα άλλο τέλος του κόσμου καταφτάνει στη Βέροια, για να συγκατοικήσει, ευχάριστα στριμωγμένο ανάμεσα στην Τριλογία της Νέας Υόρκης και το Sunset Park, με έναν γουαλασικό γάτο ονόματι Σνέιπ. | Στο μεταξύ, η γιορς τρούλι είχε τη χαρά να διανυκτερεύσει στο Αίθριο του φιλόξενου λογοτεχνικού Πανδοχείου του Λάμπρου Σκουζάκη, ο οποίος της ετοίμασε κι ένα υπέροχο εικονοστάσι των λογοτεχνικών της αγίων. | Η φωτογραφία του πύργου από τέλη του κόσμου στον Ιανό είναι της συγγραφέα και μεταφράστριας Βάσιας Τζανακάρη, από το μπλογκ της, Riverbed. | Θερμά ευχαριστώ σε όλους.