Το Βήμα

[κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα, στο φύλλο της 12/3/2016]

Επίμονη αναζήτηση της κάθαρσης

Το σκοτεινό παιχνίδι μιας ανείπωτης μοίρας στα χρόνια του Εμφυλίου στο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη

Ένας πατέρας που έχει βάψει τα χέρια του με το αίμα μιας προδοσίας στον Εμφύλιο, ένας γιος που ακρωτηριάζει τον πατέρα για να ξορκίσει το πνεύμα του Κακού, ένας δεύτερος γιος (ο μικρότερος) που αγωνίζεται να απωθήσει τόσο το πατρικό όσο και το αδελφικό αίμα και ένας εγγονός που αδυνατώντας να υπομείνει το βάρος των συσσωρευμένων οικογενειακών ενοχών, θα περάσει στο στρατόπεδο της τρέλας. Και όλα αυτά σε μιαν ακατονόμαστη επαρχία, σε μια πόλη μουντή και λασπώδη που οι κάτοικοι δυσκολεύονται να προφέρουν το όνομά της όταν την ξαναστήνουν στα πόδια της ύστερα από έναν καταστροφικό σεισμό, ίσως γιατί καμιά πόλη δεν μπορεί να ευελπιστεί σε οποιαδήποτε ονομασία όταν μια νέα (χειρότερη κατά πάσα πιθανότητα) καταστροφή βρίσκεται ανά πάσα στιγμή προ των πυλών.

Μπορεί στη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου η Μαρία Ξυλούρη να εγκαταλείπει το αστικό τοπίο των δύο πρώτων μυθιστορημάτων της (Rewind, 2009, και Πώς τελειώνει ο κόσμος, 2012), οι βασικές όμως γραμμές της παραμένουν στο ακέραιο: εσωστρέφεια, αποπνικτικά κλειστοί χώροι, πολλαπλές επιμέρους ιστορίες σε τροχιά συνεχούς διασταύρωσης, μόνιμη ρευστότητα αλλά και (το κυριότερο) επίμονη αναζήτηση μιας καθαρτήριας εξόδου. Μόνο που η κάθαρση δεν θα έρθει ποτέ, ούτε για τις τρεις γενιές της αιματοβαμμένης οικογένειας ούτε για τη δυσοίωνη πολιτεία η οποία τις περιβάλλει. Διαφορετικό στο καινούργιο βιβλίο της Ξυλούρη είναι σίγουρα το αφηγηματικό πλαίσιο. Δεν ξέρω αν πρόκειται ακριβώς για μαγικό ρεαλισμό, όπως έχει ήδη κατ’ επανάληψη γραφεί. Το πεδίο μοιάζει περισσότερο απορρυθμισμένο από όσο επιτρέπει ο μαγικός ρεαλισμός: φυσικά και ξυλόγλυπτα πουλιά που είναι έτοιμα να αποκτήσουν ανθρώπινες (και άκρως επίφοβες) ιδιότητες, απανωτοί θάνατοι με άδηλους εσωτερικούς δεσμούς, ακατάληπτες προφητείες και δαιμονικές συμφωνίες, κορμιά που προδίδουν μιαν ερεβώδη ομορφιά καθώς και ήρωες που ενώ με τη μια τους όψη κραδαίνουν το δρεπάνι του Χάρου, με την άλλη υπόσχονται τη σωτηρία σωμάτων και ψυχών. Αντί για τον μαγικό ρεαλισμό η Ξυλούρη κινείται μάλλον προς το παραμύθι τρόμου και τη δυστοπική αλληγορία, χτίζοντας σε ορισμένα τουλάχιστον σημεία μιαν όντως ανατριχιαστική ατμόσφαιρα την οποία ενισχύει σθεναρά η ποιητικότητα της γραφής της (ευτυχώς όχι ο ποιητικισμός της).

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο τα χρόνια του Εμφυλίου, τα οποία έχουν στιγματίσει τον πατέρα-αφέντη, δεν μπορεί παρά να αποτελούν ένα ζωτικό πρόσχημα για την ανάπτυξη της δραματουργίας: η επίκληση ενός συλλογικού τραύματος από το οποίο θα πηγάσουν τα ατομικά πάθη. Όσο για τα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης και τον θίασο των επικουρικών προσώπων που θα παρεισδύσουν αίφνης στη δράση, απλώς παρέλκουν. Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως στο βιβλίο της Ξυλούρη είναι το κομμάτι των κεντρικών ηρώων. Η ιστορία των Ραγκουδαίων έχει αρχετυπική ρίζα και ψυχαναλυτικές προεκτάσεις: στον έναν πόλο είναι η αρχαία κληρονομιά του αίματος και οι Ερινύες και στον άλλο η πρωταρχική σκηνή του οικογενειακού δράματος μέσα από έναν αφηγηματικό μίτο που όσο παραμένει στο συμβολικό και στο αλληγορικό επίπεδο ξετυλίγει υποβλητικά τα επεισόδιά του, αποφεύγοντας να φορτώσει τα δρώμενα με πολλές λογικές εξηγήσεις. Το ζητούμενο εδώ βεβαίως δεν είναι οι αιτιώδεις συνδέσεις και συνεπαγωγές αλλά το σκοτεινό παιχνίδι μιας ανείπωτης μοίρας.