The common sense of humans

red-doc

You
know the Carthaginians
liked to use oxen for night
fighting. I’m talking about
Hannibal I’m talking about
the battle of Ager Falernus
217 BC. Like tanks but
more frightening. They’d
tie lit torches to the horns
and stampede them toward
the enemy. The Romans
panicked some ran into the
herd some got knocked off
the path to the crags below
others tried to retreat and
were lost in the tundra
never seen again. But what
about I’m asking what
happens when the torches
burn down to the horn to
the hair to the head to the
bone beneath. So much
human cruelty is simply
incidental is simply
brainless. Simply no
common sense. You could
take the entirety of the
common sense of humans
and put it in the palm of
your hand and still have
room for your dick.

Αν Κάρσον, Red Doc>

anne_carson

[πρίβιουσλι: NOX | Νύχτα]

Η πέτρα

antigonick antigonick2 antigonick3 antigonick4

Εκεί κάτω, δίπλα στην αρχαία πόλη, τρία χιλιόμετρα απ’ τους αρχαίους τάφους είναι άλλοι τάφοι, δύο, αντάμα.  Στον έναν είναι εννιά δεξιοί, φασιστοσυμμορίτες όλοι, στον άλλο εννιά δικοί μας.  Τους δικούς τους τούς περιποιήθηκαν με πλάκα και μνημείο, πηγαίναν οι συγγενείς κι ανάβαν τα καντήλια όπως έπρεπε. «Σφαγιασθέντες υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών» έχει ένα μάρμαρο και γράφει πάνω.  Στους άλλους δίπλα τίποτα, ούτε ένα σημάδι ότι είναι θαμμένοι εκειδά άνθρωποι δεν άφηναν.  Ήθελαν οι γυναίκες να ανάψουνε ένα καντήλι ν’ αναπαυθούν οι ψυχές των σκοτωμένων κι έπρεπε να πηγαίνουνε στα κλεφτά και νύχτα, μην τις πάρει κανείς μυρωδιά.  Εννιά άνθρωποι στο λάκκο αδιάβαστοι, οι ψυχές τους και στο θάνατο ακόμα φτώχεια και καταφρόνεση, κι οι γυναίκες να μη μπορούνε ούτε να θυμιάσουνε όπως πρέπει, το διανοάσαι;  Το σηκώνει ο νους σου, τέτοια ντροπή, τέτοια απανθρωπιά;  Κι αυτό για χρόνια ολόκληρα, αυτό που θα σου πω έγινε, να ξέρεις, το ογδόντα, όχι το εξήντα, είχε πάει ογδόντα κι ένα μάρμαρο να λέει ότι εδώ μαρτύρησαν εννιά δεν υπήρχε, ογδόντα κι οι γυναίκες πηγαίνανε να προσκυνήσουνε με φόβο.  Ένα δέντρο είχανε βάλει σημάδι να ξέρουν εδώ είναι ο τάφος, ό,τι άλλο επιχείρησαν ν’ αφήσουνε στο μέρος, μα σταυρό ξύλινο, μα οτιδήποτε, αμέσως το σήκωναν οι άλλοι, κανένας να μη θυμάται ότι ψυχές είχαν κι αυτοί οι εννιά.  Κι έρχεται μια μέρα η ξαδέλφη, η Δέσποινα του Βολοκόπου, και μου το λέει και μου σηκώνεται η τρίχα.  Η μια από τους εννιά, δε, γκαστρωμένη και τη ρίξανε στο λάκκο αδιάβαστη.  Γκαστρωμένη κι αδιάβαστη, οι θεομπαίχτες. Τρελάθηκα. Άλλος ήτανε δεκαεφτά χρονώ παλικαράκι, μα εκείνο το αγέννητο το σκοτωμένο, αυτό είχε βγάλει φωνή στ’ αφτί μου και δεν μ’ άφηνε. Να σκέφτομαι τη γκαστρωμένη αδιάβαστη στο λάκκο

—τα καθάρματα—,

και τις γυναίκες να μην έχουνε ούτε ένα μάρμαρο να ψηλαφήσουνε για τους πεθαμένους τους, κι οι άλλοι δίπλα με το μνημείο λες και μόνο αυτοί πέθαναν. Δεν το σήκωνε το μυαλό μου. Είχα, που λες, δίπλα στο μαγαζί τότε, έτσι όπως το είχα στήσει με τα μάρμαρα και τις βρύσες του και τα λουλούδια, μια πέτρα μεγάλη

