My mother was eaten by birds.

9e3c4d_993058523c7d4b0cae4b764aa0ad1657.gif_srz_980_339_85_22_0.50_1.20_0.00_gif_srz

We remember our lives slowly. Memories don’t come all at once. Revelation, my father said, is like a funeral procession. The order within the procession tells a story of its own. There’s no point to rushing. You need quiet and patience.

Silas Dent ZobalThe Inconvenience of the Wings

Φεύγει το νησί

Πριν τους ανθρώπους, λέγαν, στη θέση του νησιού έβλεπες μόνο θάλασσα, φουσκωμένη και γκρίζα· έπειτα αναδύθηκε απ’ τα νερά το ηφαίστειο με μια μεγάλη έκρηξη, και κάποτε, όταν υπήρχαν πια άνθρωποι κι ανθρώπινα χρόνια, κατοικήθηκε. Οι εκρήξεις του ηφαιστείου άφηναν εύφορα χώματα και αλαφρόπετρα· οι κάτοικοι το καθησύχαζαν και το ευχαριστούσαν με θυσίες στον ναό κάποιου παλιού θεού στο ύψωμα. Αιώνες μετά, όταν είχαν σκοτωθεί οι παλιοί θεοί, στη θέση του ναού χτίστηκε μια Παναγιά, που την είπαν της Λάβας, κι εκεί ανέβαιναν κάθε δεκαπενταύγουστο τάχα για να γιορτάσουν τις Μαρίες, μα στο βάθος, για να λατρέψουν, όπως άλλοτε, το ηφαίστειο, και, μερικοί νεότεροι, για να λατρεύουν άλλα ηφαίστεια, εφόσον ο τόπος, λόγω απομόνωσης και θέας, ήταν ιδανικός για εραστές. Η Παναγιά τα κοιτούσε όλα αυτά κι άχνα δεν έβγαζε, ως συνηθίζουν άλλωστε οι άγιοι — μόνο το ηφαίστειο μερικές φορές ανέβαζε καπνό όταν άκουγε υποσχέσεις που δεν ήταν για να τηρηθούν. Άρχιζαν οι κάτοικοι τις λιτανείες, και το ηφαίστειο έπαυε, όχι ότι έπειθαν την Παναγιά οι προσευχές — απλώς η μυρωδιά του λιβανιού τη λίγωνε, και το ηφαίστειο τη λυπόταν.
Στα 1912, το ηφαίστειο παρακολούθησε τα ραντεβουδάκια της Λενιώς με τον Ηλία, της Φυλαχτής με τον Θωμά και της Άννας με τον Ζαχαρία· ο Ηλίας την πήρε τη Λενιώ —ο γάμος έγινε στην ίδια Παναγιά—, ο Θωμάς έκλεψε τη Φυλαχτή —παντρεύτηκαν σ’ άλλο νησί, δεν ξαναγύρισαν— και μόνο η Άννα έμεινε να περιμένει τον Ζαχαρία, που έφυγε να κάνει την τύχη του για να τη ζητήσει, έτσι της είπε· το πρώτο γράμμα και στερνό ήρθε απ’ την Τεργέστη — έπιασε η αδελφή του την Άννα μετά τη λειτουργία και της είπε, «Πήραμε γραφή». Ο Ζαχαρίας δεν είχε γράψει στην Άννα, επειδή ήταν αγράμματη, και ο τόπος μικρός με μεγάλα τα στόματα, κι αυτή δαχτυλίδι δεν είχε, τον λόγο του μόνο, μα δίχως μάρτυρες· έγραφε, της είπε η αδελφή του, πως περίμενε το καράβι για την Αμερική — έστελνε χαιρετισμούς σε όλους, κι είχε πλάι στ’ όνομά του ζωγραφίσει έναν κύκλο, συμφωνημένο σημάδι πως σκεφτόταν την Άννα κι η καρδιά του ήταν στη θέση της.
