Η περιφορά

Αργότερα, κανείς δεν θυμόταν —κι ακόμα κι αν κάποιος το θυμόταν, βολικά παρίστανε πως δεν το θυμόταν— ποιος είχε ρίξει την ιδέα πρώτος, πάντως, εκείνη τη χρονιά, οι τέσσερίς τους βρέθηκαν να περιφέρουν στο Νιόφυτο έναν επιτάφιο εν είδει αποκριάτικου άρματος ή ένα αποκριάτικο άρμα εν είδει επιταφίου — άκουγες και τις δύο εκδοχές, ανάλογα του καθενός την πίστη.  Κάποιοι, βεβαίως, σκανδαλίστηκαν τόσο που προτίμησαν να το ξεχάσουν, το πράγμα ωστόσο αναντίρρητα συνέβη· «Ξέρετε τι θα είχε πλάκα», θα είπε εκείνος ο πρώτος, «Τι», θα τον ρώτησαν οι άλλοι τρεις, «Να περιφέρουμε τον επιτάφιο», και εφόσον όντως το έκαναν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ακόμα και ο συνήθως σιωπηλός και σοβαρός τέταρτος.  Βέβαια, δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν αυθεντικό επιτάφιο· τους απασχόλησε κάπως το θέμα αυτό, πού να φύλαγε ο παπάς τον επιτάφιο και πώς να τον πάρουν, αλλά παραήταν μεθυσμένοι ή τεμπέληδες ή και τα δύο για να το πολυσκεφτούν· θυμήθηκε, ευτυχώς —γι’ αυτούς· άλλοι θα διαφωνούσαν—,  ο Ματθαίος εκείνα τα τραπέζια, ορθογώνια, ψηλοπόδαρα και μεγαλούτσικα, που είχανε ξεμείνει στην αποθήκη του πατέρα του, απομεινάρια της ταβέρνας που είχε κάποτε —χρόνια κλειστή πια—, και νύχτα μπήκαν στην αποθήκη και βούτηξαν δυο από δαύτα κι ύστερα τα κάρφωσαν το ένα πάνω στο άλλο κι έτσι έκαναν τον επιτάφιο.  Στο κάτω τραπέζι αντί για την εικόνα του νεκρού Ιησού κάρφωσαν έναν χάρτη της Ελλάδας γιατί νεκρό Ιησού δεν είχαν εύκαιρο, είχαν όμως εύκαιρο τον χάρτη, κι είπαν να παραστήσουν ότι το όλο δρώμενο θα ήταν μια δήλωση πολιτική, ιδέα του Σταύρου αυτή που άκουγε τον μεγάλο του αδελφό όλο και πιο θυμωμένο να τα βάζει με όσους είχανε στο στόμα καραμέλα την Κρίση —που δεν ήξερε πώς ο Σταύρος μα πάντα τα κατάφερναν να την προφέρουν με το κάπα κεφαλαίο, το άκουγες—, για όλα λοιπόν την είχανε δικαιολογία, «Είναι κι η Κρίση, δεν λέω, μα η μαλακία μάς είχε βαρέσει απ’ τα πριν», έλεγε ο αδελφός του Σταύρου κι έφτυνε.  Πήγαν κι αγόρασαν ό,τι λουλουδικό βρήκαν, τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, κάτι άλλα λουλούδια που ούτε ήξεραν πώς τα λένε, και στόλισαν το σεπτό άχραντο πτώμα της Ελλάδος (διατύπωση του Γιώργου) κατεβάζοντας άφθονα τα τσίπουρα, τραγουδούσαν κιόλας ό,τι θυμούνταν από τα Εγκώμια, «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου», «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν», μα δεν τα θυμούνταν όλα και τελικά κατέληξαν να ψελλίζουν μασημένα ό,τι σπαράγματα τους έρχονταν στο μυαλό, Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ και λοιπά και λοιπά, ο Ματθαίος δεν ήταν σίγουρος ότι αυτά έψελναν οι κοπέλες στολίζοντας τον Επιτάφιο αλλά μια και κανείς δεν ήξερε ν’ απαντήσει τον άφησαν στις αμφιβολίες του, γνωστό τοις πάσι εξάλλου ότι είχε δύο βίδες λάσκα.  