Η ιστορία του Βε

THOUSAND AUTUMNS

[διαβάζεται και ως συμπλήρωμα στο επίμετρο της ελληνικής έκδοσης των Χιλίων φθινοπώρων]

1.

Στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μίτσελ, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ [1], υπήρχε μια πολυσυζητημένη ιδιαιτερότητα: η αφήγηση ήταν, για πρώτη φορά σε έργο του συγγραφέα, τριτοπρόσωπη. Εξαίρεση, ένα μικρό κεφάλαιο στο τρίτο μέρος του βιβλίου (Ο δεξιοτέχνης του γκο), όπου ο σκλάβος Βε αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του: μια ιστορία αφεντάδων και σκλάβων, ανθρώπων που τους ανήκουν τα πάντα κι ανθρώπων που δεν τους ανήκει τίποτα, μήτε το σώμα τους, μήτε τα παιδιά τους. Το βιβλίο δεν ακολουθεί κάποιο σχέδιο εναλλαγής τριτοπρόσωπης με πρωτοπρόσωπη αφήγηση· ο Μίτσελ απλώς εντάσσει το κομμάτι στο σύνολο χωρίς να αφήνει καν να εννοηθεί πώς ξαφνικά βρισκόμαστε να διαβάζουμε την αφήγηση του Βε. Μοιάζει να το κάνει έτσι απλώς επειδή μπορεί. Εξού και το κομμάτι αυτό (το οποίο θα ήταν απολύτως αναμενόμενο σε άλλα βιβλία του Μίτσελ, και οπωσδήποτε, ακόμα κι έτσι ενταγμένο στο βιβλίο, δεν αποτελεί πρωτοτυπία στη λογοτεχνία γενικά) καταλήγει να μοιάζει με ανωμαλία ή εξαίρεση.

Το παράδοξο του Βε παραμένει (στο μυαλό μου, τουλάχιστον) παρότι στα Χίλια φθινόπωρα η τριτοπρόσωπη αφήγηση στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μεταμφιεσμένη πρωτοπρόσωπη: η εστίασή της αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και φέρνει στον νου κάμερα που ακολουθεί κατά πόδας τον εκάστοτε ήρωα, πίσω από τον ώμο του: έτσι, δεν βλέπουμε ακριβώς ό,τι κι ο ήρωας, πάντα όμως βλέπουμε περίπου ό,τι κι αυτός και είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τις κινήσεις του· το δικό του οπτικό πεδίο με το δικό μας αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό [2]. Θα μπορούσε λοιπόν ο αναγνώστης να υποθέσει ότι στην πραγματικότητα η «παραφωνία» του κεφαλαίου του Βε δεν είναι τόσο παράφωνη· και πάλι όμως, γιατί υπάρχει;

(Κατανοώ απολύτως ότι με απασχολεί ένα ερώτημα στο οποίο η απάντηση απλώς επειδή μπορεί ή απλώς επειδή είναι έτσι είναι ίσως υπεραρκετή· ότι πιάνομαι από μια λεπτομέρεια που στο τέλος-τέλος δεν διαταράσσει το βιβλίο· κι ότι της δίνω, ίσως, πολλή σημασία· αλλά κάπου στη δέκατη πέμπτη ανάγνωση των Χιλίων φθινοπώρων εξακολουθούσε να με απασχολεί αυτή η πρωτοπρόσωπη εξαίρεση — και ίσως από μόνο του το γεγονός μιας δέκατης πέμπτης ανάγνωσης είχε ανοίξει διάπλατα τις πόρτες στην υπερβολή· αυτό, όπως και η συνακόλουθη ερμηνεία μου, ίσως να λέει πολύ περισσότερα για μένα, παρά για τον Μίτσελ και τα συγγραφικά του σχέδια.)

χίλιαφθινόπωρα

2.

