Γλάροι

Γλάροι στριφογυρίζουν ανάμεσα σε ηλιαχτίδες πάνω από κομψές στέγες και άχαρες αχυροσκεπές, αρπάζοντας εντόσθια στην αγορά και δραπετεύοντας πάνω από κλειστούς κήπους, τοίχους με ακίδες στις κορυφές και τριπλομανταλωμένες πόρτες. Γλάροι φλέγονται σε ασβεστωμένα αετώματα, παγόδες που τρίζουν και στάβλους γεμάτους περιττώματα· κάνουν κύκλους πάνω από πύργους με σπηλαιώδη σκοτάδια και πάνω από κρυμμένες πλατείες και δοχεία με ούρα πλάι σε σκεπαστά πηγάδια, καθώς τα παρακολουθούν σκυλιά με λυκίσιες μουσούδες, μουλάρια κι αγωγιάτες, ενώ τα αγνοούν παπουτσήδες με καμπουριασμένες πλάτες· επιταχύνουν πάνω από τον ποταμό Νακασίμα και πετούν κάτω από τις αψίδες στις γέφυρες, ενώ τους ρίχνουν βιαστικά βλέμματα μέσα από πόρτες κουζίνας, και τους παρατηρούν μάτια αγροτών ψηλά στις ξερολιθιές. Γλάροι πετούν ολόγυρα σε ρούχα απλωμένα· πάνω από ψαλιδάρηδες που ξεσκίζουν κουφάρια από γάτες λυσσασμένα· πάνω από λόγιους που κρυφοκοιτούν της αλήθειας τα εύθραυστα χνάρια· πάνω από τους μοιχούς των μπουρδέλων· γυναίκες με τα νεύρα κουβάρια· ιχθυοπώλισσες που διαμελίζουν κάβουρες κι αστακούς· τους άντρες τους που ξεκοιλιάζουν δυο δυο τους γοβιούς· γιους ξυλοκόπων που ακονίζουν τσεκούρια· γιους κηροποιών που τυλίγουν κεριά· αστραφτερά μάτια τελώνηδων που αρμέγουν φόρους· ξεθεωμένους λουστραδόρους· κατάστικτους βαφιάδες· ψευδοπροφήτες· ξεδιάντροπους ψεύτες· ταπητουργούς· χορταρούδες· καλλιγράφους με μελανωμένα χείλια που βουτάνε τα πινέλα τους· βιβλιοπώλες χρεοκοπημένους από τ’ απούλητα βιβλία τους· κυρίες επί των τιμών· γευσιγνώστες·ράφτες· παραγιούς που σουφρώνουν· συναχωμένους μάγειρες· ράφτρες που τρυπάνε ροζιασμένα δάχτυλα σε ανήλιαγες σοφίτες· απατεώνες ζητιάνους· χοιροβοσκούς· λωποδύτες· οφειλέτες που δαγκώνουν τα χείλη τους πλούσιοι σε συγγνώμες· πιστωτές που-τα-έχουν-όλα-ακούσει και που σφίγγουν τις ζώνες· φυλακισμένους που τους στοιχειώνει η αλλοτινή ευτυχία του βίου και γερασμένους γόηδες που τους βασανίζει η γυναίκα κάποιου κυρίου· σκελετωμένους δασκάλους που έχουν εύκολο το μπερντάχι· πυροσβέστες που πλιατσικολογούν άμα λάχει· μάρτυρες με δεμένη γλώσσα· πουλημένους δικαστές· όλο άχτι και πίκα φριχτές πεθερές· φαρμακοποιούς που κοπανίζουν σκόνες στο γουδί· παλανκίνα με κόρες που ακόμα δεν έχουν παντρευτεί· βουβές μοναχές· εννιάχρονες πουτάνες· αλλοτινές καλλονές στου χρόνου τις δαγκάνες· αγάλματα του Τζίζο στολισμένα με λουλούδια· συφιλιδικούς με μύτες σάπιες που τις τρώνε τα ζούδια· μπασματζήδες· μουτάφηδες· σιδεράδες· πεταλωτήδες· ταμπάκηδες· σκατουλάδες· ξιφουργούς· μελισσουργούς· αχθοφόρους κι οδοιπόρους· βασανιστές· παραμάνες· πελεκητές· παλιές καραβάνες· τα νεογέννητα· τα μεγαλωμένα· τους τίμιους και τους λήσταρχους· τους ασθενείς· τους ετοιμοθάνατους· τους αδύναμους και τους απείθαρχους· πάνω από τη στέγη ενός ζωγράφου που πρώτα εγκατέλειψε τον κόσμο, μετά την οικογένειά του, για να τον καταπιεί ένα αριστούργημα που, στο τέλος, εγκατέλειψε τον δημιουργό του· και ξανά πίσω, εκεί όπου ξεκίνησε η πτήση τους, πάνω από το μπαλκόνι του δωματίου του Τελευταίου Χρυσάνθεμου, όπου μια λακκούβα από τη χθεσινοβραδινή βροχή εξατμίζεται· μια λακκούβα στην οποία ο κυβερνήτης Σιρογιάμα παρατηρεί τις θολές αντανακλάσεις γλάρων που στριφογυρνάνε ανάμεσα σε ηλιαχτίδες. Αυτός ο κόσμος, σκέφτεται, περιέχει ένα μόνο αριστούργημα, τον ίδιο του τον εαυτό.

Ντέιβιντ Μίτσελ, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ (σελίδες 513-514)

Levon-Biss_David-Mitchell

[Φωτογραφία του συγγραφέα: Levon Biss]

One thought on “Γλάροι

  1. Παράθεμα: Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ – Ντέιβιντ Μίτσελ – rare golden ribbons

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s