—τι πέτρα, βράχο, τόνους—

και σκόπευα να τηνε πελεκήσω για να τη βάλω στο έμπα του χωριού καλωσόρισμα, ότι εδώ είμαστε άνθρωποι μερακλήδες, να έρχεται ο άλλος ν’ ανοίγει το μάτι του με λίγη ομορφιά, ποια ομορφιά, είπα τότε, η άλλη γκαστρωμένη αδιάβαστη και τη ρίξανε στο λάκκο να μην προσευχηθεί κανείς για την ψυχή της, για του αγέννητου την ψυχή

— στα τσακίδια τα καλωσορίσματα.

Αγκαζάρησα μια μπουλντόζα και πήγαμε την πέτρα μέσα στη νύχτα στο βουνό, με είχε πάει η Δέσποινα, ο θεός να την αναπαύει, και μου είχε δείξει, εκεί το μνημείο των άλλων, εδώ το δέντρο, εδώ οι δικοί μας, πήγα, λοιπόν, κι εγώ μέσα στη νύχτα και την άφησα την πέτρα εκεί, κι ας τολμούσε κανείς να τη σηκώσει, αν στέλνανε να τη μαζέψουνε, θ’ ανέβαζα άλλη κι άλλη μέχρι να τα παρατήσουνε, γιατί δεν το χωρούσε ο νους μου να μην ανάβει φανερά ένα καντηλάκι για τις ψυχές τους

— όταν με καλέσει ο θεός κοντά του, θα ’χω το μέτωπό μου καθαρό εγώ, όσο μπορώ είμαι καλός άνθρωπος, τις στραβές μου τις έχω κάνει, αμαρτίες στην πλάτη μου μπόλικες, και πώς αλλιώς, μα αυτό το άδικο δεν το άφησα, θα μπορώ τουλάχιστον να του πω ότι αυτό το άδικο δεν το άφησα.

Και δεν τη σήκωσε κανείς την πέτρα.  Πρωί πήγαινα, κάθε πρωί, φανερά, και σκάλισα το σταυρό, και χάραξα το Λειβαδίτη, να αγαλλιάσουνε, επιτέλους, οι ψυχές τους, πελέκησα και ξύλο κι έφτιαξα ένα σταυρό δυο μέτρα κι έβαλα δίπλα, να μπορούνε οι γυναίκες να θυμιάσουνε, επιτέλους, σαν άνθρωποι, για την ανθρωπιά τους σκοτωθήκανε οι εννιά, για την ανθρωπιά τους, δεν άντεχα και στο θάνατό τους ακόμα να μη θέλουνε να τους την αναγνωρίσουνε αυτή την αξιοπρέπεια, αυτήν την ανθρωπιά.  Με αξίωσε ο θεός, αυτό να μπορέσω να το κάνω, και είπα όσο ζω θα του σκαλίζω βρύσες, το έχω πει και στο δήμο, όπου έχει νερό θα φτιάχνω μια βρύση να σταματά ο κόσμος και να πίνει, κι αυτό το μέρος εδώ το ’φτιαξα και το φτιάχνω να μπορεί ο άλλος να καθίσει και να πει, είναι ωραίο μέρος ο κόσμος, είναι ωραίο μέρος, κι ας χάσαμε, και μια ζωή να χάνουμε, μια ζωή θα προσπαθούμε να ξανασηκωθούμε, τι άλλο να κάνουμε;

Βασισμένο σε μια ιστορία του Β.Μ. | Το κείμενο είναι απόσπασμα ενός από τα works in progress | Στις φωτογραφίες της αρχής του ποστ: Antigonick, η μετάφραση-παράφραση της Αντιγόνης του Σοφοκλή από την Αν Κάρσον σε εικονογράφηση της Μπιάνκα Στόουν | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

DSC04997

[The Tom Waits Sessions]