Ο Βε είναι ένας χαρακτήρας δευτερεύων· τον άρπαξαν δουλέμποροι και κατέληξε, μετά από μια αλυσίδα αγοραπωλησιών στις οποίες δεν είχε λόγο (όπως δεν είχε λόγο και στα ονόματα με τα οποία τον φωνάζουν· κάθε αφέντης του έδινε το όνομα που ο ίδιος προτιμούσε· κατέληξε Βε εξαιτίας ενός λάθους, και τουλάχιστον, προσπαθεί να παρηγορηθεί, έτσι κρατά το πραγματικό του όνομα μυστικό από τους αφεντάδες, μακριά από τα αρπακτικά χέρια τους: σχεδόν το μόνο πράγμα που είναι ιδιοκτησία του, όχι τους), να μοιράζεται, μαζί με τους υπόλοιπους δούλους και λευκούς αφεντάδες —μερικοί εκ των οποίων είναι λιγότερο αφεντάδες από τους άλλους— τον ιδιότυπο ολλανδικό εγκλεισμό στη Ντετζίμα. Εκεί, παρακολουθεί τους λευκούς, ανθρώπους που έχουν σχεδόν τα πάντα, να παραπονούνται για την ελευθερία που δεν έχουν: η Ντετζίμα, γκρινιάζουν, είναι φυλακή — δεν μπορούν ούτε βήμα να κάνουν πέρα από τη γέφυρα που την ενώνει με το Ναγκασάκι· εξαιρούνται μόνο οι πλέον προνομιούχοι εξ αυτών, και μόνο υπό ειδικές συνθήκες και μετά από τις σχετικές άδειες· και πού είναι το ολλανδικό πλοίο που θα φέρει τα νέα και τα αγαθά από την πατρίδα; Αλλά τα παράπονά τους ακούγονται κούφια, σχεδόν ακατανόητα στον Βε: τα ονόματα των λευκών είναι ιδιοκτησία τους, δεν έχουν λόγο να τα κρατήσουν κρυφά· και οπωσδήποτε θα έρθει, κάποτε, το ολλανδικό πλοίο που θα τους γυρίσει σε έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζονται κανενός την άδεια για να περπατήσουν πέρα από τις γέφυρες, όμως ο Βε και οι όμοιοί του θα εξακολουθήσουν να είναι σκλάβοι ακόμα και πέρα από τη Ντετζίμα. Ίσως, λοιπόν, ο Βε να υπάρχει για να θυμίσει ακριβώς αυτό: μέσα σε κάθε φυλακή, υπάρχουν κι άλλες φυλακές· πίσω από τα κάγκελα, άλλα κάγκελα, κι άλλα· η δυστυχία έχει δωμάτια και παραδωμάτια, επιφάνειες και βυθούς.

Στο μεταξύ οι περισσότεροι λευκοί αφεντάδες, αφοσιωμένοι στα δικά τους δράματα, όσο κι αν αυτά μοιάζουν ασήμαντα στα μάτια του Βε, και με αποδεδειγμένη και αδιαμφισβήτητη, για τους περισσότερους εξ αυτών, την εκ θεού εκπορευόμενη υπεροχή της λευκότητάς τους, προσπαθούν να διαχειριστούν την παραδοξότητα (κατ’ αυτούς, πάντα) του να είναι όμηροι αυτής της βαθιά νυχτωμένης, κατώτερης, κιτρινιάρικης ράτσας, των Ιαπώνων. Δεν οδηγούνται σε υπαρξιακή αναζήτηση, σε βαθύ σκάλισμα της ψυχής τους: η υπεροχή, είπαμε, είναι αδιαμφισβήτητη· κι αυτό κάνει την κατάστασή τους ακόμα πιο ανυπόφορη. Όσο αυτοί εξακολουθούν να κοιτάζουν τον κόσμο με τα μάτια του αφέντη (ο χριστιανισμός τους υπάρχει μόνο στον βαθμό που δικαιολογεί —ή τον διαστρέφουν ώστε να δικαιολογεί— το κυνήγι του χρήματος και της ιδιοκτησίας, τη διαιώνιση της υπεροχής τους· την πολιτική τους, θα μπορούσε να πει κανείς [3]) αυτός που εντέλει βλέπει καθαρότερα και μπορεί να αναγνωρίσει την ψυχή είναι ο ανιμιστής Βε, που δεν επικαλείται τις γραφές και του οποίου οι μόνες ιδιοκτησίες είναι το πραγματικό του όνομα, οι αναμνήσεις του, και οι σκέψεις του, προφυλαγμένες σε ένα μυαλό σαν νησί, σαν το Βε. (Η ψυχή, απέναντι στους λευκούς αποικιοκράτες, θα μπορούσε να μην έχει καν μεταφυσικό χρώμα: θα μπορούσε απλώς να είναι αυτό που δεν είναι η αποικιοκρατία· αυτό που διασώζεται όταν παύεις να ασχολείσαι μόνο με την ύλη.)

