«Κρίση σπιτιών»

Στην πρώτη του εμφάνιση, ο Στέλιος θυμόταν ένα διήγημα της Ελένης Βοΐσκου από τη συλλογή Μικρά και μεγάλα συμβάντα. Στη δεύτερή του εμφάνιση, στο διήγημα Η Καβάντζα (10+1 διηγήματα για την ελληνική κρίση από τις εκδόσεις Βακχικόν, τα διαβάζετε όλα ελεύθερα εδώ), θυμάται άλλο ένα, από την ίδια συλλογή:

Θυμήθηκε ένα διήγημα που είχε διαβάσει και ξαναδιαβάσει σε κάποιο απ’ τα βιβλία του πατέρα του κι έπιασε να της το αφηγείται.

Πού είχε συμβεί η ιστορία; Δεν θυμόταν. «Πότε, θυμάσαι το πότε;» τον ρώτησε, αλλά είχε μονάχα μια λογική υπόθεση ότι όλα αυτά έγιναν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο –ένα πιο σκοτεινό Underground αλά Κουστουρίτσα: κάποιοι άνθρωποι κλείστηκαν σ’ ένα μπούνκερ για να γλιτώσουν απ’ τον πόλεμο· είχαν πολλά τρόφιμα, το μπούνκερ ήταν η δική τους καβάντζα. Έζησαν κάτω από τη γη για χρόνια.

Κάποιοι τρελάθηκαν· οι περισσότεροι σιγά-σιγά πέθαναν. Όσους πέθαιναν τους έθαβαν, αν θυμόταν καλά, στο σωρό με το κριθάρι.

Έπειτα τους τέλειωσαν τα σπίρτα και βρέθηκαν στο σκοτάδι.

Πολλά χρόνια αργότερα, τους ανακάλυψαν τυχαία εργάτες που έσκαβαν εκεί.

Οι τελευταίοι δύο επιζήσαντες βγήκαν στο φως του ήλιου τυφλοί, με μούσια χρόνων και τρεμάμενα βήματα. Ο πόλεμος είχε τελειώσει προ πολλού. Το δικό τους καταφύγιο ήταν το μόνο μέρος όπου ο πόλεμος συνεχιζόταν. Η τελευταία εμπόλεμη ζώνη.

«Σαν εκείνους τους Ιάπωνες που είχαν ξεχαστεί να πολεμάνε σε κάτι νησιά του Ειρηνικού μέχρι το ’80. Μόνοι τους», παρατήρησε η Ρένια.

«Ναι, σαν τους Ιάπωνες».

(ολόκληρο το διήγημα στις σελίδες 60-71 της συλλογής)

Τα Μικρά και μεγάλα συμβάντα κυκλοφόρησαν από τις Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, εκδοτικό του ΚΚΕ με έδρα το Βουκουρέστι, και έτος έκδοσης στον μεγάλο τίτλο το 1963· το αντίτυπό μου γράφει ότι τυπώθηκε το Μάρτη του 1964, ένα από 3.000 συνολικά. Το διήγημα που θυμάται (στο περίπου) ο Στέλιος ονομάζεται «Κρίση σπιτιών» και είναι το δεύτερο του βιβλίου, του οποίου υπάρχει τουλάχιστον μία ακόμα έκδοση (Φέξης, 1963), μάλλον δυσεύρετη κι αυτή. Το διήγημα, σε πρώτο πληθυντικό, καταγράφει την αγωνιώδη αναζήτηση σπιτιού των αφηγητών, οι οποίοι παίρνουν θάρρος και κουράγιο όταν μαθαίνουν την ιστορία για το μπούνκερ (το μεταφέρω σε μονοτονικό, διατηρώντας όμως την ορθογραφία και τη στίξη του πρωτότυπου):

Μια ιστορία μας άλλαξε την πορεία της έρευνας. Η ιστορία ήρθε κατευθεία, με τον αέρα και με τον τύπο, απόνα νοσοκομείο του Ντάντζιγκ.

Έξη άνθρωποι έζησαν κλεισμένοι σ’ ένα «μπούνκερ», κατ’ απ’ τη γη, χρόνια κλεισμένοι σε τοίχους από μπετόν κι ατσάλι, ξεχασμένοι απ’ τον κόσμο μετά απ’ τους βομβαρδισμούς του περασμένου πολέμου.

