Παρένθεση

cover

(κοιμήθηκαν κοντά σ’ έναν τρελό που όλο το βράδυ σηκωνόταν από το στρώμα και περιφερόταν ανάμεσα στα κρεβάτια, ανάβοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο και φωνάζοντας ότι μόνο η Παναγιά δεν είναι πουτάνα, όλοι οι άλλοι, άνθρωποι μαζί και άγιοι, είναι σκουλήκια που ανοίγουν τρύπες στο μυαλό του, προσπαθώντας να καταστρέψουν τον κόσμο του, τον μόνο αληθινό κόσμο, «Όλοι σκουλήκια που θέλουνε να φάνε την αλήθεια μου σαν μήλο. Ως το κουκούτσι, ως το κουκούτσι», προς το πρωί, εξαντλημένος πια, ψέλλιζε διαρκώς, «Ο θεός με μισεί, ο θεός θα με σώσει, ο θεός μ’ αγαπάει, ο θεός θα με γαμήσει»)

Πώς τελειώνει ο κόσμος, σελ. 133 (το βιβλίο κυκλοφόρησε πέρυσι τέτοια μέρα, τούρτα με ένα κεράκι) | πρίβιουσλι: σελ. 78σελ. 121-122,  σελ. 149 & σελ. 216

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου]

Θάλασσα από δέντρα, θάλασσα από νεκρούς

aokigahara-forest-00

Στην Ιαπωνία το 1960, ένας συγγραφέας δημοσιεύει ένα μυθιστόρημα που κλείνει με την αυτοκτονία δύο εραστών στο δάσος Αοκιγκαχάρα, στο βουνό Φούτζι. Από τότε, λένε, το δάσος έλκει ακαταμάχητα τους αυτόχειρες.  Υπολογίζεται ότι καμιά εκατοστή άνθρωποι αυτοκτονούν εκεί κάθε χρόνο.

Ανάμεσα στο δάσος των δέντρων αναπτύσσεται ένα δάσος πινακίδων που προσπαθούν να αποτρέψουν τους  επίδοξους αυτόχειρες &, μέσα σε αυτά τα δύο δάση, απλώνεται το δάσος των πτωμάτων, αφού απ’ ό,τι φαίνεται οι αποφασισμένοι δεν διαβάζουν πινακίδες. (Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι οι περισσότεροι από αυτούς επιλέγουν να πεθάνουν διά απαγχονισμού. Δεν θα σου πρότεινα να ψάξεις τις σχετικές φωτογραφίες στο διαδίκτυο – παραείναι  φρικιαστικές.)

Από τη δεκαετία του ’70 οι αρχές διοργανώνουν κάθε χρόνο επιχειρήσεις για την περισυλλογή των νεκρών. (Το ρεκόρ των 73 πτωμάτων του 1998 έσπασε το 2002, όταν βρέθηκαν 78.) Συνήθως τους βρίσκουν χωρίς χρήματα, κοσμήματα & άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Δεν είναι ότι βάδισαν προς τον θάνατό τους χωρίς αυτά. Απλώς, στο δάσος εκτός απ’ τους αυτόχειρες συχνάζουν & κάποιοι που δεν φοβούνται τα πυκνά δέντρα & τα πυκνά στοιχειά & ξαφρίζουν τις  τσέπες των νεκρών.

Δ.

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το Disappearances, τρίπτυχο με μερικά ακόμα από τα μέιλ του Δημήτρη που μοιράστηκε στην παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος στον Ιανό τον Νοέμβριο. | Το δάσος Αοκιγκαχάρα είναι γνωστό και ως Θάλασσα από δέντρα. | Λένε πως μερικοί υποψήφιοι αυτόχειρες καθώς μπαίνουν βαθύτερα στο δάσος ξετυλίγουν μια κορδέλα, ώστε να μπορέσουν να βρουν τον δρόμο της επιστροφής αν το μετανιώσουν. | Η φωτογραφία από εδώ, όπου υπάρχουν ακόμα αρκετές (ανώδυνες) φωτογραφίες από το δάσος.