Δεν είναι, βεβαίως, όλοι οι λευκοί ίδιοι: μένοντας, για παράδειγμα, στα περί ψυχής, ο Γιάκομπ πιστεύει επίσης στην ύπαρξή της· κι όταν ρωτά σχετικά τον Δρα Μαρίνους, αντί να ακούσει τις ρητορείες που περιμένει —αυτές που θα κατέρριπταν τα περί ύπαρξης της ψυχής— πληροφορείται, σαστισμένος, ότι η ψυχή είναι ρήμα, όχι ουσιαστικό.

Κι αυτός ο Δρ Μαρίνους είναι, ίσως, το κλειδί του πρωτοπρόσωπου κεφαλαίου.

Η ψυχή είναι ρήμα, όχι ουσιαστικό: εικόνα από την Οστεογραφία του Τσέσελντεν [Πηγή]

3.

«Οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου δεν το γνωρίζουν, αλλά στα Χίλια φθινόπωρα [ο Μαρίνους] είναι στον εικοστό όγδοο βίο του» έλεγε ο Μίτσελ σε μια συνέντευξή του το καλοκαίρι του 2010 (στην ίδια συνέντευξη εξηγούσε πώς βρέθηκε ο Ντον ΝτεΛίλο να μιλά με το στόμα ενός Ιάπωνα μοναχού του 18ου αιώνα). Ο ίδιος ο Μαρίνους κάνει κάποιες νύξεις γι’ αυτό μέσα στο βιβλίο· σχεδόν το ομολογεί προς το τέλος, όταν αυτός κι ο Γιάκομπ έρχονται αντιμέτωποι με τον Φοίβο του καπετάνιου Πενάλιγκον, αλλά ακόμα κι αυτή η ομολογία θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια προσπάθεια αστεϊσμού μπροστά στον κίνδυνο. Ο μόνος, οπότε, που γνωρίζει με βεβαιότητα γιατί πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής ο Μαρίνους, αυτός ο τόσο αφοσιωμένος στα δεδομένα γιατρός που δεν πιστεύει στον θεό, πιστεύει όμως στην πίστη, είναι ο Βε· ο Βε που αναγνωρίζει στα μάτια του γιατρού τα μάτια ενός κβάιο, ενός προγόνου που επιστρέφει ξανά και ξανά, σε ένα νέο παιδί κάθε φορά [4]. Η αθανασία, λοιπόν, που επιζητεί ο τρομερός ηγούμενος Ενομότο των Χιλίων φθινοπώρων (και ίσως την έχει, έως έναν βαθμό, επιτύχει, μα πάλι ίσως όχι, ανάλογα με την ανάγνωση), μπορεί για τον Μαρίνους, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Βε, να είναι πραγματικότητα· αυτά όμως θα μπορούσαν να χωρέσουν και στην τριτοπρόσωπη αφήγηση που επιλέγεται για το υπόλοιπο βιβλίο. Και πάλι, λοιπόν: γιατί η παραφωνία;

Μια πρώτη ανάγνωση: ως ένα νεύμα στις αφηγήσεις των σκλάβων: ο λόγος και ο κόσμος των λευκών σε αντιπαράθεση με τον λόγο και τον κόσμο των σκλάβων. Ο μόνος που αποκτά δική του φωνή, ο μόνος του οποίου τον λόγο διαβάζουμε εντελώς αδιαμεσολάβητα, είναι ακριβώς ένας εκ των ανθρώπων που δεν έχουν φωνή (ή, καλύτερα, που δεν τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να έχουν φωνή).