Στις 15 Απριλίου 1913, ένας υπάλληλος στο Έλις Άιλαντ κατέγραψε την άφιξη του Ζαχαρία Π., 25 ετών, με το Παννονία εκ Τεργέστης· η Άννα, ανήξερη, είχε κλειστεί στο σπίτι· δυο-τρία προξενιά που φτάσανε τ’ αρνήθηκε και οι δικοί της ήταν έξαλλοι. Καλοκαίρι του ’14 έφτασε το τελευταίο προξενιό — τ’ αρνήθηκε κι αυτό, κι όταν αποφάσισε επιτέλους ο πατέρας της πως το επόμενο δεν θα ήταν στο χέρι της να τ’ αρνηθεί, η Άννα ανέβηκε ως την Παναγιά, μέρα πανηγυριού, κι άρχισε απ’ τον βράχο να ραίνει το εκκλησίασμα λεμονανθούς και ροδοπέταλα φωνάζοντας, «Αμέρικα, Αμέρικα», έτσι που είπαν, «Πάει αυτή, τρελάθηκε», και άλλο προξενιό δεν ήρθε. Ξεσπούσε πόλεμος στο μεταξύ, μα αυτό συνέβαινε αλλού, κι από τ’ αλλού δεν έφταναν συχνά νέα στο νησί· στους σεισμούς του κόσμου η Άννα περίμενε, σκαρφαλωμένη στην Παναγιά να κοιτάζει τη θάλασσα, κι ό,τι καράβι έβλεπε, νόμιζε πως της έφερνε τον Ζαχαρία.
Δεκαπενταύγουστο του ’19, με τη θάλασσα φουσκωμένη από ένα ύπουλο όγκωμα που το κοιτούσαν οι παλιοί και έλεγαν, «Για καλό δεν είναι», έφτασε, επιτέλους, γράμμα απ’ τον Ζαχαρία, «Υγιαίνω, εργάζομαι, ενυμφεύθην Ελληνίς εκ Στερεάς», κι έγινε σούσουρο μεγάλο· μα όταν η Άννα έπιασε την αδελφή του μετά τη λειτουργία και της είπε, «Πήρατε γραφή;», η άλλη ούτε την κοίταξε, κι η Άννα, που κατάλαβε, ρώτησε παρόλα αυτά, «Κύκλο πλάι στ’ όνομά του έχει;» Η αδελφή του κούνησε το κεφάλι, όχι, κι η Άννα έγνεψε κι έφυγε. Περπατούσε αργά κι έκαιγε ο ήλιος τα μαλλιά και τα ρούχα της μα αυτή δεν έλεγε ν’ ανοίξει το βήμα, και μουρμούριζε, «Αμέρικα, Αμέρικα».
Σκεφτόταν, αν είναι να ραγίσει η καρδιά μου και να σπάσει, να ραγίσει τώρα, να σπάσει τώρα· μα αντί να σπάσει η καρδιά της, άρχισε να σπάει το νησί απ’ τη ρίζα του, να γλιστράει, μ’ έναν μακρόσυρτο στεναγμό, ένα ξεφύσημα θειάφι απ’ το ηφαίστειο — γλιστρούσε αργά, και δεν το κατάλαβαν στην αρχή, μα έπειτα είδαν τον βράχο στο λιμάνι να βαδίζει, και κατάλαβαν ότι δεν βάδιζε ο βράχος, μα το νησί, κι ο καπετάνιος του Άη Γιώργη τους είπε ότι για να καταφέρει να πιάσει στο λιμάνι το κυνήγησε στη θάλασσα, και στήθηκαν απορημένοι πάνω απ’ τους χάρτες και το βράδυ σήκωσαν τα μάτια στ’ άστρα κι αναρωτιούνταν πού θα τους οδηγούσαν οι παλιές τους ρότες, αν όχι εδώ.
Έτσι περνούσανε οι μήνες και τα χρόνια στο εξής, με το νησί πότε να ξαποσταίνει, και πότε να βαδίζει, έτσι που τα καράβια ψάχνοντας το έβρισκαν, αν το έβρισκαν· μόνο ο Άη Γιώργης πάντα τα κατάφερνε και το ’βρισκε, και άρχισαν να λένε, «Αυτό το καράβι, ποτέ το άλλο»· και κάθε που πήγαινε να σπάσει μια καρδιά, δεν έσπαγε, μόνο έπρεπε οι άνθρωποι να ζούνε με το όγκωμα του αίματος στο στήθος, και το νησί όλο έκανε πέρα δώθε, ώσπου αναγκάστηκαν, στο τέλος, γύρω του να σχεδιάσουνε στους χάρτες έναν κύκλο, κι ο κύκλος έδειχνε πού, περίπου, θα το έβρισκαν· αποκεί και πέρα ήταν θέμα τύχης.

*Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών, 4/7/2015