Το ξέφωτο

tomwaitsontree

Το καλοκαίρι του 1978, ένα ελικόπτερο πετάει πάνω από τη σιβηριανή τάιγκα, σε αναζήτηση ενός ασφαλούς μέρους για να προσγειωθούν τέσσερις γεωλόγοι που ψάχνουν για κοιτάσματα σιδήρου.  Κοντά σ’ έναν παραπόταμο του Αμπακάν, οι πιλότοι εντοπίζουν ένα ξέφωτο με ίχνη ανθρώπινης παρουσίας.  Πράγμα τουλάχιστον παράξενο σε μια περιοχή ακατοίκητη, εκατοντάδες μίλια μακριά από τον πιο κοντινό καταυλισμό.  Οι πιλότοι ενημερώνουν τους γεωλόγους, που ανήσυχοι αποφασίζουν να επισκεφτούν το σημείο και να δουν τι γίνεται.

Σ’ ένα άθλιο, πενταβρόμικο καλύβι, τους υποδέχεται ένας ξυπόλητος, κουρελιασμένος γέροντας, και οι τρομοκρατημένες κόρες του.  Οι γεωλόγοι τους προσφέρουν ψωμί και μαρμελάδα· τα κορίτσια αρνούνται.  «Δεν μας επιτρέπεται».

«Δεν έχουν φάει ποτέ τους ψωμί.  Δεν το έχουν ξαναδεί», ενημερώνει τους έκπληκτους γεωλόγους ο γέρος.

Τον λένε Καρπ Λικόφ, μαθαίνουν· είναι Παλαιός Πιστός που το έσκασε με την οικογένειά του στο δάσος το 1936 για να ξεφύγει από τους Μπολσεβίκους.  Τότε ήταν τέσσερις: η γυναίκα του, ο εννιάχρονος γιος του, η δίχρονη κόρη του.  Το 1940 γεννήθηκε άλλος ένας γιος· το 1943, άλλη μια κόρη.  Αυτά τα δύο παιδιά δεν είχαν ποτέ τους δει άλλον άνθρωπο εκτός από τους δικούς τους· μέχρι την εμφάνιση των γεωλόγων, ο έξω κόσμος υπήρχε μόνο στις ιστορίες των γονιών τους.

Κάθε τους μετακίνηση τους οδηγούσε πιο βαθιά στην τάιγκα, πιο μακριά απ’ τους ανθρώπους, ώσπου έφτασαν στο ξέφωτο, έφτιαξαν την καλύβα και άρχισαν να καλλιεργούν τη γη.  Χωρίς όπλα, έτρωγαν κρέας μόνο όταν κατάφερναν να παγιδεύσουν κάποιο ζώο.  Όταν τα κατσαρολικά που κουβαλούσαν μαζί τους χάλασαν ολότελα, προσπάθησαν να μαγειρέψουν σε σκεύη από φλοιό σημύδας.  Κατέληξαν να τρέφονται με πατάτες και κοπανισμένους σπόρους σίκαλης και κάνναβης.  Ήταν διαρκώς πεινασμένοι· η δεκαετία του ’50 ήταν γι’ αυτούς η δεκαετία της πείνας. Ήταν επίσης η δεκαετία που άρχισαν να βλέπουν αστέρια να διασχίζουν γρήγορα τον ουρανό. «Κάτι θα σκαρφίστηκαν πάλι οι άνθρωποι, και στέλνουν στον ουρανό φωτιές που μοιάζουν πολύ με τ’ αστέρια», είπε ο πατέρας στα παιδιά.

Το 1961, ό,τι είχαν φυτέψει στο περιβόλι τους το σκότωσε ο παγετός, κι η μάνα τους πέθανε από την πείνα.  Ένας και μοναδικός σπόρος σίκαλης που κατάφερε να φυτρώσει στο περιβόλι τούς έσωσε: τον φύλαγαν μέρα και νύχτα από τα τρωκτικά.  Τους έδωσε μια σοδειά 18 κόκκων.  Με αυτούς ξανάρχισαν να καλλιεργούν.

Το μόνο δώρο που δέχτηκαν από τους γεωλόγους στην αρχή ήταν το αλάτι· τόσα χρόνια στην ερημιά, ο πατέρας ακόμα το λαχταρούσε.  Αργότερα άρχισαν να δέχονται κι άλλα —μαχαιροπίρουνα, για παράδειγμα—, και άφησαν τους επιστήμονες να τους βοηθήσουν στις καλλιέργειές τους.  Αλλά οι περισσότεροι δεν θα ζούσαν για πολύ ακόμα σε επαφή με τον πολιτισμό.  Σ’ ένα φθινόπωρο —φθινόπωρο του ’81— πέθαναν τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια.  Δύο από νεφρική ανεπάρκεια και ο μικρός γιος, ο αγαπημένος των γεωλόγων, από πνευμονία.  Όταν του πρότειναν να τον πάνε στο νοσοκομείο με ελικόπτερο για να τον σώσουν, απάντησε: «Δεν μας επιτρέπεται», και πέθανε.  Οι επιζήσαντες αρνήθηκαν ν’ αφήσουν τη γωνιά του κόσμου που ήξεραν για δική τους.

Ο πατέρας πέθανε το 1988.  Η τελευταία κόρη, η Αγκάφια, ζει ακόμα στο ίδιο ξέφωτο.

For 40 Years, This Russian Family Was Cut Off From All Human Contact, Unaware of WWII | Lost in the Taiga: One Russian Family’s Fifty-Year Struggle for Survival and Religious Freedom in the Siberian Wilderness | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

lykovfamily

[The Tom Waits Sessions]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s