Κοιτάζουν τριγύρω. Καμιά διέξοδο. Μόνο εκατοντάδες στρατιωτικές στολές στιβαγμένες: γκρίζες, πράσινες. Ένας αστειεύεται: «Δε θα πεθάνουμε, λέει, ποτέ από κρύο». Σε μιαν άλλη αίθουσα: χιλιάδες κονσέρβες, κουτιά με μπισκότα, βαρέλια κρασί κι αλκοόλ, κεριά και σπίρτα.

Η ζωή οργανώνεται. Πιστεύουν ότι ένα συνεργείο εκκαθάρισης θα ενδιαφερθεί γι’ αυτό το «μπούνκερ». Θα σηκώσουν τα χέρια. Θα παραδοθούν στον εχθρό. Ύστερα η αιχμαλωσία. Ίσως κι ο θάνατος. Ίσως όμως κ’ η τελική επιστροφή στην πατρίδα. Τώρα έχουν καιρό να ξεμάθουν όσα έμαθαν, ν’ αλλάξουν ιδέες. Αλλά οι μέρες κυλούν και τα εξαντλημένα νεύρα χαλαρώνουν. Ένας δε βαστά πια, κραυγάζει σα ζώο, ρίχνεται σ’ ένα τοίχο, ματώνει τα νύχια του και σε μια κρίση τρέλας αυτοκτονά. Σε λίγες βδομάδες και δεύτερος σκοτώνεται. Στην αδύναμη φλόγα ενός κεριού, οι τέσσερις άλλοι τους θάβουν, πλάι-πλάι μέσα σ’ ένα σωρό αλεύρι, στο βάθος ενός υπόγειου, κ’ εξακολουθούν να ζουν μέσα σ’ ένα εφιάλτη. Ένας πέφτει άρρωστος. Ψυχορραγεί κατ’ απ’ τα μάτια των συντρόφων του. Θυμάται ένα σπίτι, σε μια πλαγιά ενός βουνού, μια γυναίκα, ένα παιδί, μια αγελάδα, τον εαυτό του μ’ ένα δρεπάνι και μια αξίνα… Κοιτάζει γύρω του: μπετόν κι ατσάλι και πρόσωπα απελπισίας και κακουχίας.

Τα χρόνια φεύγουν. Ένας χρόνος, δυο, τρία… Πεθαίνει ένας πάλι απ’ τους τρεις. Οι δυο που απομένουν ξανασκάβουν στο σωρό του αλευριού. Πλάι στα προηγούμενα τρία πτώματα ξαπλώνουν και το τέταρτο και ξαναγυρνούν στο κουτί της κονσέρβας που ανοίγουν ασυναίσθητα. Ακούραστα κι ανεξάντλητα, οι ίδιες κινήσεις, τα ίδια λόγια παράπονου κ’ ελπίδας, τα ίδια μακάβρια βήματα στο σκοτάδι για ν’ αποφύγουν την αγκύλωση. Κι ο φόβος του φίλου που μπορεί να τρελαθεί και να γίνει επικίνδυνος εχθρός. Όμως αυτοί οι δυο δεν είναι σαν τους άλλους. Γνώρισαν την αλήθεια ανάγλυφη ανάμεσα στο μπετόν και το ατσάλι και γαλβάνωσαν τη δύναμη και το θάρρος τους.

Ακόμα δυο χρόνια. Βρίσκουν ακόμα κάτι καινούργιο να πουν, κάτι να προσθέσουν στις νέες απόψεις τους. Και να, ανάβουν το τελευταίο κερί και να το τελευταίο σπίρτο που κρατούν με δέος τρεμάμενα χέρια. Αν δεν ανάψει το τελευταίο σπίρτο; Δεν πρέπει να πάει χαμένο.

