[όλοι αυτοί οι γέροι]

Ένα πρωινό, το χειμώνα του 42, βρέθηκα στην οδό Μασσαλίας, έξω από το ανατομείο. Ένα φορτηγό στεκότανε μ’ ένα φόρτωμα ανθρώπους που πεθάνανε στους δρόμους εκείνη τη νύχτα. Σειρές οι νεκροί. Όλοι γέροι και γριές, ο ένας πάνω στον άλλο, σε στάσεις τρυφερές που επινόησε ο θάνατος και το βιαστικό φτιάρισμα που τους έριξε στο φορτηγό. Μπροστά-μπροστά, ένα φαλακρό, γέρικο κεφάλι, με λίγα άσπρα μαλλιά. Πάνω του, ακουμπισμένο στο μάγουλό του, ένα λεπτό κεφάλι γριούλας, απίστευτα χαριτωμένο. Ένα μικρό, τρίγωνο, μαύρο μαντήλι έδενε τα μαλλιά της, που ξεφεύγανε από δω κι από κεί, σγουρά, με μια ανταύγεια ακόμη πάνω τους, που έδειχνε πως κάποτε ήτανε ξανθιά. Οι γερμανοί αξιωματικοί που κατεβαίναν από το Κολωνάκι, δε γυρίζανε να δούνε. Όταν φτάσανε κοντά στ’ αυτοκίνητο μιλούσανε μόνο και γελούσανε πιο δυνατά. Η μάσκα της αδιαφορίας μπορεί να κρύψει το έγκλημα;  Εμείς οι ρωμιοί, που κοιτάζαμε, ήμασταν πιο αδιάφοροι. Ο θάνατος σ’ όλες του τις μορφές ήτανε καθημερινό συναπάντημα και καθημερινή αναμονή. Μπορούσαμε να τον κοιτάμε δίχως φρίκη.  Φρίκη σ’ έπιανε μονάχα όταν πήγαινες να σκεφτείς πώς τάχα να την είχανε ονειρευτεί τη ζωή, σαν ήτανε νέοι, όλοι αυτοί οι γέροι, που πεθάνανε στα πεζοδρόμια απ’ την πείνα.

Μπορεί να είναι αλήθεια πως τα ευτυχισμένα παιδιά δείχνουνε αν έφτασε μια κοινωνία στον πολιτισμό. Θαρώ πώς αυτό δεν φτάνει. Πολιτισμένη θάναι εκείνη η κοινωνία που θάχει γέρους χαρούμενους.

Έλλη Παππά, Το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου*

*Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1961, τυπωμένο σε 4.000 αντίτυπα.