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου]

Εκδοχές του τέλους

ms4 (40)

Εκδοχή #1:«H κοπέλα που γράφει» και η κοπέλα που ζει – Μια σκιά κρυμμένη πίσω από μιαν άλλη σκιά: …και η Μαρία που αυτό το ανέφικτο κατορθώνει τελικά να το γράψει, να το υποτάξει: Τους σκοτώνει και τους κάνει αφήγηση. Τους πενθεί με τον μόνο τρόπο που ξέρει, διαβάζοντας. Σαν τον Κασάρες τους διασώζει στην δική της Εφεύρεση, δημιουργώντας για να τους κάνει αθάνατους, τον δικό της Μορέλ. Υπογράφοντας κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζει, και «το βιβλίο του εαυτού της», υπογράφοντας το βιβλίο της γενιάς της και της εποχής, δηλαδή, το βιβλίο της ζωής. Ένα μυθιστόρημα που είναι, τελικά, πρόταση, είναι θέαση κι ανάγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτής καθαυτής της ζωής. | Εκδοχή #2: Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της, ριβίζιτεντ: …άκουσα τις προάλλες τη Μαρία σε μια συνέντευξή της να λέει πως ο μονόλογος της Άννας –κλεισμένος μέσα στην παρένθεση του ΑΝ και του ΝΑ–  είναι τρόπον τινά ένας φόρος τιμής στη γραφή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα σκεφτεί στην πρώτη μου ΑΝάγνωση του βιβλίου. Διαβάζοντάς το όμως ξΑΝά, νομίζω πως κατάλαβα με ποιον τρόπο αυτή η αποσπασματική και αινιγματική παρένθεση στο Πώς τελειώνει ο κόσμος παραπέμπει στον κόσμο της Καραπάνου. Η απουσία, ο θάνατος και η αυτοκτονία, θέματα κοινά στις δυο συγγραφείς, ερμηνεύονται από αυτές ως ακραίες και βίαιες πράξεις κατά της ανθρωπότητας. Οι ήρωές τους καλούνται λοιπόν να ΑΝασυνθέσουν τις ΑΝείπωτες ιστορίες των βιβλίων τους, πρωταγωνιστώντας στα κενά που αυτές οι πράξεις αφήνουν. | Εκδοχή #3 – της Μαρίας (μιας απ’ όλες): …από εκδοχή σε εκδοχή, ήρωες πήγαιναν κι έρχονταν. Κάποιοι, όπως ο τυφλός κιθαρίστας, εξαφανίστηκαν για πάντα απ’ τις σελίδες, άλλοι μεταμορφώθηκαν σε άλλους ήρωες. Ο Φώτης κι η Ουρανία του άλλου χειρόγραφου γλίστρησαν στις σελίδες του Πώς τελειώνει ο κόσμος, πιστεύοντας ότι αυτό, κι όχι το άλλο, είναι το βιβλίο τους. Η σπηλιά με τα γιασεμιά θάφτηκε σε κάποια κατολίσθηση και δεν υπάρχει ούτε μια σύντομη αναφορά σ’ αυτήν. Οπότε, το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα μυθιστόρημα-ματριόσκα με δύο τουλάχιστον τρόπους: ο ένας, η δομή, η μια ιστορία που περιέχει την άλλη, ο ένας χαρακτήρας που περικυκλώνει τον άλλον, οι κύκλοι γύρω από το ίδιο κέντρο της εξαφάνισης μιας Άννας, κι ο άλλος, η ιστορία της γραφής του, οι διαφορετικές εκδοχές, η μια μέσα στην άλλη (με άλλη διατύπωση, ματριόσκα διαδοχικών Μαριών που προσπαθούν να βρουν τα πατήματά τους και να γράψουν), για να φτάσουμε τελικά σ’ αυτό που εκδόθηκε ως μυθιστόρημα το 2012. | Κι ένα ευχαριστώ στις λέσχες ανάγνωσης που συμπεριέλαβαν το Πώς τελειώνει ο κόσμος στις υποψηφιότητες για το βραβείο αναγνωστών.