Ένας χρόνος κυλά. Κάθε του δευτερόλεπτο κ’ ένας αιώνας μέσα στα σκοτεινά. Ψηλαφητές κινήσεις προς τα μπισκότα και το μπουκάλι με το ανούσιο κρασί. Ώρες-ώρες θέλουν ν’ αφεθούν στο θάνατο. Αμφιβάλλουν πια για τη σωτηρία τους. Όμως εδώ πάρθηκαν μερικές αποφάσεις, γι’ αυτό πρέπει να ζήσουν. Έτσι βαστούν μια ζωή στον εξαντλημένο οργανισμό τους.

Μερικά βήματα από το «μπούνκερ» άνθρωποι περνούν τραγουδώντας χωρίς να ξαίρουν πως στα βάθη της γης κινούνται δυο φαντάσματα.

Και να κ’ η τελευταία χρονιά… Ο χειμώνας θάφυγε γιατί τώρα δεν κάνει τόσο κρύο στο σκοτάδι. Πόσες φορές, στα τόσα χρόνια, νόμισαν πως άκουσαν θόρυβο απ’ τον κόσμο απάνω στη γη. Τώρα, στήνουν τ’ αυτί. Δε γελιούνται καθόλου. Το μπετόν τους μεταδίδει το γδούπο της αξίνας. Βάζουν τα χέρια στους τοίχους και νιώθουν τις δονήσεις των τρυπανιών. Η δουλιά σταματά ξαφνικά. Ατέλειωτη σιωπή κι ατέλειωτη νύχτα. Κι αγωνία… Θα ξαναρχίσουν άραγε αύριο, σ’ αυτό το «αύριο» για τους ζωντανούς ανθρώπους; Ξαναρχίζουν. Οι χτύποι πλησιάζουν ολοένα και πιο πολύ. Και ξανά, σιωπή μέρες και μέρες. Και τέλος, μια αναπάντεχη έκρηξη, όπως όταν άρχισε πριν έξη χρόνια ο ζωντανός τους θάνατος. Η καρδιά τους χτυπά δυνατά. Τα πρόσωπά τους παθαίνουν παράξενες συσπάσεις – παραφωνίες χαράς. Προχωρούν τοίχο-τοίχο, ψηλαφώντας το μπετόν. Σκαρφαλώνουν σε χώμα και πέτρες. Κι αν ριχτεί καμιά χειροβομβίδα; Αψηφούν τα πάντα και γλιστρούν απ’ το άνοιγμα που σχηματίστηκε. Μια πνοή αέρα γεμίζει τα πνευμόνια τους και τα μάτια, που δεν μπορούν πια να δουν, μαντεύουν τον ήλιο και το χρυσό φως.

Τα συνεργεία εκκαθάρισης σταματούν τη δουλιά και βλέπουν κατάπληχτα δυο όντα – όντα υπόγειου κόσμου – με βαθουλωμένα μάτια, με μαλλιά και γένια ως τα γόνατα, να προχωρούν τρικλίζοντας με τα χέρια τεντωμένα. Ο ένας, στ’ αποκορύφωμα του υπεράνθρωπου θάρρους του, ύστερα από έξη χρόνια-αιώνες στο υπόγειο του θανάτου, σωριάζεται καταγής με μια εμβολή. Ο άλλος πέφτει λιπόθυμος. Ίσως η εξάντληση… Ίσως ο φίλος… ο χωρισμός του φίλου που στάθηκε απαραίτητος σύντροφος τόσα χρόνια. Τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο του Ντάντζιγκ.

Από κει, διηγείται στον κόσμο το ανιστόρητο δράμα των έξη ζωντανών θαμμένων.

***

Παίρνουμε απάνω μας. Η δύναμη οργιάζει μέσα μας. Εμείς δεν πεθαίνουμε εύκολα. Μπορούμε να ζούμε σε μπουντρούμια, μέσα στη γη, πάνω στη γη, στη θάλασσα, στον αέρα· να πεινούμε, να διψούμε, να πονούμε· κρεμασμένοι, ξαπλωμένοι, βασανισμένοι, τυφλοί, άρρωστοι, αλλά αδάμαστοι. Μπορούμε να σταματούμε τον πόλεμο.