Το ξέφωτο

tomwaitsontree

Το καλοκαίρι του 1978, ένα ελικόπτερο πετάει πάνω από τη σιβηριανή τάιγκα, σε αναζήτηση ενός ασφαλούς μέρους για να προσγειωθούν τέσσερις γεωλόγοι που ψάχνουν για κοιτάσματα σιδήρου.  Κοντά σ’ έναν παραπόταμο του Αμπακάν, οι πιλότοι εντοπίζουν ένα ξέφωτο με ίχνη ανθρώπινης παρουσίας.  Πράγμα τουλάχιστον παράξενο σε μια περιοχή ακατοίκητη, εκατοντάδες μίλια μακριά από τον πιο κοντινό καταυλισμό.  Οι πιλότοι ενημερώνουν τους γεωλόγους, που ανήσυχοι αποφασίζουν να επισκεφτούν το σημείο και να δουν τι γίνεται.

Σ’ ένα άθλιο, πενταβρόμικο καλύβι, τους υποδέχεται ένας ξυπόλητος, κουρελιασμένος γέροντας, και οι τρομοκρατημένες κόρες του.  Οι γεωλόγοι τους προσφέρουν ψωμί και μαρμελάδα· τα κορίτσια αρνούνται.  «Δεν μας επιτρέπεται».

«Δεν έχουν φάει ποτέ τους ψωμί.  Δεν το έχουν ξαναδεί», ενημερώνει τους έκπληκτους γεωλόγους ο γέρος.

Τον λένε Καρπ Λικόφ, μαθαίνουν· είναι Παλαιός Πιστός που το έσκασε με την οικογένειά του στο δάσος το 1936 για να ξεφύγει από τους Μπολσεβίκους.  Τότε ήταν τέσσερις: η γυναίκα του, ο εννιάχρονος γιος του, η δίχρονη κόρη του.  Το 1940 γεννήθηκε άλλος ένας γιος· το 1943, άλλη μια κόρη.  Αυτά τα δύο παιδιά δεν είχαν ποτέ τους δει άλλον άνθρωπο εκτός από τους δικούς τους· μέχρι την εμφάνιση των γεωλόγων, ο έξω κόσμος υπήρχε μόνο στις ιστορίες των γονιών τους.

Κάθε τους μετακίνηση τους οδηγούσε πιο βαθιά στην τάιγκα, πιο μακριά απ’ τους ανθρώπους, ώσπου έφτασαν στο ξέφωτο, έφτιαξαν την καλύβα και άρχισαν να καλλιεργούν τη γη.  Χωρίς όπλα, έτρωγαν κρέας μόνο όταν κατάφερναν να παγιδεύσουν κάποιο ζώο.  Όταν τα κατσαρολικά που κουβαλούσαν μαζί τους χάλασαν ολότελα, προσπάθησαν να μαγειρέψουν σε σκεύη από φλοιό σημύδας.  Κατέληξαν να τρέφονται με πατάτες και κοπανισμένους σπόρους σίκαλης και κάνναβης.  Ήταν διαρκώς πεινασμένοι· η δεκαετία του ’50 ήταν γι’ αυτούς η δεκαετία της πείνας. Ήταν επίσης η δεκαετία που άρχισαν να βλέπουν αστέρια να διασχίζουν γρήγορα τον ουρανό. «Κάτι θα σκαρφίστηκαν πάλι οι άνθρωποι, και στέλνουν στον ουρανό φωτιές που μοιάζουν πολύ με τ’ αστέρια», είπε ο πατέρας στα παιδιά.

Το 1961, ό,τι είχαν φυτέψει στο περιβόλι τους το σκότωσε ο παγετός, κι η μάνα τους πέθανε από την πείνα.  Ένας και μοναδικός σπόρος σίκαλης που κατάφερε να φυτρώσει στο περιβόλι τούς έσωσε: τον φύλαγαν μέρα και νύχτα από τα τρωκτικά.  Τους έδωσε μια σοδειά 18 κόκκων.  Με αυτούς ξανάρχισαν να καλλιεργούν.

