Τι θα γινόταν αν…;

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο Δρόμο του Σαββάτου, 26 Ιουνίου, με εικονογράφηση του Κάρλος Λατούφ, και στο AcidArt.

Κάποιους κατάφερε να τους ξεγελάσει ότι θα ζούσε για πάντα, μορφή σκαλισμένη στην πέτρα, ο ίδιος όμως ήξερε ότι του απόμενε ελάχιστος χρόνος ακόμα – ήταν, άλλωστε, κοντά 90 χρόνων. Κι έπειτα, στις 18 Ιούνη, ανακοινώθηκε ότι πέθανε. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου ήταν για πολλούς αναγνώστες ένας αγαπημένος, πανούργος παραμυθάς παππούς, και ταυτόχρονα ένας προφήτης των τρόμων που περιμένουν την ανθρωπότητα, αν δεν αλλάξουμε δρόμο· κι ήταν, ακόμα, ένας άνθρωπος που δεν μασούσε τα λόγια του, έριχνε φαρμακερά βέλη κατά της εκκλησίας, κατά των καταπιεστών, και υπεράσπιζε με πάθος ό,τι θεωρούσε σωστό.

Αν κάτι είναι πολύ γνωστό για τον Σαραμάγκου –εκτός από τις αιχμηρές δηλώσεις του, τη δηλωμένη αθεΐα του και τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις– είναι ότι υπήρξε ουσιαστικά αυτοδίδακτος: αναγκάστηκε ν’ αφήσει το σχολείο από νωρίς και να μάθει μια τέχνη για να ζήσει. Η αγάπη του για τα βιβλία όμως επέζησε και, μετά από ένα ξεχασμένο ντεμπούτο στα εικοσιπέντε του κι ένα ασυνήθιστα μεγάλο διάστημα κατά το οποίο δεν έγραφε γιατί απλούστατα δεν είχε τι να πει, επέστρεψε στη συγγραφή, σχεδόν εξήντα χρόνων πια, κι έδωσε σπουδαία έργα, κερδίζοντας το Νόμπελ το 1998, χωρίς, στη συνέχεια, να επαναπαυτεί στις δάφνες του: αγωνιζόταν κι έγραφε μέχρι το τέλος.

Ίσως γιατί δεν ξέχασε ποτέ την ταπεινή καταγωγή του, παρά την κουβαλούσε σαν παράσημο, αναγνωρίζοντας ότι αυτή τον διαμόρφωσε: αυτός ο Σαραμάγκου υπήρξε όπως υπήρξε, ακριβώς γιατί ήταν φτωχός. Η οικογένειά του, ακτήμονες χωρικοί στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας, είχαν μόνο εισόδημα τα γουρούνια που έτρεφαν. Τις κρύες νύχτες, ο παππούς κι η γιαγιά έπαιρναν τα πιο αδύναμα γουρουνάκια μαζί τους στο κρεβάτι για να μην τα σκοτώσει η παγωνιά. Κάποια άλλα βράδια, ο παππούς («ο πιο σοφός άνθρωπος που γνώρισα», είπε γι’ αυτόν ο συγγραφέας) έλεγε στον εγγονό του ιστορίες κάτω από μια συκιά – κι όταν κατάλαβε πως ο θάνατος ήταν κοντά, αποχαιρέτησε ένα-ένα τα δέντρα του αγκαλιάζοντάς τα. Αυτή η φτωχική και μεγαλειώδης ταυτόχρονα παιδική ηλικία (την κατέγραψε στο αυτοβιογραφικό Μικρές Αναμνήσεις) καθόρισε το βλέμμα του Σαραμάγκου, κι ο αφοσιωμένος αναγνώστης μπορεί ν’ αναγνωρίσει τα ίχνη της σχεδόν σε κάθε του βιβλίο. Κάπως έτσι μπόρεσε να βάλει την αγαθή σοφία του χωρικού δίπλα στις αναζητήσεις του διανοούμενου, όπως έγραψε γι’ αυτόν η κριτική.