Τα λουλούδια φυσικά αναγκάστηκαν να τα καρφώσουν καθότι τα τραπέζια δεν είχαν τα βολικότατα εκείνα σκαλίσματα στα οποία έμπηγαν κι έδεναν οι κοπέλες τα άνθη, και κάπως έτσι ξεχύθηκαν στους δρόμους του Νιόφυτου με τους λοιπούς συγχωριανούς λιλιπούτειους καρναβαλιστές (διατύπωση του Γιώργου) κι έναν επιτάφιο που ξερνούσε στραπατσαρισμένα άνθη στο διάβα του και την γριά Σοφία να τους φωνάζει από την αυλή της θεομπαίχτες με τη γάτα της να στριγκλίζει πλάι στη λεμονιά.  «Τι θεομπαίχτες, θειά, κηδεύεται η Ελλάς, δεν βλέπεις τι γίνεται», της φώναζε ο Γιώργος κι ήταν πολύ μεθυσμένοι οι τέσσερίς τους και πολύ ευχαριστημένοι, και δώστου πάλι Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ κι η γριά Σοφία τους απειλούσε με τη μαγκούρα της αλλά είχαν ήδη αλλάξει τετράγωνο κι εξάλλου οι υπόλοιποι συγχωριανοί λιλιπούτειοι καρναβαλιστές γελούσαν και τέλος πάντων είχαν δει ένα σωρό ρεπορτάζ από διάφορα καρναβάλια ανά τη χώρα για να αισθάνονται μια κάποια σιγουριά ότι αυτή ακριβώς ήταν η κατάλληλη στιγμή για βαρύνουσες πολιτικές δηλώσεις και ο παπάς δεν φαινόταν πουθενά και με λίγη τύχη ούτε που θα τους έβλεπε.  Στο επόμενο τετράγωνο, δίπλα στο φαρμακείο, στεκόταν ο υπέροχος εκείνος τρελός του χωριού, ο περιβόητος Αδαμάντιος Ραγκούδης που χρόνια προπαγάνδιζε τον διά του νόμου επιβεβλημένο θάνατο των άνω των σαράντα πέντε για τη σωτηρία της χώρας και την αναγέννησή της, τώρα κοντά στα σαράντα πέντε κι ο ίδιος μα πάντα αβάσταχτα ωραίος στο καλοραμμένο του κοστούμι.  Αυτός μόλις πέρασε από δίπλα του ο επιτάφιος χαμογέλασε και τους είπε, «Να τον κρατήσετε για όταν πεθάνω εγώ, κοντεύει εξάλλου η ώρα, και να τον ξαναπεριφέρετε τότε, θα σας φέρω τη φωτογραφία μου γιατί το πτώμα μου δεν θα βολέψει να το κουβαλήσετε».  «Εντάξει», του είπαν, και συνέχισαν τον δρόμο τους: Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ, κι ο Αδαμάντιος Ραγκούδης έμεινε να τους κοιτάζει και το ήξερε πως δεν τον είχαν πάρει στα σοβαρά, με την εξαίρεση του σιωπηλού τέταρτου της παρέας· αυτός, αργότερα, θα καταλάβαινε.

*Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών, 1/3/2014

3 thoughts on “Η περιφορά

  1. Διάβασα στην εφημερίδα των συντακτών την περιφορά. Ομολογώ ότι με κατέπληξε. Η σύλληψη του θέμα ματος, η γλώσσα ,η πλοκή, το χιούμορ και το τέλος που μπορεί ο καθένας να το φανταστεί όπως θέλει. Συγχαρητήρια! Από μεθαύριο θα ψάξω τα βιβλία.

  2. Πολύ ωραίο κείμενο! Φρέσκο, με καλή ισορροπία στη ζυγαριά του κωμικοτραγικού!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s