Το μόνο δώρο που δέχτηκαν από τους γεωλόγους στην αρχή ήταν το αλάτι· τόσα χρόνια στην ερημιά, ο πατέρας ακόμα το λαχταρούσε.  Αργότερα άρχισαν να δέχονται κι άλλα —μαχαιροπίρουνα, για παράδειγμα—, και άφησαν τους επιστήμονες να τους βοηθήσουν στις καλλιέργειές τους.  Αλλά οι περισσότεροι δεν θα ζούσαν για πολύ ακόμα σε επαφή με τον πολιτισμό.  Σ’ ένα φθινόπωρο —φθινόπωρο του ’81— πέθαναν τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια.  Δύο από νεφρική ανεπάρκεια και ο μικρός γιος, ο αγαπημένος των γεωλόγων, από πνευμονία.  Όταν του πρότειναν να τον πάνε στο νοσοκομείο με ελικόπτερο για να τον σώσουν, απάντησε: «Δεν μας επιτρέπεται», και πέθανε.  Οι επιζήσαντες αρνήθηκαν ν’ αφήσουν τη γωνιά του κόσμου που ήξεραν για δική τους.

Ο πατέρας πέθανε το 1988.  Η τελευταία κόρη, η Αγκάφια, ζει ακόμα στο ίδιο ξέφωτο.

For 40 Years, This Russian Family Was Cut Off From All Human Contact, Unaware of WWII | Lost in the Taiga: One Russian Family’s Fifty-Year Struggle for Survival and Religious Freedom in the Siberian Wilderness | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

lykovfamily

[The Tom Waits Sessions]

Ο αβύθιστος Σαμ

cat

Στις 18 Μαΐου του 1941, το Μπίσμαρκ σαλπάρει [1].  Στους πάνω από 2.200 επιβάτες του συμπεριλαμβάνεται και ο ασπρόμαυρος γάτος Σαμ.  Στις 27 Μαΐου του 1941, μετά από μια άγρια ναυμαχία αντάξια του άγριου πολέμου που σπαράζει τον κόσμο εκείνο τον καιρό, το Μπίσμαρκ βυθίζεται.  Διασώζονται 115 άντρες και ο Σαμ, που αλλάζει στρατόπεδο και γίνεται η μασκότ του πληρώματος του Κόζακ.  Τον βαφτίζουν Όσκαρ και τον έχουν μαζί τους στη Μεσόγειο και στον Βόρειο Ατλαντικό, όπου το Κόζακ συνοδεύει νηοπομπές για να τις προστατεύσει από τα γερμανικά υποβρύχια.

Στις 24 Οκτωβρίου του 1941, ένα από αυτά τα γερμανικά υποβρύχια τορπιλίζει το Κόζακ καθώς πλέει από το Γιβραλτάρ προς την Αγγλία.  Από την έκρηξη σκοτώνονται 159 άντρες. Τον Σαμ που πλέον ονομάζεται Όσκαρ τον βρίσκουν να επιπλέει στα συντρίμια και τον βγάζουν στη στεριά. Θα συνεχίσει την καριέρα του στο αεροπλανοφόρο Αρκ Ρόγιαλ, που και αυτό θα τορπιλιστεί από γερμανικό υποβρύχιο φεύγοντας απ’ τη Μάλτα, και τελικά θα βυθιστεί 30 μίλια από το Γιβραλτάρ.  Αυτή τη φορά, όλοι σώζονται, πλην ενός.  Αυτός ο ένας, φυσικά, δεν είναι ο Σαμ, μετέπειτα Όσκαρ, σταθερά αβύθιστος, που για άλλη μια φορά αναδύεται από το όλο μπάχαλο απαράδεκτα βρεγμένος, αλλά απολύτως αβλαβής.

Τα πλοία που τους σώζουν θα βυθιστούν κι αυτά, το ένα το 1942, το άλλο το 1943.  Στο μεταξύ, όμως, ο Σαμ, Όσκαρ, αβύθιστος, ζει πλέον στη στεριά, στο γραφείο του κυβερνήτη του Γιβραλτάρ, που προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει ένα πλήρωμα αρκετά γενναίο για να πάρει μαζί του τον γάτο και να τον πάει στην Αγγλία.  Το πλήρωμα βρίσκεται, το πλοίο ως εκ θαύματος παρά το βάρος του γάτου φτάνει στην Αγγλία, και ο Σαμ, Όσκαρ, αβύθιστος, βετεράνος, περνάει το υπόλοιπο του πολέμου νιαουρίζοντας στο σπίτι ενός ναυτικού στο Μπέλφαστ [2], ενώ ο κόσμος συνεχίζει να σκοτώνεται και τα πλοία να ναυαγούν.

