Marie Claire

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου είναι ένας τίτλος που υπόσχεται πολλά. Τι υπόσχεση έδωσες στον εαυτό σου όταν ξεκίνησες να γράφεις αυτό το βιβλίο; Ή όταν το τελείωσες;
Αν κάτι υπόσχομαι στον εαυτό μου όταν ξεκινώ να γράφω ένα βιβλίο είναι το απλούστατο: να το γράψω όσο καλύτερα μπορώ. Όταν τελειώνει το βιβλίο (από την πλευρά του συγγραφέα νομίζω ότι το βιβλίο τελειώνει, όσο μπορεί τέλος πάντων να τελειώσει ένα βιβλίο, όταν έχει πια τυπωθεί) δεν ξέρω τι μπορείς να υποσχεθείς, αφού πλέον φεύγει από τα χέρια σου. Μάλλον μόνο να ελπίζεις μπορείς αποκεί και πέρα, και οι όποιες υποσχέσεις σου αφορούν τα επόμενα βιβλία.
Πόση σημασία δίνεις στον τίτλο ενός βιβλίου; Πιστεύεις ότι αγοράζουν οι άνθρωποι βιβλία υποκύπτοντας απλώς στη γοητεία του; Εσύ;
Δεν μπορώ να μιλήσω για όλους, πάντως σαν αναγνώστρια συχνά στέκομαι σε βιβλία επειδή οι τίτλοι τους μου φαίνονται ενδιαφέροντες ή γοητευτικοί –  πολλές φορές αγοράζω βιβλία για τα οποία δεν έχω ιδέα, μόνο και μόνο λόγω τίτλου (ή εξωφύλλου): έτσι διαβάζω και βιβλία που  μπορεί να μην επέλεγα με βάση, για παράδειγμα, τις κριτικές ή τα σχόλια φίλων μου, και μερικά από αυτά καταλήγουν να γίνουν αγαπημένα μου. Όμως ένα βιβλίο δεν κρίνεται από τον τίτλο του (όπως ένας άνθρωπος δεν κρίνεται από το όνομά του). Ένα ωραίο βιβλίο με αδιάφορο τίτλο είναι σαφώς προτιμότερο από ένα αδιάφορο βιβλίο με ωραίο τίτλο: ο ωραίος τίτλος απλώς θα σε κάνει να ξεχωρίσεις, ίσως, το βιβλίο από τα άλλα που κυκλοφορούν.
Στον πυρήνα της ιστορίας σου μία οικογένεια: η αρχή του κακού και η πηγή για όλες τις λύσεις. Γράφοντας για τον τρόπο που το παρελθόν των γονιών βασανίζει το παρόν των παιδιών τους θέλεις να καταλήξεις σε συγκεκριμένα συμπεράσματα ή να βάλεις τον αναγνώστη σου να αναρωτηθεί και να διαλέξει;
Μετά από τρία βιβλία, αναγνωρίζω ότι έχω μια εμμονή με τη σχέση γονέων και παιδιών, όμως δεν γράφω μελέτη ή προκήρυξη ή οδηγό parenting: δεν προσπαθώ να οδηγήσω τον αναγνώστη σε ένα συμπέρασμα. Με ενδιαφέρει πρωτίστως να πω μια ιστορία, να δω πού με οδηγεί, να διατυπώσω κάποια ερωτήματα και να εξετάσω, ίσως, διαφορετικές εκδοχές της απάντησής τους. Με άλλα λόγια δεν γράφω για να αποδείξω ή να εικονογραφήσω ήδη διαμορφωμένες ιδέες μου ή πεποιθήσεις μου και να υποδείξω στον αναγνώστη μια υπέρτατη αλήθεια ή τουλάχιστον προσπαθώ να μην το κάνω. Θέλω ο αναγνώστης να έχει την ελευθερία να μπει στο κείμενο με τον δικό του τρόπο, τη δική του ματιά.
H ιδέα του να μετακινήσεις ένα χωριό, έστω και εξαιτίας μιας φυσικής καταστροφής, φλερτάρει με τον μαγικό ρεαλισμό. Φοβήθηκες ότι ίσως ακούσεις αυτή τη φράση για τη νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου; Ή την επιδίωξες, την περίμενες;
Η μετακίνηση του χωριού παίρνει ως αφορμή πραγματικές ιστορίες και υπό αυτή την έννοια είναι μάλλον από τα ρεαλιστικά στοιχεία του βιβλίου· υπάρχουν, εξάλλου, πολλά χωριά που έχουν μετακινηθεί και ξαναχτιστεί από την αρχή για διάφορους λόγους. Γενικά πάντως δεν μ’ ενδιέφερε να γράψω στη λογική του πιστού αντικατοπτρισμού της πραγματικότητας. Ήθελα να δημιουργήσω κάτι που θα είναι πιστό στον ίδιο του τον εαυτό, έναν κόσμο που να υπακούει στους δικούς του νόμους – το αν αυτοί οι νόμοι αντιστοιχούν στους πραγματικούς ή όχι δεν μ’ ενδιέφερε· με ενδιέφερε το πού με οδηγούσε η ιστορία, τι απαιτούσε για να ειπωθεί.