Μια άλλη εκδοχή —η οποία δεν αποκλείει την προηγούμενη και, όπως πολλές αναγνωστικές ερμηνείες, ενδεχομένως να μην έχει περάσει καν από το μυαλό του συγγραφέα— είναι ότι το κεφάλαιο αυτό, το παραδόξως πρωτοπρόσωπο, είναι η πύλη εισόδου του αναγνώστη στο επόμενο βιβλίο, το The Bone Clocks (Κοκάλινα ρολόγια· άνθρωποι, με άλλα λόγια) που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο, και στο οποίο ο Μίτσελ επαναφέρει τον Μαρίνους, σε άλλους βίους του αυτή τη φορά.

The-Bone-Clocks-UK

4.

Το ότι ο Μαρίνους εμφανίζεται και σε δεύτερο βιβλίο είχε προαναγγελθεί από πολύ νωρίς: «Ο Μαρίνους, ιδίως, δεν είναι αυτό που φαίνεται. Θα εμφανιστεί στο επόμενο μυθιστόρημά μου, που είναι τοποθετημένο στο παρόν. Και στο βιβλίο που θα ακολουθήσει θα είναι ο κεντρικός χαρακτήρας. Αυτό σχεδιάζω τώρα, αλλά βεβαίως τα σχέδια αλλάζουν», έλεγε ο συγγραφέας ήδη τον Μάιο του 2010. Ούτε εκπλήσσεται κανένας με την επανεμφάνιση ενός μιτσελικού χαρακτήρα. Δεν είναι, φυσικά, επινόηση του Μίτσελ, είναι όμως κάτι στο οποίο καταφεύγει συχνά· το τέλος ενός μιτσελικού μυθιστορήματος δεν σημαίνει και το τέλος των μιτσελικών ηρώων. Στην πραγματικότητα, το τέλος ενός μιτσελικού βιβλίου δεν είναι καν το τέλος του μιτσελικού μυθιστορήματος· κάθε μιτσελικό μυθιστόρημα είναι κομμάτι ενός μεγαλύτερου βιβλίου (ο συγγραφέας μοιάζει να λειτουργεί με τον τρόπο των κομιξάδων, εξερευνώντας και συμπληρώνοντας ένα ολόκληρο σύμπαν τόμο τον τόμο· κάτι αντίστοιχο του Sandman, για παράδειγμα, χωρίς την εικονογράφηση [5]):  «Σκέφτομαι όλα μου τα μυθιστορήματα σαν μικρά αυτόνομα κεφάλαια του υπερμυθιστορήματός μου»· αλλά ακόμα και αυτά τα βιβλία-κεφάλαια συχνά δομούνται από ακόμα μικρότερα βιβλία-κεφάλαια: τόσο το Ghostwritten (μετάφραση: Βάκυ Τόμπρου, Ελληνικά γράμματα, 2003), όσο και Ο άτλας του ουρανού είναι μυθιστορήματα αποτελούμενα από νουβέλες-ιστορίες, στη δεύτερη περίπτωση φωλιασμένες η μια μέσα στην άλλη σα ματριόσκα. Ακόμα και τα φαινομενικά πιο συμβατικά στην αφήγησή τους Χίλια φθινόπωρα είναι χωρισμένα σε κεφάλαια που μεταξύ τους παρουσιάζουν διαφορές, με έναν τρόπο διασώζοντας τον επεισοδιακό χαρακτήρα της γραφής του Μίτσελ σε άλλα βιβλία: ξεκινούν ως ένα λίγο ως πολύ συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα στη Νύφη που για χάρη της χορεύουμε, κάνουν μια στροφή προς το φάνταζι στο Ένα απόρθητο βουνό [6] —το μέρος που φαίνεται να παραπέμπει στην Ιστορία της πορφυρής δούλης της Μάργκαρετ Άτγουντ (μετάφραση: Παύλος Μάτεσις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1989) αλλά τελικά ίσως οφείλει περισσότερα στο Οι τάφοι του Ατουάν της Ούρσουλα ΛεΓκέν (μετάφραση: Λίλη Ιωαννίδου, Τρίτων, 1994) και στο Άσεμνο πουλί της νύχτας του Χοσέ Δονόσο (μετάφραση: Αγγελική Αλεξοπούλου, Καστανιώτης, 1998)—, και συνεχίζουν, στον Δεξιοτέχνη του γκο [7, πιθανό σπόιλερ], με ένα νεύμα στον Γιασουνάρι Καβαμπάτα (από βιβλίο του οποίου παίρνει τον τίτλο του αυτό το μέρος των Χιλίων φθινοπώρων) και στον Πάτρικ Ο’Μπράιαν ταυτόχρονα, κ.λπ. Οι διαφορές εν μέρει εξηγούνται και από το ότι τα διάφορα μέρη του βιβλίου «διασώθηκαν» από διαφορετικές γραφές-εκδοχές του.

