Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου 2015

Η βροχή άρχισε ένα πρωί με καταγάλανο ουρανό· τα σύννεφα ήρθαν αργότερα, σα να σύρθηκαν ανόρεχτα σε μια υπόθεση που δεν τα αφορούσε· στάθηκαν μαύρα και βαριά κι έκρυψαν το Νιόφυτο, το βουνό, τον κόσμο…

Το Νιόφυτο ολισθαίνει και οι κάτοικοί του θα ζήσουν με οριστικό τρόπο τη χάλαση. Και καθώς το άλλοτε ορεινό χωριό μετατρέπεται σε παραθαλάσσιο θέρετρο, τρεις Ραγκουδαίοι, ο Λουκάς, ο πρωτότοκος γιος του και ο εγγονός του Αδαμάντιος, το φτερωτό αγόρι που θα γίνει ο καλλιγράφος, θα κλειστούν μέσα σε έναν λαβύρινθο από γλυπτά πουλιά. Και οι τρεις θα πληρώσουν το ακριβό αντίτιμο για το αίμα που κουβαλά η οικογένεια στις πλάτες της· γιατί το αίμα επιστρέφει, το αίμα δεν ξεχνά, αχνίζει εκεί όπου χύθηκε κι όταν ακόμα το έχει ρουφήξει η γη.

[τον Οκτώβριο, από τον Καλέντη | ιδού ο καλλιγράφος]

Αύριο

στον Θάνο Μυλωνέρο

Όταν πρωτόρθανε, ο παλιός είπε ότι ήτανε οι πρόγονοί μας, οπότε σαν σκοτώσανε τον πρώτο, είπαμε πως θα του άξιζε.

Μετά ξανάρθανε, μικροί στις μεγάλες βάρκες τους, μεγάλοι στα μικρά ακρογιάλια μας, κι άρχισανε να πυκνώνουνε οι νεκροί, έτσι που πια ξέραμε ότι ούτε οι νεκροί ήτανε προδότες, ούτε οι άλλοι ήτανε πρόγονοι.

Τ’ ακόντιά τους ξερνούσανε μαύρη σκόνη και φωτιά και κανένας δεν γλίτωνε. Είχανε παράξενες λέξεις για τον κόσμο και τα πράγματα, ονόματα που δεν ξέραμε, πράγματα που δεν είχαμε ξαναδεί.

*

Μας κυνηγήσανε πέρα απ’ την κοιλάδα. Κατάλαβα ότι δεν θα ξαναγυρνούσαμε ίδιοι, όταν περάσαμε απ’ το μέρος όπου είχαμε θάψει τη μάνα τον καιρό που πρωτόρθανε οι μεγάλες τους βάρκες. Βιαζόμασταν τόσο που ούτε σταματήσαμε να χορέψουμε στον τάφο της. Ξοπίσω μας φωνάζανε εκείνα τα ζώα τους που τα λένε σκυλιά. Έπρεπε να φύγουμε. Αν καταφέρναμε να φτάσουμε πίσω απ’ το βουνό, λέγαμε, θα ’μασταν καλά. Πίσω απ’ το βουνό δεν θα ’ταν κανείς, και να ’ταν, θα ’ταν δικός μας. Θα φτάσουμε, αύριο, αύριο. Η αγαπημένη λέξη της μάνας, γιατί ποτέ δεν βγαίνει ψέμα, τ’ αύριο πάντα έρχεται.

Όταν φτάσαμε πίσω απ’ το βουνό, είδαμε που ’φτιαχναν κι εκεί αυτά που λένε σπίτια. Έπεσε η νύχτα και γλίστρησε ο αδελφός μου κατακεί να δει. Τον πρόφτασε ένας απ’ αυτούς που κυνηγούσαν πιο κοντά στη θάλασσα, ντυμένος με ρούχα λευκού. Ξέπνοος. Το σκάω, του είπε. Γυρνώντας στην κρυψώνα μας τον έφερε μαζί.

Μας είπε: Στα σπίτια μάς έπιασε όλους μεγάλο κακό. Δυο παιδιά απ’ τους ανατολικούς πέθαναν. Ένα πέθαινε τώρα που ’φευγα. Η άσπρη αρρώστια. Γι’ αυτό φεύγω. Ξέρω ότι μερικοί, ανατολικοί, βόρειοι, ανάκατοι, αρνηθήκανε ν’ ακολουθήσουνε τον άνθρωπο του θεού, και θα τους γυρέψω.

Κοιταχτήκαμε με τον αδελφό μου. Δεν είπαμε τίποτα. Κι εμείς είχαμε αρνηθεί ν’ ακολουθήσουμε τον άνθρωπο του θεού. Κι εμείς τους γυρεύαμε. Να τους βρούμε αδύνατο.