Τις λέξεις μαγικός ρεαλισμός περίμενα ότι θα τις ακούσω -όπως και συνέβη-, παρότι δεν θεωρώ ότι ο Καλλιγράφος είναι ακριβώς μαγικός ρεαλισμός και οπωσδήποτε δεν ξεκίνησα λέγοντας «τώρα θα γράψω μαγικό ρεαλισμό». Καταλαβαίνω τη λογική του χαρακτηρισμού, και δεν με ενοχλεί, αλλά αν μου ζητούσες να σου περιγράψω το βιβλίο δεν θα ξεκινούσα αποκεί.
Τι ρόλο παίζει ο συμβολισμός στο βιβλίο σου και σε ποια σύμβολα μπορούμε να σταθούμε χωρίς να χαλάσουμε τη χαρά της έκπληξης γι’ αυτόν που το διαβάζει; Για παράδειγμα, μπορούμε να μιλήσουμε για τα πουλιά;
Ο λαβύρινθος με τα σκαλιστά πουλιά που ξεκινάει ο πατέρας Ραγκούδης και συνεχίζει ο γιος του, ο Αδαμάντιος, προέκυψε δίχως να το καταλάβω σχεδόν (υπό την επιρροή, προφανώς, διαβασμάτων, ιστοριών ναΐφ καλλιτεχνών κ.λπ.): οι Ραγκουδαίοι δεν θα μπορούσαν παρά να φτιάχνουν ακριβώς αυτά τα πουλιά, που όπως και ο Αδαμάντιος, κινούνται μεταξύ χθόνιου κόσμου κι ουρανού. Για τους δημιουργούς τους, τα γλυπτά πουλιά είναι προσευχή και εξιλέωση μαζί· ένας τρόπος να μείνει ζωντανή η μνήμη των νεκρών· για τη μαυρομπλέ γυναίκα που τους οδηγεί, βεβαίως, ίσως να είναι κάτι άλλο.
Αναρωτιέμαι ωστόσο (όπως σε κάθε συνέντευξη) αν απαντώντας κατευθύνω τον αναγνώστη. Αν πω ότι το χ συμβολίζει το ψ, ο αναγνώστης διαβάζοντας θα το αντιληφθεί επειδή έτσι είναι στο βιβλίο ή επειδή το είπα σε μια συνέντευξη;

Από ποιες ελληνικές επαρχίες έφτιαξες τη δική σου ελληνική επαρχία; Ήθελες να την εξωραΐσεις, να την ξορκίσεις, τι;
Ως παιδί της επαρχίας έχω μια αμφίθυμη και περίπλοκη σχέση μαζί της. Το χωριό όπου μεγάλωσα, πάντως, απέχει χιλιόμετρα και χιλιόμετρα από το Νιόφυτο – και σίγουρα δεν έχει θάλασσα και δεν έχει όλους αυτούς τους Ιτς. Περισσότερο αναρωτιόμουν αν μπορούσα να γράψω για μια επαρχία αφαιρώντας το φολκλόρ και τη νοσταλγία μιας ιδανικής και πιο αγνής ζωής -η οποία, εξάλλου, σύμφωνα τουλάχιστον με έναν από τους ήρωες του βιβλίου, απλούστατα δεν υπήρξε ποτέ- και, κυρίως, αν μπορούσα να χτίσω έναν τόπο. Μάλλον οδηγήθηκα εκεί επειδή απλούστατα με είχε κουράσει το αστικό περιβάλλον των προηγούμενων βιβλίων μου και ήθελα σε αυτό το μυθιστόρημα να έχω μια τελείως διαφορετική θέα.
Αν σου ζήταγα να μου μιλήσεις για μία από τις ηρωίδες του βιβλίου, σε ποια θα στεκόσουν και γιατί;
Αγαπώ πολύ τη Μάγκι, που με τον σύζυγό της, τον Κλοντ, είναι ένα έθνος δύο ανθρώπων, όμως αυτή που συνεχίζει να με απασχολεί και μετά το τέλος της γραφής είναι η μαυρομπλέ γυναίκα, αλλιώς και καρακάξα. Επιβλήθηκε στο βιβλίο πολύ ύπουλα και την έχω ακόμα στο μυαλό μου. Δεν είναι για καλό, σίγουρα, αλλά έτσι είναι.
[Συνέντευξη στην Αναστασία Καμβύση. Δημοσιεύθηκε στο σάιτ του Marie Claire τον Σεπτέμβριο του 2016.]