Γατοδρόμιο

Δεν είναι μεγάλος δρόμος. Ένας ανήφορος (ή κατήφορος, αντίστοιχα) και τέλος. Στην αρχή του είναι ένα ψιλικατζίδικο μ’ ένα σκυλί-λευκή τριχόμπαλα να κοιτάζει απορημένο από την είσοδο, αλλά αποκεί και πέρα ανήκει εξ ολοκλήρου στις γάτες – εξού και γατοδρόμιο.

Έξω από την κάβα ζει ένα κλαν γάτες, ασπρόμαυρες οι περισσότερες. Έχουν τακτικά μοιραστεί σε βάρδιες: άλλες συναντάς το πρωί κι άλλες το βράδυ. Είναι θρασύτατες· αράζουν καταμεσής του πεζοδρομίου κι όταν πας να περάσεις μένουν ακίνητες και σε κοιτάζουν προκλητικά μέχρι ν’ αναγκαστείς ν’ αλλάξεις δρόμο.

Παρακάτω, στα σκαλάκια, αράζει άλλο κλαν. Αυτών τα χρώματα είναι περισσότερα αλλά το θάρρος λιγότερο: όταν πας να περάσεις τρέχουν να κρυφτούν κάτω απ’ τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

Όπως ανηφορίζουμε ανάμεσα στις γάτες, ο Γ. μου λέει ότι ώρες ώρες έχει την αίσθηση πως ζει για τη γάτα του. Χωρίς το μουσούδι της να τρίβεται στα πόδια του θα είχε, μάλλον, ολότελα τρελαθεί.

 ***

Για λίγο ο Γ. είχε νιώσει ένας από τους τυχερούς – η εξαίρεση που όλοι κοιτάζαμε απορημένοι κι ακουμπούσαμε με προσοχή μην και διαλυθεί μέσα στα χέρια μας: μετά από μήνες στην ανεργία, τον προσέλαβαν σε μια μεγάλη διαφημιστική. Η πρόσληψή του ήταν μια μικρή ανωμαλία στην κοσμική ισορροπία και σύντομα αποκαταστάθηκε: η διαφημιστική βάρεσε κανόνι. Ο Γ. ξανάρχισε να στέλνει βιογραφικά. Ακόμα απαντάει με ελπίδα στις κλήσεις από άγνωστους αριθμούς αλλά ποτέ δεν τον καλούν για συνέντευξη – συνήθως πρόκειται για προσφορές κινητής τηλεφωνίας.

Ευτυχώς, η γάτα του δεν καταλαβαίνει από κρίση κι επιδόματα ανεργίας και μνημόνια – όλα αυτά είναι ανόητα ζητήματα που απασχολούν ανόητους ανθρώπους. Έρχεται να τριφτεί στα πόδια του και να δαγκώσει τα χέρια του και να ζητήσει φαγητό: η ακατανίκητη απαίτησή της για ζωή προς το παρόν μπορεί και τον κρατάει όρθιο.

 ***

Σε μια παράλληλη πραγματικότητα οι φίλοι μου παίρνουν προαγωγές, δεν αρνούνται με προφάσεις να έρθουν για καφέ επειδή δεν τους φτάνουν τα λεφτά, περιμένουν στο μαιευτήριο τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού· κοντολογίς, ζουν όπως φαντάζονταν, δέκα χρόνια πριν, ότι θα ζούσαν τα τριάντα τους, σ’ εκείνα τα ταπεινά όνειρα που τότε φάνταζαν μίζερα, μικρά, και τώρα έχουν γίνει πολυτέλεια.