Ο άνθρωπος του θεού γυρνούσε πολλά φεγγάρια τον τόπο, και σ’ όσους συναντούσε έλεγε να τον ακολουθήσουνε· και σ’ εμάς το ίδιο είχε πει. Όσοι πιστέψετε στον θεό, δεν θα σας πειράξουνε. Θα σας δώσουνε φαγητό, γη. Θα ζήσετε. Από ζώα θα γίνετε άνθρωποι. Τους άλλους θα σας κυνηγήσουνε και δεν θα ησυχάσουνε, αν δεν σας σκοτώσουνε όλους. Και θα σας σκοτώσουνε όλους, σαν τα ζώα που είστε. Έτσι έλεγε. Έτσι τους μάζεψε στα σπίτια.

Μας είχε πει ότι ο θεός είναι ο πιο παλιός πρόγονος. Ο πρόγονος όλων των προγόνων. Αυτός που είδε τα βουνά να φτιάχνονται κι άνοιξε τις κοιλάδες με τα βήματά του κι ονόμασε όλα τα ζωντανά. Αλλά ο άνθρωπος του θεού δεν ήξερε να μας πει πώς λεγότανε η αράχνη που περπατούσε στο πόδι του αδελφού μου, ενώ εμείς ξέραμε. Έτσι καταλάβαμε ότι, αν ήτανε πρόγονος, αυτός ο θεός δεν ήτανε δικός μας πρόγονος, κι αποφασίσαμε ότι δεν θ’ ακολουθούσαμε τον άνθρωπό του. Πριν μαυρίσει πάλι η νύχτα, η μια απ’ τις γυναίκες που είχε μαζί του για να μας εξηγούνε τις λέξεις του, η κόρη ενός παλιού από πίσω απ’ το βουνό, με πήρε στην άκρη και μου είπε πως αν δεν ακολουθούσαμε, οι άλλοι λευκοί μαζί του θα μας χτυπούσανε με τ’ ακόντιά τους που ξερνούσανε μαύρη σκόνη και φωτιά. Αλλού, μου είπε, βγαίνανε τα βράδια και μας σκοτώνανε, και κόβανε τα χέρια των νεκρών για να τα πάνε στον παλιό τους, κι όσο πιο πολλά χέρια του πηγαίνανε, τόσο πιο ευχαριστημένος ήτανε, και τους έταζε τις κοιλάδες και τα βουνά για δικά τους. Μου είπε, αν θέλετε να ζήσετε, πρέπει ν’ ακολουθήσετε, γιατί ο δικός μας καιρός έχει τελειώσει. Οι κοιλάδες τώρα είναι δικές τους. Τ’ αύριο δικό τους κι αυτό.

Έτσι φύγαμε κρυφά, πριν ξημερώσει, αφού πήραμε με τη χούφτα και κατάπιαμε λίγη απ’ τη στάχτη της φωτιάς να σβήσουμε κι εμείς, να μην μας βλέπουνε.

Ο άλλος είπε ότι θα ’ρθει μαζί μας. Έβγαλε τα ρούχα του λευκού, τα ’θαψε στη ρίζα ενός δέντρου. Στο σπίτι με φωνάζανε Ιερεμία, είπε. Δεν είχε καταλάβει τι σήμαινε τ’ όνομα. Μας είπε, όπως μακραίναμε, ότι κάποια κορίτσια τα ’χανε πουλήσει για γυναίκες στο πέρα νησί, στους λευκούς του. Τις παίρνανε μαζί τους στις βάρκες και μαζεύανε ψάρια, έτσι ζούσανε. Αυτές, τουλάχιστον, δεν τις κυνηγούσε κανένας να τους κόψει τα χέρια, γιατί αυτοί έχουνε τόσο λίγες γυναίκες, που καταδέχονται τις δικές μας.