Crowd Atlas: Εμφανίσεις μιτσελικών χαρακτήρων από βιβλίο σε βιβλίο. Όντως ατελής: λείπει, για παράδειγμα, η φεγγαρόγκριζη γάτα (σύμφωνοι, δεν είναι άνθρωπος, είναι όμως χαρακτήρας) του Μαύρου κύκνου (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Ελληνικά γράμματα, 2008) που εμφανίζεται και στα Χίλια φθινόπωρα και (για πολύ λίγο, ωιμέ) στο The Bone Clocks. [Πηγή]

5.

Στα Κοκάλινα ρολόγια, μαζί με τον Μαρίνους, επανέρχεται τόσο η τυπική μιτσελική δομή του μυθιστορήματος-σε-ιστορίες, όσο και το ζήτημα της αθανασίας έναντι της θνητότητας, παίρνοντας ρόλο πρωταγωνιστικό. Στην αρχή του, το βιβλίο διαβάζεται ως ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα πασπαλισμένο με μια δόση μεταφυσικής φαντασίας: στους απολύτως συνηθισμένους ήρωες του Μίτσελ συμβαίνουν παράδοξα πράγματα· μερικές φορές τους παίρνουν τα σκάγια μιας μάχης που ξεδιπλώνεται ανάμεσά τους, αν και διαρκεί περισσότερο από όσο μια ανθρώπινη ζωή — όμως δεν το θυμούνται· η μνήμη τους διαγράφεται. Αλλά, χωρίς να το θέλουν, μερικοί θνητοί παραείναι σημαντικοί για αυτήν τη μάχη· έτσι, στην εξέλιξη του βιβλίου, οι δρόμοι τους αναγκαστικά θα τους οδηγήσουν στην καρδιά της. Ο Μαρίνους βρίσκεται ήδη σε αυτή την καρδιά, με όλους τους βίους του· κβάιο, με τη γλώσσα του Βε· άχρονος, στη δική του γλώσσα. Μέσω αυτού επιζεί στα Κοκάλινα ρολόγια η ανάμνηση του Ενομότο και του ντε Ζουτ (και εδώ επιβεβαιώνονται και κάποιες υποψίες που είχαν δημιουργηθεί στα Χίλια φθινόπωρα για την ύπαρξη μιας βαθύτερης, ως προς τον χρόνο της, μάχης που ξεδιπλωνόταν παράλληλα με τις περιπέτειες των ηρώων, καθώς εκείνοι κοιτούσαν άφωνοι τον δίχως υφάντρες αργαλειό της μοίρας· σε αυτή τη μάχη, οι θνητοί μοιάζουν με τις πέτρες του γκο).