This is how the world will be
Everywhere I go it rains on me
Forty monkeys drowning in a boiling sea
Everywhere I go it rains on me

Τι έκανες στον πόλεμο, γατούλη; | 7 famous seafaring felines (λείπει ο πιο αγαπημένος μου από όλους, αλλά δεν είναι της παρούσης) | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

[The Tom Waits Sessions]

[1] Μπορεί και στις 19.

[2] Ίσως όχι σε σπίτι ναυτικού, αλλά σε κάποιο οίκο ναύτη.  Όμως μου αρέσει περισσότερο η ιδέα του να έζησε με οικογένεια.

A pastiche of freedom

zambra

O Αλεχάντρο Σάμπρα για το βιβλίο του, Ways of Going Home, η αγγλική μετάφραση του οποίου κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο:

Ways of Going Home presents your parents’ generation as either victims or accomplices of the Pinochet regime. It was hard to remain neutral. Is trying to establish what happened during those dark years essential to moving on?

It is essential, necessary and also inevitable, and Chilean society has understood it as such. Those of us who were children during those years were able to take shelter in the idea that we were not really there, that we knew nothing; and in one sense it actually was like that. But there were certain things, certain movements, certain ideas that we did understand and that we were able to intuit. I feel that it is extremely important to recover that world which we half inhabited. We could never have known whether our parents were the way they were because that is how adults are, or whether they were actually scared.

Your generation lives with the spectre of the past, yet, as you say in the novel, they were only secondary characters. ‘We grew up believing that the novel belonged to our parents. We cursed them, and also took refuge in their shadows, relieved. While the adults killed or were killed, we drew pictures in a corner.’ That must be a heavy burden to live with. Is that how you see it?

I see it like a responsibility or a burden that one can never relinquish, and I suppose one has to learn to live with it. You see, it is not only about personal stories; it is about a first-person plural ‘we’, a community of voices who only begin to define themselves late in life, with a sense of collective shyness, but also with determination and drive. Our adolescence coincided with the so-called return to democracy, and yet the grave error of those years –the early 1990s– was, precisely, believing that it was a democracy, when all the while Pinochet was still very much in power. We had no idea what a democracy looked like; we had been born in a dictatorship and for that reason we accepted the limited freedom –that pastiche of freedom– as if it were some wonderful prize. Democracy only really began to return when Pinochet was arrested in London in 1998.

Η συνέχεια της συνέντευξης εδώ. Και αυτό το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα ο Σάμπρα γράφει και ξαναγράφει ένα και μοναδικό μυθιστόρημα, το οποίο εμπλουτίζεται, συμπληρώνεται, και ανατρέπεται από βιβλίο σε βιβλίο. Κοινώς, καλό θα ήταν να διαβαστούν όλα του τα βιβλία, το ένα μετά το άλλο. Ούτως ή άλλως, και τα τρία είναι ολιγοσέλιδα – όλα μαζί ίσα που φτιάχνουν ένα σύντομο μυθιστόρημα.

ways-of-going-home-by-alejandro-zambra

[πρίβιουσλι: The Auster Effect]

Η ταφή

tom waits barefoot

Είναι κάποιοι πολιτισμοί που δεν συνηθίζουν να φροντίζουν τους αρρώστους και τους ηλικιωμένους· η γη μπορεί να θρέψει μόνο τόσα στόματα, κάθε περισσευούμενο στόμα είναι βάρος ασήκωτο.  H φυλή μετακινείται διαρκώς και παίρνει μαζί της μόνο όποιον έχει αρκετά γερά πόδια για να ακολουθήσει· ο άρρωστος, ο αδύναμος, μένει πίσω με λίγα μόνο τρόφιμα, κι είναι δική του υπόθεση να βρει τη δύναμη και να φτάσει τους άλλους όταν πια έχουν σταματήσει για τη νύχτα ή για τους επόμενους μήνες. Λίγοι τα καταφέρνουν· των υπολοίπων τα κόκαλα τα καθαρίζουν τα όρνεα και η βροχή μέχρι που αστράφτουνε λευκά.