«Θα ήθελα», είπε κάποτε, «να με βλέπετε σαν κάποιον που με τον καιρό εξελίχθηκε σε συγγραφέα, έναν συγγραφέα, με τη σειρά του, που με τη βοήθεια τόσο της γνώσης, όσο και της επιδεξιότητας που απέκτησε, κατέληξε να επιστρέψει στο χώμα τη χούφτα τα κουκούτσια που μάζεψε στη ζωή, με την ιδέα ότι η ανανέωση της σοδειάς μπορεί να γίνει μόνο μέσω της ανανέωσης των διαφορετικών γενεών και των εμπειριών τους, όπως και της ζωντανής σύγκρουσης μεταξύ των έργων του χθες και των έργων του σήμερα. Aπό το ίδιο το δέντρο που έριξε τα φύλλα του φυτρώνουν οι καινούργιες φύτρες.»

Όλο το έργο του Σαραμάγκου μπορεί κανείς να το δει σαν εξερεύνηση μιας πιθανότητας κόντρα σ’ αυτό που (έχουμε μάθει να) θεωρούμε πραγματικό, αδιαμφισβήτητο. Έργο που βλέπει ταυτόχρονα παρελθόν και μέλλον, σκληρό και μάλλον απαισιόδοξο –μα αυτός ο κόσμος, αν αλλάξει, θ’ αλλάξει απ’ τους απαισιόδοξους, έλεγε–, αλλά βαθιά ανθρώπινο, με οργιαστική φαντασία και χιούμορ, με χειμαρρώδη λόγο, εντελώς χαρακτηριστική στίξη και το ερώτημα «Τι θα γινόταν αν…;» σε κεντρική, πάντα, θέση: Τι θα γινόταν αν ένας ετερώνυμος του Πεσσόα επιζούσε του δημιουργού του κι επέστρεφε στην Ευρώπη, όπου ήδη απλωνόταν ο ναζιφασισμός (Τη χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις); Τι θα γινόταν αν ένας ταπεινός επιμελητής πρόσθετε ένα δεν σ’ ένα βιβλίο ιστορίας, αλλάζοντας την αφήγηση ενός πασίγνωστου γεγονότος (Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας); Τι θα γινόταν αν η Ιβηρική Χερσόνησος κοβόταν από την Ευρώπη και άρχιζε να ταξιδεύει στον Ατλαντικό (Η Πέτρινη Σχεδία); Και, σε μεταγενέστερα έργα, αλληγορίες που αφορούν την ανθρωπότητα συνολικά: Τι θα γινόταν αν μια μέρα ξεσπούσε μια επιδημία τύφλωσης (Περί τυφλότητος); Αν οι περισσότεροι κάτοικοι μιας πόλης ψήφιζαν λευκό στις εκλογές και, παρακάμπτοντας τους πολιτικούς, προσπαθούσαν να οικοδομήσουν μια αυτόνομη κοινωνία αλληλεγγύης (Περί φωτίσεως);

Οι δικοί του θρηνούν τον άνθρωπο Σαραμάγκου· τις χειρονομίες του που δεν θα ξαναδούν, τη φωνή που δεν θα ξανακούσουν, όλα τα μικρά και μεγάλα που συγκροτούν έναν άνθρωπο. Οι υπόλοιποι, οι αναγνώστες του, αποχαιρετάμε την εντελώς προσωπική μας αφήγηση του συγγραφέα όπως τον φανταστήκαμε· κρατάμε τις ιστορίες, αυτά τα τόσο γόνιμα «Τι θα γινόταν αν…;» και τους δίνουμε τη δική μας συνέχεια.

*Το τελευταίο βιβλίο του Σαραμάγκου που κυκλοφόρησε στα ελληνικά είναι Tο Τετράδιο, μια συλλογή άρθρων από το μπλογκ του (Καστανιώτης, 2010), ενώ αναμένεται η έκδοση του τελευταίου μυθιστορήματός του με τίτλο Κάιν.