Σε αυτό το σύμπαν όπου οι ήρωες μπαινοβγαίνουν από τη μία ιστορία στην άλλη, υπερβαίνοντας και τα (λογικά) όρια του ανθρώπινου βίου, και οι ζωές τους είναι, συχνά χωρίς να το ξέρουν, μέρος ενός πολέμου αιώνων, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Βε στα κατά τα άλλα τριτοπρόσωπα Χίλια φθινόπωρα ίσως έχει τον ρόλο μιας πύλης: της πύλης προς τα Κοκάλινα ρολόγια, όπου πια ο Μαρίνους παύει να είναι (απλώς) ο εκκεντρικός γιατρός και βοτανολόγος, μαθητής του ονομαστού Λινναίου, που βρίσκεται στη Ντετζίμα για να συγκεντρώσει έναν πλούτο γνώσεων και να συγγράψει ένα Flora Japonica μπροστά στο οποίο τα αντίστοιχα των Θούνμπεργκ και Κέμπφερ θα ωχριούν· μια πύλη που οδηγεί από τον περίκλειστο κόσμο της Ντετζίμα και της χώρας των χιλίων φθινοπώρων στο ευρύτερο σύμπαν (τόσο ως προς τον χρόνο, όσο και ως προς τον τόπο) των Κοκάλινων ρολογιών και του μιτσελικού έργου συνολικά: τα Χίλια φθινόπωρα είναι, κατά κάποιο τρόπο, τα ίδια μια Ντετζίμα. Το κυνήγι της αθανασίας στο βιβλίο μοιάζει να είναι η επιδίωξη του (ας τον πούμε «υπερκακό») Ενομότο με τους χαρακτήρες να αποτελούν σχεδόν παράπλευρες απώλειες· στα Κοκάλινα ρολόγια όμως ο Μίτσελ εισάγει και  άλλη μια εκδοχή αθανασίας που ίσως στην πραγματικότητα να είναι απλώς συνώνυμο της ευθύνης — με την ευθύνη εδώ να αποκτά παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα: όχι απλώς η ευθύνη ενός ανθρώπου απέναντι στη συνείδησή του και στους συνανθρώπους του (κοινό στοιχείο μεταξύ Φθινοπώρων και Ρολογιών), αλλά η συλλογική, διαχρονική ευθύνη της ανθρωπότητας. Και η «ανωμαλία» του πρώτου προσώπου στην αφήγηση του Βε υπάρχει εκεί ακριβώς για να προσέξει ο αναγνώστης την έξοδο προς το επόμενο έργο: ένα σαφέστατο κλείσιμο του ματιού.

Ή ένα σφάλμα υπερανάγνωσης.

NOTES & ERRATA

[1] Στο τέλος του βιβλίου, μαθαίνουμε ότι ο τίτλος προέρχεται από μια φράση που περιγράφει την ίδια την Ιαπωνία: η χώρα των χιλίων φθινοπώρων. Με άλλα λόγια, η Ιαπωνία του Γιάκομπ ντε Ζουτ. Μια χώρα που δεν θέλει να γίνει γνωστή· μια χώρα που θέλει να κρατήσει τους ξένους παντοτινά ξένους, γκαϊτζίν, και μακριά της. Ο τίτλος, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν ένα σχόλιο για την προσδοκία και το πέρασμα του χρόνου, κατά την παροιμία μια μέρα, χίλια φθινόπωρα: όταν κανείς προσμένει ανυπόμονα κάτι, μια μέρα του φαίνεται σαν χίλια φθινόπωρα, σαν αιωνιότητα· η αιωνιότητα του Γιάκομπ ντε Ζουτ. Επειδή ο μιτσελικός χρόνος είναι βαθύτερος από τον χρόνο μιας ζωής, αυτή η τελευταία εκδοχή της αιωνιότητας μου αρέσει, μάλλον, περισσότερο από όλες.

[2] «Προσπάθησα να το γράψω στο πρώτο πρόσωπο, και δεν ήταν όπως έπρεπε. Το βιβλίο με ζόρισε, και γι’ αυτό μου πήρε τέσσερα χρόνια. Το ξανάρχισα δύο φορές, και πήρε σάρκα και οστά μόνο όταν προσπάθησα στο τρίτο πρόσωπο. Μετά είχα να αποφασίσω ποιων χαρακτήρων τις σκέψεις θα μπορούσαμε να ακούσουμε. Στο τέλος, επινόησα έναν κανόνα: κάθε κεφάλαιο έχει έναν και μοναδικό κύριο παρατηρητή που φορά μια φανταστική ψηφιακή κάμερα, σαν το καπέλο ανθρακωρύχου με μια ακίδα συνδεδεμένη με το μυαλό του, έτσι οι σκέψεις του, αλλά μόνο οι δικές του, μπορούν να γίνουν γνωστές στον αναγνώστη».