Στην εδώ πραγματικότητα ο Π. έκανε προχθές το λάθος να συγκρίνει τον εαυτό του με τον πατέρα του στα τριάντα τέσσερα. Τον έπιασε ένας οξύς πόνος στους κροτάφους και από τότε δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Σηκώνεται σε νύχτα βαθιά και χαζεύει τον Αγά Χαν να κόβει βόλτες στο ενυδρείο του. Ο Π. θα προτιμούσε ένα σκυλί, αλλά τα σκυλιά δεν ευημερούν σε γκαρσονιέρες των 27 τετραγωνικών, οπότε πήρε πριν από τρία χρόνια τον Αγά Χαν και αποφάσισε, σε ένα εντελώς προσωπικό στοίχημα, να τον μετατρέψει στον υπερμαθουσάλα όλων των χρυσόψαρων. Έκανε εξαντλητική έρευνα για τις ιδανικές συνθήκες ζωής του χρυσόψαρου· αν όλα πάνε καλά, λέει, ο Αγά Χαν θα ζήσει εφτά, ίσως και δέκα χρόνια ακόμα· τον φαντάζομαι να φτάνει στα πενήντα, στα εξήντα· η πολυκατοικία θα σωριαστεί σε ερείπια αλλά ανάμεσά τους το ενυδρείο θα απομείνει άθικτο και μέσα στο ενυδρείο ο Αγά Χαν θα κολυμπάει ατάραχος, τέλειος. Ο Π., πάλι, ξέρει ότι αν θέλει να ζήσει κι άλλο ο Αγά Χαν, θα πρέπει σύντομα να τον μεταφέρει σε άλλο ενυδρείο, μεγαλύτερο, όμως το τωρινό είναι το μεγαλύτερο ενυδρείο που μπορεί να βολέψει στη μικροσκοπική κουζίνα του, κι η μικροσκοπική κουζίνα του η μεγαλύτερη που μπορεί να πληρώνει, για πόσο ακόμα δεν ξέρει.

Τώρα που ξέρει τις ιδανικές συνθήκες ζωής του χρυσόψαρου, ο Π. ψάχνει στο ίντερνετ για τις συνθήκες ζωής στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, ελπίζοντας να μάθει και τις ιδανικές συνθήκες ζωής για τον ίδιο.

 ***

Τα ζώα των φίλων μου είναι τα παιδιά που φοβούνται να κάνουν, οι γονείς που δεν μπορούν να στηρίξουν όπως θα ήθελαν. Τα ζώα των φίλων μου είναι προσομοιώσεις ενηλικίωσης και ευθύνης. «Security blankets», μου λέει ο Γ. Ταΐζουν αδέσποτα για να ταΐσουν την ψυχή τους, όπως έλεγε η γιαγιά κάποιου. Ή για να νιώσουν ότι κάτι, τέλος πάντων, μπορούν να κάνουν.

Οι φίλοι μου δεν έχουν φύγει ακόμα, αλλά όλοι τους ξέρουν κάποιον που έχει φύγει κι όλοι σκέφτονται να φύγουν. Οι πιθανοί προορισμοί όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο μακρινοί. Αυτό συμβαίνει επειδή η Ευρώπη σιγά σιγά μετατρέπεται σε μια κουκκίδα στο χάρτη – ένα από εκείνα τα νησιά του Ειρηνικού, πέτρες στη θάλασσα, μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα σε εμβαδόν κι ελάχιστα μέτρα υψόμετρο, προορισμένα να βυθιστούν με την άνοδο της στάθμης των ωκεανών.

Αν κάποτε κάνουμε παιδιά, τελικά, ίσως να μην τους εξηγήσουμε τίποτα για την εποχή που σαν άλλοι Γαλάτες φοβόμασταν πως θα έπεφτε ο ουρανός και θα μας πλάκωνε· δεν θα τους πούμε ότι ανακαλύψαμε μια μέρα πως ο ουρανός μας είχε ήδη πλακώσει και δεν το είχαμε καταλάβει ως τότε γιατί σ’ εκείνο το παράξενο υπόγειο που ξέραμε για χώρα η οροφή ήταν βαμμένη ένα γαλάζιο-ξεφτισμένο αποφόρι της ποίησης και μια δυνατή ηλεκτρική λάμπα παρίστανε τον ήλιο. Ίσως η εξήγηση να είναι ολοφάνερη στο τοπίο που θα μάθουν για δικό τους – τα ερείπια μιας πόλης· τα ερείπια μιας χώρας· μια χώρα-καρτ ποστάλ από τους συγγενείς που έμειναν πίσω.