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου | πώς τελειώνουν κι άλλοι κόσμοι: 1 + 2 | στη φωτογραφία, από τα χειρόγραφα του Πώς τελειώνει ο κόσμος]

Disappearances

«Πες μου μια ιστορία για τη γραφομηχανή σου, μπαμπά». Η Μπάρμπαρα Νιούχολ Φόλετ, τεσσάρων χρόνων, πεινά για ιστορίες. Θα γράψει τις δικές της. | Επινοεί τον πλανήτη Φαρκσόλια, και φτιάχνει το λεξικό της γλώσσας του. Δουλεύει το πρώτο της μυθιστόρημα με αφοσίωση που λείπει από πολλούς ενήλικες. | Τον Οκτώβριο του 1923, μια πυρκαγιά ξεσπάει στο σπίτι των Φόλετ. Ανάμεσα στα άλλα, καίγεται και η πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος. Με την ενθάρρυνση του πατέρα της, η Μπάρμπαρα στρώνεται στη δουλειά και το ξαναγράφει. | Το αρχικό σχέδιο είναι το βιβλίο να τυπωθεί ιδίοις αναλώμασι για οικογενειακή κατανάλωση, ως δώρο στη μητέρα της. Ο πατέρας της, όμως, επιμελητής στον Knopf, πιστεύει ότι η δουλειά της κόρης του αξίζει μια κανονική έκδοση. Οι άνθρωποι στον εκδοτικό συμφωνούν. | Το μυθιστόρημα εκδίδεται τον Ιανουάριο του 1927. Η Μπάρμπαρα είναι δώδεκα χρόνων. Η πρώτη κριτική δημοσιεύεται στην εφημερίδα New York Times και είναι αποθεωτική. Όπως και όλες όσες θα ακολουθήσουν. Η Μπάρμπαρα δεν είναι απλώς ένα παιδί που γράφει: είναι ένα παιδί συγγραφέας. | Το καλοκαίρι, πείθει τους γονείς της να την αφήσουν να ταξιδέψει με πλοίο από το Νιου Χέιβεν στη Νέα Σκοτία, μια περίεργη επιβάτισσα που επιμένει να βοηθάει με τις δουλειές στο πλοίο και βομβαρδίζει το πλήρωμα με ερωτήσεις. Πίσω στη στεριά, δουλεύει πυρετωδώς για την αποτύπωση της ναυτικής της περιπέτειας. Το βιβλίο εκδίδεται το 1928. Η Μπάρμπαρα παύει να είναι παιδί συγγραφέας και γίνεται συγγραφέας, τελεία. | Όμως δεν μπορεί να χαρεί την επιτυχία της. Μια βδομάδα πριν από την έκδοση, ο πατέρας της ζητάει διαζύγιο. Ο λόγος, κοινότοπος: μια νεότερη γυναίκα τον έχει γοητεύσει. Ίσως μια γραμματέας του Knopf. Η Μπάρμπαρα δακτυλογραφεί με μανία ένα γράμμα στον πατέρα της. Το γράμμα δεν πρόκειται να αλλάξει την τροπή των πραγμάτων. Η Μπάρμπαρα το ξέρει. Αλλά το στέλνει. | Και μετά πείθει τη μητέρα της, αντί να αφεθούν στη λύπη, να ταξιδέψουν. Σχεδόν άφραγκες, κουβαλούν τις γραφομηχανές τους και ελάχιστες αποσκευές από καράβι σε καράβι και από νησί σε νησί. Ο Μάιος του 1929 τις βρίσκει στη Χονολουλού. Στο ταξίδι της επιστροφής, η Μπάρμπαρα ερωτεύεται έναν υποπλοίαρχο, 25 χρόνων. | Πίσω στις ΗΠΑ, οι δυο γυναίκες συγκρούονται. Η Μπάρμπαρα αποκτά κηδεμόνα κι αυτός ο κηδεμόνας αποφασίζει ότι πρέπει, επιτέλους, να αποκτήσει επίσημη μόρφωση. Όμως το περιβάλλον του κολεγίου δεν της ταιριάζει.  Στα τέλη Σεπτεμβρίου, η Μπάρμπαρα το σκάει. Προορισμός της το Σαν Φρανσίσκο. Σκοπός της να δουλέψει δακτυλογράφος και να ζήσει ανεξάρτητη. Η αστυνομία την εντοπίζει σε ένα ξενοδοχείο. Προσπαθεί να το σκάσει από το παράθυρο. Αργότερα θα πουν ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για απόπειρα αυτοκτονίας. | Οι δυο γυναίκες θα καταλήξουν σε ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη. Η Μπάρμπαρα ζει γράφοντας περιλήψεις ταινιών για τη Fox και δακτυλογραφώντας. Παράλληλα, δουλεύει το τρίτο της βιβλίο. Αλληλογραφεί με τον υποπλοίαρχο. | Το καλοκαίρι του 1931 πηγαίνει με τη μητέρα της για διακοπές στο Βερμόντ. Εκεί, γνωρίζει μια παρέα φοιτητών. Με έναν από αυτούς θα ταξιδέψει επί μήνες στην Ευρώπη. Παντρεύονται με την επιστροφή τους στις ΗΠΑ. | Η συζυγική ζωή είναι μίζερη. Τα χρήματα είναι λιγοστά. Ο άντρας της λείπει όλο και περισσότερες ώρες. Εκείνη δεν πολυθέλει τη ζωή της γραμματέως. Το τρίτο βιβλίο της δεν βρίσκει εκδότη. Τα ταξιδιωτικά της κείμενα δεν δημοσιεύονται. Και της λείπουν τα ταξίδια. Γράφει λίγο. Χορεύει περισσότερο. | Η Μπάρμπαρα έχει παγιδευτεί σε μια από τις κοινότερες των ιστοριών – μια ιστορία την οποία η ίδια δεν θα έγραφε ποτέ. Και η κοινοτοπία ολοκληρώνεται περίφημα όταν, στα τέλη του καλοκαιριού του 1939, ο άντρας της ομολογεί ότι έχει άλλη. Η Μπάρμπαρα προσπαθεί να μαντάρει τα κουρέλια της ζωής και του γάμου της. | Είναι 7 Δεκεμβρίου του 1939. Βράδυ. Η Μπάρμπαρα κι ο άντρας της καβγαδίζουν για μια ακόμα φορά. Με τριάντα δολάρια στην τσέπη κι ένα τετράδιο στα χέρια, η Μπάρμπαρα αποχωρεί από την παράσταση της ζωής της. | Ο άντρας της επί μήνες αρνείται να δηλώσει την εξαφάνισή της. Ισχυρίζεται ότι περιμένει την επιστροφή της. Τελικά η εξαφάνιση ανακοινώνεται. Η Μπάρμπαρα αναφέρεται με το επώνυμο του συζύγου της. Κανένας δεν μαθαίνει ότι το παιδί που δεν ήταν παιδί αλλά συγγραφέας αγνοείται. | To a Daughter, One Year Lost.