[3] Οι Ολλανδοί κατάφεραν να παραμείνουν εμπορικοί εταίροι της Ιαπωνίας κατά το σάκοκου, την περίοδο απομονωτισμού, έχοντας πείσει τους Ιάπωνες ότι τους ενδιέφερε το εμπόριο, και όχι ο προσηλυτισμός· η συμβολή τους στην κατάπνιξη της εξέγερσης στη Σιμαμπάρα, η οποία εν μέρει τουλάχιστον είχε και θρησκευτικό χαρακτήρα, ήταν μια απόφαση περισσότερο εμπορική-πολιτική, παρά θρησκευτική (βλ. και το βιβλίο του Χέντρικ Ντουφ, στον οποίο είναι χαλαρά βασισμένος ο χαρακτήρας του Γιάκομπ ντε Ζουτ, Recollections of Japan).

[4] Οι αναγνώστες του Μίτσελ οπωσδήποτε θυμούνται τα υπονοούμενα περί μετενσάρκωσης στο γνωστότερο βιβλίο του, Ο Άτλας του ουρανού (μετάφραση: Άρτεμις Λόη, Ελληνικά γράμματα, 2007)· υπονοούμενα που η κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου φώτισε περισσότερο —για κάποιους, τα παραφώτισε—, εν μέρει και με την επιλογή οι ίδιοι ηθοποιοί να εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους στις έξι ιστορίες.

[5] Το μιτσελικό σύμπαν ούτως ή άλλως μοιάζει να αντλεί πολύ από τα κόμικ· υπάρχει και ένα νόστιμο απόσπασμα στα Χίλια φθινόπωρα που είναι σα να το επιβεβαιώνει, όταν ο Ουζαέμον προσπαθεί να φανταστεί την απελευθέρωση της Ορίτο ως «μια αλληλουχία εικόνων υπό τον τίτλο Η Αναίμακτη Απελευθέρωση της Αϊμπαγκάβα Ορίτο: εδώ είναι ο Σουζάι και τρεις σαμουράι που σκαρφαλώνουν το τείχος· εδώ, τρεις μοναχοί στο φυλάκιο, παραδίδονται αιφνιδιασμένοι· και να ο επικεφαλής μοναχός, τρέχει στην αρχαία αυλή, ψελλίζοντας, “Ο Άρχοντας Ενομότο θα δυσαρεστηθεί, μα τι άλλη επιλογή έχουμε;” Ξυπνούν την Ορίτο και την προστάζουν να ντυθεί για ένα ταξίδι. Δένει τη μαντίλα της στο όμορφο καμένο κεφάλι της. Η τελευταία εικόνα αποδίδει την έκφρασή της όταν αναγνωρίζει τον σωτήρα της».

[6] Στα Κοκάλινα ρολόγια ο Μίτσελ, ίσως γνέφοντας προς τους κριτικούς που φαίνεται να προτιμούν τον ρεαλιστή Μίτσελ, βάζει τον ατζέντη του αλά-Μάρτιν-Έιμις-με-ολίγη-από-Ντέιβιντ-Μίτσελ συγγραφέα Κρίσπιν Χέρσεϊ να του λέει, «Όσο μπορεί μια γυναίκα να είναι ολίγον έγκυος, άλλο τόσο μπορεί ένα βιβλίο να είναι ολίγον φάνταζι».

[7] Αν το βιβλίο είναι πράγματι μια παρτίδα γκο, ιδού η (οπωσδήποτε παρακινδυνευμένη) θεωρία μου για την ταυτότητα των παικτών: η ομάδα του Ενομότο παίζει εναντίον αυτής του Μαρίνους (το γιατί αυτό θα μπορούσε να αποτελεί σπόιλερ έχει να κάνει με μια λεπτομέρεια του The Bone Clocks, στο Ο λαβύρινθος ενός ωρολόγου). Όποιοι πάντως κι αν είναι τελικά οι αντίπαλοι, μπορεί να έχει δίκιο ο κυβερνήτης Σιρογιάμα: «Έχετε κι εσείς καμιά φορά την υποψία … ότι δεν παίζουμε εμείς γκο, αλλά το γκο παίζει εμάς;»).

One thought on “Η ιστορία του Βε

  1. Παράθεμα: Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ [+κλήρωση] | somuchreading.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s