Περπατήσαμε όλο το βράδυ μακριά απ’ τις φωτιές τους, μακριά απ’ το βουνό και απ’ την κοιλάδα, ακολουθώντας το μεγάλο αστέρι, προς τα κει όπου ίσως ζούσαν ακόμα αυτοί που λένε πως φτάσανε εδώ πρώτοι, όχι με βάρκα μεγάλη σαν των λευκών, μα περπατώντας ένα μακρύ μονοπάτι που ’χανε φτιάξει ρίχνοντας βουνά στη θάλασσα οι πρόγονοι για να γεμίσει αυτός ο κόσμος, μονοπάτι που μετά το κατάπιε το νερό. Ο παλιός μας έλεγε ότι το κατάπιε για να μην έρθει ο λευκός, μα ο λευκός ήρθε, και τώρα την αρρώστια του την έπιασε και ο Ιερεμίας, και ο αδελφός μου, και καίνε, και πεθαίνουνε. Κατεβαίνει ο ήλιος κι ανεβαίνει ο ήλιος, και καίνε, και πεθαίνουνε. Ο Ιερεμίας είπε ότι η άσπρη αρρώστια πηδάει από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως πηδάει από δέντρο σε δέντρο η φωτιά. Νόμιζε πως φεύγοντας είχε τρέξει γρηγορότερα, μα όχι, και τώρα μου λένε και οι δυο να φύγω και να τους αφήσω. Και φεύγω και τους αφήνω.

Έπεσα σε μια στοίβα πτώματα. Θαρρώ τον έναν τον ήξερα, κάποτε που πηγαίναμε με τον πατέρα για κυνήγι τον συναντούσαμε. Είχε μια φωνή σαν πουλί και μας άρεσε όταν μ’ αυτή τη φωνή έλεγε ποιοι τον γεννήσανε και ποιοι είχανε γεννήσει αυτούς που τον γέννησανε και με ποιους ζούσε και πού κυνηγούσε. Πήγα πιο κοντά, η μπόχα μεγάλη, η στοίβα ψηλή, τα μάτια ήδη φαγωμένα. Χέρια δεν είχανε. Δεν έμεινα να τους θάψω, έτρεξα.

Εκείνο το βράδυ έφαγα χώμα μαζί με το φαΐ μου. Τα ξημερώματα άκουσα τα σκυλιά να φωνάζουνε, κι έφυγα, έφυγα.

Απ’ όπου περνώ δεν βλέπω δικό μου ζωντανό. Λίγα ίχνη βλέπω, παλιά, μισοσβησμένα, ασήμαντα. Στα σπίτια της άσπρης αρρώστιας μπορεί να ’χουνε όλοι πεθάνει. Μπορεί γι’ αυτό να μυρίζω αίμα όπου πατώ. Στο νησί οι γυναίκες θα βγαίνουνε για ψάρεμα. Θα γεννάνε λευκά παιδιά ή μαύρα; Λένε πως το δικό τους αίμα είναι δυνατότερο. Γι’ αυτό κάθε τόπος δικός τους.

*

Είναι ένα όνομα που ο λευκός δεν ξέρει. Μας το μαθαίνει η μάνα μας σαν πρωτοβγαίνουμε για κυνήγι, και δεν επιτρέπεται να το ξαναπούμε, παρά μόνο στα παιδιά μας, για να το πούνε στα δικά τους παιδιά. Είναι τ’ όνομα που θα ρωτήσουνε οι πρόγονοι όταν ξαναφτιάξουνε το μονοπάτι για να γυρίσουμε στον κόσμο απ’ όπου ήρθαμε.

Τις νύχτες τους βλέπω στον ύπνο μου να ρίχνουνε τα βράχια για να το φτιάξουνε. Σαν ξυπνώ μονοπάτι δεν φαίνεται· ένα μονάχα αστραφτερό λουρί στη θάλασσα όπως βυθίζονται ο ήλιος και το φεγγάρι. Η θάλασσα γυαλίζει γιατί ξεπλένεται η σκόνη τ’ ουρανού απ’ τον ήλιο, απ’ το φεγγάρι, όπως βυθίζονται. Κάθομαι και κοιτάζω. Μπορεί από μάνα σε παιδί τ’ όνομα ν’ άλλαξε. Μια και κανένας δεν το ’χει ακούσει από άλλον, μια και κανένας δεν το ’χει πει παρά μόνο μια φορά, μπορεί τ’ όνομα να ’γινε σαν τη σκόνη του φεγγαριού. Μπορεί να φαίνεται πως είναι η ίδια σκόνη, μα το φεγγάρι κάθε που βυθίζεται τη χάνει· κάθε φορά που βγαίνει απ’ το νερό την ξαναβρίσκει, μα όχι ίδια.

Οπότε κανένας, όταν ανοίξει το μονοπάτι, αν, δεν θα ξέρει να το πει, ακόμα κι αν ζει για να το πει. Για μας αυτός είναι ο τόπος. Άλλον δεν θα δούμε. Αύριο, πάλι αύριο, ο ίδιος τόπος.

Τ’ άλλο πράμα με τ’ αύριο, έλεγε η μάνα, είναι ότι ενώ πάντα έρχεται, δεν σε φέρνει πάντα μαζί του.

*Πρώτη δημοσίευση: Fractal, #16