Ο Τόμας Πίντσον είναι εδώ – όποιος κι αν είναι

Φέρεται να έχει δηλώσει ότι στη συχνότητα του μυαλού του συντονίζονται τα φρικιά όλου του κόσμου. Μπορεί να το είπε, μπορεί και όχι: τίποτα δεν είναι σίγουρο όταν μιλάμε για το πρόσωπο Τόμας Πίντσον, αφού η περιφρόνησή του για τη δημοσιότητα είναι θρυλική. Η απομόνωσή του, όμως, δεν είναι ο μοναδικός λόγος για να τον διαβάσει κάποιος.

Γιατί εκτός από το πρόσωπο, υπάρχει ο συγγραφέας.


Ένα ουρλιαχτό διασχίζει τον ουρανό. Έχει ξανασυμβεί, αλλά τώρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε.

Τόμας Πίντσον, Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας (μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής)

Ο Πίντσον αποτελεί ένα παράδοξο: ένας συγγραφέας με ισχυρότατη λογοτεχνική παρουσία (που αποτυπώνεται και στις πωλήσεις) κι ισχνή δημόσια παρουσία. Τις διαθέσεις του απέναντι στην δημοσιότητα τις έδειξε από νωρίς: όταν ένας δημοσιογράφος έφτασε στο ξενοδοχείο του Μεξικού όπου έμενε για να του πάρει συνέντευξη, αυτός το έσκασε· στην τελετή απονομής του National Book Award για το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, το 1974, το βραβείο παρέλαβε ο Ίρβιν Κόρεϊ παριστάνοντας τον Πίντσον – εμφάνιση που άφησε εποχή.

Μέχρι τη δεκαετία του ’80, ακόμα και το γεωγραφικό στίγμα του Πίντσον ήταν άγνωστο. Κι έτσι ξέσπασε μια ακατάσχετη φημολογία· κάποτε ακουγόταν ότι είναι ετερώνυμος του Σάλιντζερ· ότι είναι το συλλογικό ψευδώνυμο μιας ομάδας συγγραφέων· και πολλά ακόμα γαργαλιστικά σενάρια που καταλήγουν, τελικά, να τροφοδοτούν τον μύθο του (καθώς και τις πωλήσεις των λιγοστών βιβλίων του).

Ο Πίντσον μάλλον διασκεδάζει μ’ αυτή την κατάσταση· όπως παρατήρησε κάποτε, σε μια από τις σπάνιες δηλώσεις του, η λέξη «ερημίτης» που γράφεται τόσο συχνά δίπλα στ’ όνομά του δεν είναι παρά η λέξη που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι για όσους δεν θέλουν να τους μιλήσουν· ενώ κάποιες «δημόσιες» κινήσεις του τα τελευταία χρόνια –η εμφάνισή του στους Σίμπσονς, όπου η κόμικ εκδοχή του φορούσε χαρτοσακούλα στο κεφάλι· η αφήγησή του στο τρέιλερ του τελευταίου βιβλίου του, Inherent Vice -, δείχνουν μια διάθεση όχι να διαλύσει τη συνωμοσιολογία, αλλά να την εντείνει, περιγελώντας την.

Εξάλλου, αυτά που θέλει να πει ο Πίντσον, αυτά που κρίνει σημαντικά, τα λέει –και με το παραπάνω- γράφοντας. Κι αυτό είναι το σημαντικό. Η φημολογία έχει ενδιαφέρον, αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου, ειδικά όταν το έργο την ξεπερνά· το έργο είναι που παγιδεύει τους αναγνώστες στο πιντσονικό σύμπαν. Γι’ αυτό και είναι τουλάχιστον λειψό να αντιμετωπίζεται η απομόνωση του Πίντσον από το δημόσιο πεδίο σαν κυρίαρχο στοιχείο του.