Αλλά τουλάχιστον –προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη– θα είμαστε εκεί· μπορεί να μην τους πούμε την ιστορία, αλλά θα είμαστε εκεί για να μην την πούμε.

Όταν μιλάμε για όλα αυτά τους δίνουμε τον τίτλο «το ταξικό μελόδραμα της ζωής μας»· αλλάζοντας ένα γράμμα, το ταξικό γίνεται τοξικό.

 ***

Ο Γ., που άλλοτε είχε χρήματα και ταξίδευε –δεν έμενε σε πεντάστερα ξενοδοχεία, βέβαια, σε χόστελ έμενε, πάντως ταξίδευε– μου λέει ότι αυτή η εικόνα, ο δρόμος τίγκα στ’ αδέσποτα και τα πεζοδρόμια γεμάτα αποφάγια στ’ αλουμινόχαρτο, είναι μάλλον μεσογειακή, βαλκάνια· δεν την είδε στο Λονδίνο, δεν την είδε στο Βερολίνο, αλλά έμαθε από άλλους ότι την είδαν στην Κωνσταντινούπολη. «Κακή πολιτική για τ’ αδέσποτα», λέει. «Παρήγορο, όμως», πάω να παραστήσω την Πολυάννα εγώ, «ότι ακόμα και τώρα υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν φαγητό για τις γάτες». «Το μέλλον σκέφτονται», μου απαντά, «σε λίγους μήνες μπορεί να χρειαστεί να φάνε αυτές ακριβώς τις γάτες».

Μου λέει ακόμα ότι είχε διαβάσει σ’ ένα βιβλίο για το Σαράγεβο του πολέμου την ιστορία ενός γέρου που παγίδευε περιστέρια για να φάνε οι άνθρωποι της πολυκατοικίας. Αυτή η εικόνα του μετέφερε περισσότερη φρίκη κι εξαθλίωση από τις περιγραφές των νεκρών και των εχθροπραξιών, ακριβώς επειδή μιλούσε για τη ζωή ανάμεσα στους σωρούς των ερειπίων· ζωή που έπρεπε να συνεχιστεί, με κάθε τρόπο και παρόλα αυτά.

Στο Βελιγράδι, στο Σαράγεβο, μου λέει, και παντού όπου ο θάνατος είναι περισσότερος απ’ τη ζωή, ο κόσμος λέει τα σκληρότερα ανέκδοτα· είναι κι αυτός ένας τρόπος για να ζήσει, όπως και το να τρώει περιστέρια. Όπως θα είναι, ίσως, κι εδώ το να τρως γάτες.

Κάποτε θα του ’λεγα ότι λέει υπερβολές. Πλέον αυτές τις υπερβολές μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις διακρίνω γιατί η πραγματικότητα έχει εντελώς σκοτεινιάσει.

Κανένας μας δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Απλώς, είμαστε ζωντανοί κι ελπίζουμε να παραμείνουμε.

Του λέω ότι στον ακάλυπτο τις τελευταίες μέρες εμφανίζεται μια γάτα κομψή και περίεργη. Έχει μετατρέψει τον τοίχο που μας χωρίζει από τις άλλες πολυκατοικίες σε πασαρέλα και την περπατάει αγέρωχη. Τη χαζεύω απ’ το μπαλκόνι – ο Γ. ισχυρίζεται ότι έχουμε γίνει φίλες. Μερικές φορές αράζει και με κοιτάζει, σαν κάτι να περιμένει.

*Πρώτη δημοσίευση: UNFOLLOW #14 (Φεβρουάριος 2013).

2 thoughts on “Γατοδρόμιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s