Αρπάζουμε την ατίθασση ζωή απ’ τα μαλλιά και την καθίζουμε κάτω και της λέμε: «Όπως και νάχει το πράμα, θα ζήσεις. ΠΡΕΠΕΙ να ζήσεις». Ο οργανισμός μας, παιχνιδάκι στο απέραντο θάρρος μας. Η καρδιά μας μπορεί να κάνει τη γη πολύγωνη, να της αλλάξει τη στροφή και τον άξονα. Οι γεωγραφικοί χάρτες σύντομα θ’ αλλάξουν. Αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας κύτταρο κ’ έτσι πιστέψαμε στους ανθρώπους. Πιστέψαμε στο μεγαλείο της υπόστασής μας.

Όπου και να βλέπει το σπίτι, σε καμπαναριά ή ετοιμόροπες στέγες, εμείς βλέπουμε ίσια μπροστά μας τον ανοιχτό κάμπο κι άσπρα φτερά στην καταπράσινη χλόη. Κ’ είμαστε οι ίδιοι πουλιά. Το σώμα μας μπορεί να βρίσκεται κάπου μα οι καρδιές μας – δεν πετούν στον ουρανό – πετούν σ’ όλη τη γη, ανοίγουν τις φτερούγες τους κι αγκαλιάζουν το Σύμπαν.

Στο σάιτ του Νίκου Σαραντάκου υπάρχει απόσπασμα του διηγήματος Δεσποινούλα, από την ίδια συλλογή (βέβαια, πηγή αυτής της εκδοχής είναι η Ανθολογία αντιστασιακής πεζογραφίας 1941-1944 σε επιμέλεια της Έλλης Αλεξίου).

Από τα βιβλία της Ελένης Βοΐσκου, διαθέσιμο στο εμπόριο, σύμφωνα με τη βιβλιονέτ τουλάχιστον, είναι σήμερα το μυθιστόρημα Εφιάλτες και όνειρα: Χρόνια δικτατορίας, μέρες της Νομικής και του Πολυτεχνείου (Σύγχρονη Εποχή, 1998).

Θάλασσα από δέντρα, θάλασσα από νεκρούς

aokigahara-forest-00

Στην Ιαπωνία το 1960, ένας συγγραφέας δημοσιεύει ένα μυθιστόρημα που κλείνει με την αυτοκτονία δύο εραστών στο δάσος Αοκιγκαχάρα, στο βουνό Φούτζι. Από τότε, λένε, το δάσος έλκει ακαταμάχητα τους αυτόχειρες.  Υπολογίζεται ότι καμιά εκατοστή άνθρωποι αυτοκτονούν εκεί κάθε χρόνο.

Ανάμεσα στο δάσος των δέντρων αναπτύσσεται ένα δάσος πινακίδων που προσπαθούν να αποτρέψουν τους  επίδοξους αυτόχειρες &, μέσα σε αυτά τα δύο δάση, απλώνεται το δάσος των πτωμάτων, αφού απ’ ό,τι φαίνεται οι αποφασισμένοι δεν διαβάζουν πινακίδες. (Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι οι περισσότεροι από αυτούς επιλέγουν να πεθάνουν διά απαγχονισμού. Δεν θα σου πρότεινα να ψάξεις τις σχετικές φωτογραφίες στο διαδίκτυο – παραείναι  φρικιαστικές.)

Από τη δεκαετία του ’70 οι αρχές διοργανώνουν κάθε χρόνο επιχειρήσεις για την περισυλλογή των νεκρών. (Το ρεκόρ των 73 πτωμάτων του 1998 έσπασε το 2002, όταν βρέθηκαν 78.) Συνήθως τους βρίσκουν χωρίς χρήματα, κοσμήματα & άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Δεν είναι ότι βάδισαν προς τον θάνατό τους χωρίς αυτά. Απλώς, στο δάσος εκτός απ’ τους αυτόχειρες συχνάζουν & κάποιοι που δεν φοβούνται τα πυκνά δέντρα & τα πυκνά στοιχειά & ξαφρίζουν τις  τσέπες των νεκρών.

Δ.

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το Disappearances, τρίπτυχο με μερικά ακόμα από τα μέιλ του Δημήτρη που μοιράστηκε στην παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος στον Ιανό τον Νοέμβριο. | Το δάσος Αοκιγκαχάρα είναι γνωστό και ως Θάλασσα από δέντρα. | Λένε πως μερικοί υποψήφιοι αυτόχειρες καθώς μπαίνουν βαθύτερα στο δάσος ξετυλίγουν μια κορδέλα, ώστε να μπορέσουν να βρουν τον δρόμο της επιστροφής αν το μετανιώσουν. | Η φωτογραφία από εδώ, όπου υπάρχουν ακόμα αρκετές (ανώδυνες) φωτογραφίες από το δάσος.