Συχνά οι ίδιοι οι γέροντες φροντίζουν να απαλλάξουν τους δικούς τους απ’ την παρουσία τους.  Με ένα κανό εξαφανίζονται στη θάλασσα

φαντάσου πόσα καρυδότσουφλα με επιβάτες κόκαλα ταξιδεύουν στον ωκεανό, πλωτά νησιά

χωρίς κανένας να τους αποχαιρετήσει.  Με βάρκα, εξάλλου, έλεγαν παλιά πως γίνεται το πέρασμα από τον έναν κόσμο στον άλλον· τι διαφορά έχει αν βαρκάρης είναι αυτός που πεθαίνει, αντί άλλου;

Όταν είναι να σκοτωθεί στα γόνατα του παιδιού του ο γέροντας, συχνά ενθαρρύνει ο ίδιος το φονικό:  στη μακρά ζωή του, εξάλλου, είδε όσους γέρασαν πριν από αυτόν ν’ αποχωρούν με τον ίδιο τρόπο, κι ίσως ο ίδιος να σκότωσε τους γονείς του όταν έφτασαν να περισσεύουν.

Στη Μότα, ένα νησάκι του συμπλέγματος Μπανκς στο βόρειο Βανουάτου, εξαντλημένος από τη γρίπη ο άντρας ζητά απ’ τον αδελφό του να τον σκοτώσει για να απαλλάξει τους άλλους απ’ την παρουσία του και να απαλλαγεί και ο ίδιος από μια ζωή που δεν του χωράει πια.  Ο αδελφός του κλαίγοντας σκάβει τη γη, κλαίγοντας τον βοηθάει να ξαπλώσει στον τάφο του, κλαίγοντας ρίχνει πάνω του το χώμα χούφτα χούφτα ενώ ο ζωντανός νεκρός ανάμεσα σε ξεσπάσματα βήχα τον ενθαρρύνει, «Ρίξε λίγο ακόμα, σκέπασέ με, μπράβο, έχε γεια».  Ο άλλος όμως, στο κεφάλι του θαμμένου ρίχνει το χώμα λίγο και δεν το πατά να δέσει, παρά το αφήνει έτσι, αφράτο και ρηχό.  Κλαίγοντας γυρνά στο χωριό, μα όλη τη νύχτα κι όλη την επόμενη μέρα πηγαίνει συχνά στον τάφο και ρωτά, «Ζεις ακόμα;» κι ο άλλος απ’ το χώμα του απαντά, «Ακόμα, ναι».  Ώσπου φτάνει η ώρα που δεν του απαντά, και πια δεν έχει αδελφό: είναι μόνος του.

Η ιστορία της ταφής είναι βασισμένη σε μια ιστορία από το The World Until Yesterday: What Can We Learn from Traditional Societies? του Τζάρεντ Ντάιαμοντ | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

jareddiamond

[The Tom Waits Sessions]

Απόψε

tomwaits (1)

Τα παιδιά μου παρατήρησαν πως είμαι λίγο διαφορετικός από τους υπόλοιπους πατεράδες. «Γιατί μπαμπά δεν έχεις μια κανονική δουλειά σαν και τους υπόλοιπους;» με ρώτησαν μια μέρα. Τους είπα την εξής ιστορία: Μια φορά κι ένα καιρό ήταν στο δάσος, ένα ευθυτενές δέντρο και ένα που έγερνε. Καθημερινά, το ίσιο δέντρο έλεγε στο στραβό «Μα κοίτα με… είμαι ψηλό, ευθύτατο και πανέμορφο. Κοίτα και τον εαυτό σου, είσαι θεόστραβο και γέρνεις. Κανείς δεν θέλει να σε κοιτάει». Και συνεχίσανε να μεγαλώνουνε μαζί, ώσπου μια μέρα φτάνουν οι ξυλοκόποι, είδανε τα δέντρα και είπανε μεταξύ τους «Κόψτε μόνο τα ίσια δέντρα και αφήστε τα υπόλοιπα». Το ψηλό, ευθύτατο και πανέμορφο δέντρο έγινε ξυλεία, οδοντογλυφίδες και χαρτί. Και το στραβό στέκει ακόμα εκεί, αγέρωχο, μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, δυνατότερο και ακόμα πιο παράξενο.

Απόψε, τραγούδια και ιστορίες του Τομ Γουέιτς, και ιστορίες για ταφές και νεκρούς σε αφήγηση Contrabbando.