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου |  (Άννα;) | ευχαριστώ για χθες]

(Άννα;)

For the first few months Eepersip was delighted with her flowers, and the butterflies and birds pleased her even more. But she was not a child who could be contented easily, and pretty soon she began to feel lonely again. One July day a fresh idea came into her head. She packed some sandwiches and some crackers in a small lunch-basket. Without telling a soul, the next morning before dawn she slipped out of bed, dressed, and picked up her basket; then stole out of the cottage and away. She went east from her home on a shady path through beautiful woodlands, with here and there a grove of great massive pines. And as she walked she sang merrily.

After quite a while she stepped out of the woodlands on to a large lawn. Close to the path there was a pool with some tiny goldfishes swimming about in it. Then she knew that she was nearing a house, and instead of pacing slowly along the path she began to run; for she was afraid that someone would see her and send her back home.

Μπάρμπαρα Νιούχολ Φόλετ, The House Without Windows and Eepersip’s Life There

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου | το τέλος του κόσμου στον Ιανό, 21/11]

(Άννα;)

Θυμάται ότι κάποιος φώναζε τ’ όνομά της. Την έψαχνε κι εκείνη δεν ήθελε να του φανερωθεί. Ο θυμός της ήταν κόκκινος και κυλούσε από τα μάτια της σαν αίμα. Άννα την φώναζε, Άννα. Η Άννα θα είναι αυτή.

Πώς τελειώνει ο κόσμος, σελ. 216 | 4 RealManic Street Preachers cover, 20th July 1991 | Πρίβιουσλι:  σελ. 78, σελ. 121-122 &  σελ. 149

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου | το τέλος του κόσμου στον Ιανό, 21/11]