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου]

Προσωποκράτηση

Εκείνο το τόσο εργατικό και εφευρετικό και πολύ καθωσπρέπει κτλ. κτλ. γεροντάκι, ο Τζεπέτο, ο, ας τον πούμε έτσι, πατέρας του Πινόκιο, πήρε λοιπόν μια μέρα δυο τρεις σανίδες, λίγη κόλλα κι ένα πινέλο, κι έφτιαξε ένα παιδάκι που ζωντάνεψε κι άρχισε να μιλάει, και που, αντί, ο ηλίθιος, να το λατρέψει παράφορα, αντί να το ’χει μη στάξει και μη βρέξει, αντί να το πονέσει σαν την ίδια του τη σάρκα, κι αντί να το κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του και με την καρδιά του να δακρύσει κοιτώντας το στα μάτια, τέλος αντί να περιμένει να γίνει δώδεκα χρονώ και να το παρουσιάσει στο Ναό για να μιλήσει στους ιερείς – εν ολίγοις: αντί να πέσει γονυκλινής και νυχθημερόν να ευγνωμονεί τον Θεό γι’ αυτή την υπέρ-καταπληκτική εύνοια, άρχισε να γκρινιάζει και να μεμψιμοιρεί με αιτιολογικό ότι το παιδί έλεγε ψέματα. Ακολούθησαν οι γνωστές συνέπειες.

Ευγένιος Αρανίτσης, «Προσωποκράτηση» (Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω)

The language of others

winterson

I believe in fiction and the power of stories because that way we speak in tongues. We are not silenced. All of us, when in deep trauma, find we hesitate, we stammer; there are long pauses in our speech. The thing is stuck. We get our language back through the language of others. We can turn to the poem. We can open the book. Somebody has been there for us and deep-dived the words.

Τζανέτ Γουίντερσον, Why Be Happy When You Could Be Normal?

Χανγκόβερ

the-future-is-unwritten

Ιδού τι άλλο συμβαίνει: οι δεκαετίες του ’80 και ’90 μας φαίνονται ακόμα κοντινές. Όταν συνειδητοποιούμε ότι παιδιά του ’90 είναι ήδη ενήλικες, αλληλοκοιταζόμαστε έκπληκτοι, δύσπιστοι. Αυτή που μας φαίνεται μακρινή είναι η δεκαετία των μηδενικών που έφυγε και πήγε πριν καν σιγουρευτούμε για το πώς ακριβώς λεγόταν· μας φαίνεται πιο μακρινή και πιο απίθανη απ’ όλες, ένα βιβλίο που διαβάσαμε μικροί κι ελάχιστα το θυμόμαστε, ίσως μάλιστα πολλά από αυτά που θυμόμαστε ότι διαβάσαμε στις σελίδες του να ήταν γραμμένα σε άλλα βιβλία και τα έχουμε μπλέξει. Ίσως η δεκαετία να ήταν ένα συλλογικό όνειρο θρεμμένο από ένα τελευταίο οργιώδες πάρτι για τη συντέλεια την τελευταία μέρα του 1999. Ήμασταν όλοι πολύ πιωμένοι για να θυμόμαστε το πάρτι, θυμόμαστε μόνο τα όνειρα που έθρεψε, ξαφνικά ξύπνιοι από το 1999 κατευθείαν στο 2010 και με άσχημο χανγκόβερ.

Banishment

danticat_dangerously

The order given to Adam and Eve was not to eat the apple. Their ultimate punishment was banishment, exile from paradise. We, the storytellers of the world, ought to be more grateful than most that banishment, rather than execution, was chosen for Adam and Eve, for had they been executed, there would never have been another story told, no stories to pass on.