Από το υπερφιλόδοξο ντεμπούτο του, το V., με το οποίο μας συστήθηκε ένας συγγραφέας ήδη συγκροτημένος, με κατακτημένη μέθοδο, μέχρι το πρόσφατο Inherent Vice, ο Πίντσον παραμένει, ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές του, πιστός στα βασικά του συστατικά: συνωμοσιολογία, παράνοια, ιστορία, ποπ κουλτούρα, ναρκωτικά, σεξ, επιστήμη, άλλοτε απλωμένα σε τερατώδεις καμβάδες, όπως Το Ουράνιο Τόξο και το Μέισον και Ντίξον, άλλοτε περιορισμένα στις πιο ανθρώπινες διαστάσεις της Συλλογής των 49 στο Σφυρί ή του Βάινλαντ (που είναι και τα καταλληλότερα βιβλία για να τον γνωρίσει κανείς). Αυτό, όμως, που δίνει στο έργο του τη μοναδικότητά του είναι ο τρόπος χειρισμού τους, γεμάτος τερτίπια που δύσκολα συγχωρούνται σε άλλους συγγραφείς.

Ο Πίντσον ξεδιπλώνει –σε απολαυστική πρόζα– δεκάδες, ακόμη και εκατοντάδες νήματα (αρκετά δεν οδηγούν πουθενά), εξαφανίζει χαρακτήρες χωρίς εξήγηση, συχνά πυκνά διακόπτει τη δράση για μουσικά διαλείμματα. Τα βιβλία του μοιάζουν οργανωμένα και ανοργάνωτα την ίδια στιγμή· η όποια λογική, η όποια συνοχή είναι εντελώς εσωτερική και υπόγεια· ο αναγνώστης υποβάλλεται σε μια καταιγιστική διαδοχή εικόνων και ιδεών, βιώνει μια αναγνωστική εμπειρία που μοιάζει με εκσπερμάτωση, μια πράξη εκ φύσεως σύντομη, απλωμένη σε εκατοντάδες σελίδες.

Κι ωστόσο, αυτή ακριβώς η γραφή, πληθωρική, εξοντωτική για τους περισσότερους, μαστουρωμένη και εθιστική, συνοψίζει την παράνοια του δυτικού πολιτισμού και τον προοδευτικό θρυμματισμό του τρόπου που λέμε (και αφηγούμαστε) τις ιστορίες μας: είτε μιλώντας για την ανθρώπινη εκμετάλλευση αφηγούμενος, μεταξύ πολλών άλλων, την ιστορία της δουλείας στις ΗΠΑ (Μέισον και Ντίξον), είτε κάνοντας ένα σχόλιο στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, φωτογραφίζοντάς τον σαν ένα παρανοϊκό, διονυσιακό, διαστροφικό πανηγύρι (Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας).

Εργογραφία

  • V. (1963, ελληνική έκδοση: V., μετάφραση Προκόπη Προκοπίδη, εκδόσεις Χατζηνικολή)
  • The Crying of Lot 49 (1966, ελληνική έκδοση: Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, μετάφραση Δημήτρη και Χαράς Δημηρούλη, εκδόσεις Ύψιλον).
  • Gravitys Rainbow (1973, ελληνική έκδοση: Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, μετάφραση Γιώργου Κυριαζή, εκδόσεις Χατζηνικολή),
  • Slow Learner (1984, ελληνική έκδοση: Βραδείας Καύσεως, μετάφραση Βίκυς Χατζοπούλου και Προκόπη Προκοπίδη, εκδόσεις Χατζηνικολή)
  • Vineland (1990, ελληνική έκδοση: Βάινλαντ, μετάφραση Ανδρέα Β. Βαχλιώτη, εκδόσεις Χατζηνικολή)
  • Mason & Dixon (1997, ελληνική έκδοση: Μέισον και Ντίξον, μετάφραση Γιώργου Κυριαζή, εκδόσεις Χατζηνικολή)
  • Against the Day (2006, ελληνική έκδοση: Ενάντια στη Μέρα, μετάφραση: Γιώργου Κυριαζή, εκδόσεις Καστανιώτη)
  • Inherent Vice (2009)

Δείτε ακόμα

 

 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος, το Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010. Δημοσίευση και στο Acid Art.