Έντουιτζ Ντάντικατ, Create Dangerously: The Immigrant Artist at Work

Εκδοχές του τέλους

ms4 (40)

Εκδοχή #1:«H κοπέλα που γράφει» και η κοπέλα που ζει – Μια σκιά κρυμμένη πίσω από μιαν άλλη σκιά: …και η Μαρία που αυτό το ανέφικτο κατορθώνει τελικά να το γράψει, να το υποτάξει: Τους σκοτώνει και τους κάνει αφήγηση. Τους πενθεί με τον μόνο τρόπο που ξέρει, διαβάζοντας. Σαν τον Κασάρες τους διασώζει στην δική της Εφεύρεση, δημιουργώντας για να τους κάνει αθάνατους, τον δικό της Μορέλ. Υπογράφοντας κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζει, και «το βιβλίο του εαυτού της», υπογράφοντας το βιβλίο της γενιάς της και της εποχής, δηλαδή, το βιβλίο της ζωής. Ένα μυθιστόρημα που είναι, τελικά, πρόταση, είναι θέαση κι ανάγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτής καθαυτής της ζωής. | Εκδοχή #2: Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της, ριβίζιτεντ: …άκουσα τις προάλλες τη Μαρία σε μια συνέντευξή της να λέει πως ο μονόλογος της Άννας –κλεισμένος μέσα στην παρένθεση του ΑΝ και του ΝΑ–  είναι τρόπον τινά ένας φόρος τιμής στη γραφή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα σκεφτεί στην πρώτη μου ΑΝάγνωση του βιβλίου. Διαβάζοντάς το όμως ξΑΝά, νομίζω πως κατάλαβα με ποιον τρόπο αυτή η αποσπασματική και αινιγματική παρένθεση στο Πώς τελειώνει ο κόσμος παραπέμπει στον κόσμο της Καραπάνου. Η απουσία, ο θάνατος και η αυτοκτονία, θέματα κοινά στις δυο συγγραφείς, ερμηνεύονται από αυτές ως ακραίες και βίαιες πράξεις κατά της ανθρωπότητας. Οι ήρωές τους καλούνται λοιπόν να ΑΝασυνθέσουν τις ΑΝείπωτες ιστορίες των βιβλίων τους, πρωταγωνιστώντας στα κενά που αυτές οι πράξεις αφήνουν. | Εκδοχή #3 – της Μαρίας (μιας απ’ όλες): …από εκδοχή σε εκδοχή, ήρωες πήγαιναν κι έρχονταν. Κάποιοι, όπως ο τυφλός κιθαρίστας, εξαφανίστηκαν για πάντα απ’ τις σελίδες, άλλοι μεταμορφώθηκαν σε άλλους ήρωες. Ο Φώτης κι η Ουρανία του άλλου χειρόγραφου γλίστρησαν στις σελίδες του Πώς τελειώνει ο κόσμος, πιστεύοντας ότι αυτό, κι όχι το άλλο, είναι το βιβλίο τους. Η σπηλιά με τα γιασεμιά θάφτηκε σε κάποια κατολίσθηση και δεν υπάρχει ούτε μια σύντομη αναφορά σ’ αυτήν. Οπότε, το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα μυθιστόρημα-ματριόσκα με δύο τουλάχιστον τρόπους: ο ένας, η δομή, η μια ιστορία που περιέχει την άλλη, ο ένας χαρακτήρας που περικυκλώνει τον άλλον, οι κύκλοι γύρω από το ίδιο κέντρο της εξαφάνισης μιας Άννας, κι ο άλλος, η ιστορία της γραφής του, οι διαφορετικές εκδοχές, η μια μέσα στην άλλη (με άλλη διατύπωση, ματριόσκα διαδοχικών Μαριών που προσπαθούν να βρουν τα πατήματά τους και να γράψουν), για να φτάσουμε τελικά σ’ αυτό που εκδόθηκε ως μυθιστόρημα το 2012. | Κι ένα ευχαριστώ στις λέσχες ανάγνωσης που συμπεριέλαβαν το Πώς τελειώνει ο κόσμος στις υποψηφιότητες για το βραβείο αναγνωστών.

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου | πώς τελειώνουν κι άλλοι κόσμοι: 1 + 2 | στη φωτογραφία, από τα χειρόγραφα του Πώς τελειώνει ο κόσμος]