Τον λένε Πέτρο & (λέει πως) είναι καλά*

Σήμερα το REWIND σβήνει τρία κεράκια. Ο Πέτρος Ραγκούδης σας στέλνει χαιρετίσματα μέσω της ξαδέλφης του. Εμένα δεν μου μιλάει πια επειδή εκείνο το πολλά κιλά μαλάκας του έπεσε βαρύ. Μην ανησυχείτε, πάντως, καλά είναι – τώρα που δεν είναι υποχρεωμένος να εμφανίζεται στις σελίδες μου δηλώνει σχεδόν ευτυχής.

*Τρία χρόνια απαλλαγμένος από την συγγραφέα που του έλαχε να γράψει την ιστορία του. Γιέα.

Rewind again

Λίγο πριν από το καινούργιο βιβλίο και το τέλος του κόσμου, ώρα για επανάληψη στο REWIND* και μερικά προλεγόμενα για το Πώς τελειώνει ο κόσμος.

Πού; Στα LUDENS LABS, Διδότου 34.

Πότε; Την Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου, στις οχτώ το βράδυ.

Μενού: Οι έξι μαθητές του εργαστηρίου γραφής της Βίκυς Θεοδωροπούλου στο κλείσιμο του κύκλου μαθημάτων συζητούν με (διάβαζε: ανακρίνουν) τη γιορς τρούλι περί γραφής, έκδοσης και άλλων δεινών. Αν θέλετε να  παρακολουθήσετε την ανάκριση, δίνετε το σύνθημα θέλω να είμαι στα Ludens Labs αυτή τη βραδιάστα τηλέφωνα 2110108404, 6947544423 ή στο ludenslabs [at] gmail [dot] com. Πληροφορούμαι ότι υπάρχουν θέσεις στις σκάλες, στο πατάρι, στα παγκάκια· ότι οι πολυθρόνες θα είναι πιασμένες από τους ηρωικούς έξι του εργαστηρίου· κι ότι εμένα μου έχουν ετοιμάσει μια ηλεκτρική καρέκλα όλη δική μου. Αυτό το τελευταίο μπορεί να μην είναι αλήθεια.

[LUDENS LABS – A Playground for the Mind | LUDENS LABS @ Facebook | Περισσότερα για το REWIND εδώ | Περισσότερα για το Πώς τελειώνει ο κόσμος εδώ]

*Οι φήμες λένε ότι το Πώς τελειώνει ο κόσμος θα αναιρέσει το τέλος που διάβασαν αρκετοί αναγνώστες στο REWIND. Είναι αλήθεια; Ψέματα; Ο καιρός γαρ εγγύς.

Πριν το τέλος του κόσμου

Μια συνέντευξή μου στον  Γιάννη Φαρσάρη για το κρητικό περιοδικό Fresh (τεύχος Οκτωβρίου 2011). Φωτογραφίες του Παναγιώτη Γαβριήλογλου.

Μια δημιουργική Ηρακλειώτισα με οξύ συγγραφικό βλέμμα και πάθος για τις λέξεις, διανύει την δική της διαδρομή στην Αθήνα. Στην προσωπική συνέντευξη που μας παραχώρησε, εξομολογείται την αγωνία της και καταθέτει την άποψή της για ενδιαφέροντα θέματα που αφορούν τη λογοτεχνία και την περιπέτεια της συγγραφής.

Έχεις απαντήσει στο ερώτημα για ποιο λόγο γράφεις;

Αν μπορούσα να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση ίσως και να μην χρειαζόταν να γράφω· μ’ άλλα λόγια, νομίζω ότι γράφω για να την απαντήσω. Οπότε η πληρέστερη και τιμιότερη απάντηση που μπορώ να δώσω είναι ότι γράφω επειδή δεν μπορώ να μην γράφω.

Το πρώτο σου μυθιστόρημα με τίτλο REWIND κυκλοφόρησε το 2009 από τις Εκδόσεις Καλέντη, και γνώρισε εντυπωσιακή υποδοχή από τους κριτικούς και τους αναγνώστες. Το ανέμενες ή ήταν κάτι που σε ξάφνιασε;

Διστάζω να χρησιμοποιήσω τη λέξη εντυπωσιακή· νιώθω πιο άνετα να την αποκαλέσω θερμή ή θετική – και σίγουρα ήταν πολύ ανώτερη των προσδοκιών μου.

Όποιος εκδίδει γραπτά του –ανεξαρτήτως του αν αυτά είναι τελικά καλά ή κακά– προφανώς το κάνει με την ελπίδα ή την πίστη (ή και την αυταπάτη, ακόμα) ότι κάτι αξίζουν, ειδάλλως δεν θα έμπαινε στη διαδικασία να τα εκδώσει· δεν αποτελώ εξαίρεση. Όσο πλησίαζε η έκδοση, όμως, η όποια πίστη μου έδινε τη θέση της στον πανικό (γι’ αυτό ονόμασα το μπλογκ μου Δωμάτιο πανικού): νοερά επεξεργαζόμουν τα χειρότερα σενάρια κι έγραφα τις χειρότερες κριτικές για το REWIND, για να προετοιμαστώ για την απογοήτευση που με περίμενε. Χαίρομαι που διαψεύστηκαν οι φόβοι μου, αλλά δεν έχει και τόση σημασία, γιατί όσο πλησιάζουμε στην έκδοση του καινούργιου βιβλίου, ο πανικός επιστρέφει.

Βάλε μας λίγο στη δικιά σου «συγγραφική κουζίνα». Γράφεις με μουσική, ακολουθείς ωράριο, έχεις μπροστά σου χαρτάκια με σημειώσεις;

Τώρα που λέμε για κουζίνα, συνειδητοποιώ ότι έχω περάσει πολλές ώρες γράφοντας στο τραπέζι της κουζίνας: μεγάλο μέρος του REWIND γράφτηκε σε μια κουζίνα στο Γκύζη· μια από τις προηγούμενες εκδοχές του καινούργιου βιβλίου τη δακτυλογράφησα –σε γραφομηχανή, μια και τότε δεν είχα υπολογιστή– σε μια κουζίνα στην Καλλιθέα. Γράφω, ακόμα, στο κρεβάτι, στον καναπέ, συχνά έχω βρεθεί να γράφω και στις αεροπορικές του πλοίου από ή προς την Κρήτη· πολύ σπάνια, τελικά, γράφω στο γραφείο.

Αν και δεν ακούω πάντα μουσική όταν γράφω, έχει κι αυτή το ρόλο της στην όλη διαδικασία: στις διαδρομές μου με τα μέσα μεταφοράς δουλεύω νοερά συγκεκριμένες σκηνές απ’ το βιβλίο, και τις οργανώνω με βάση συγκεκριμένα τραγούδια που βάζω να παίξουν ξανά και ξανά στο mp3 player μου.

Γράφω πρώτα σε τετράδια, όχι στον υπολογιστή. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω το καινούργιο βιβλίο είχα ήδη μια στοίβα χαρτιά – τις προηγούμενες εκδοχές του, μια και το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν αρχίσω να γράφω το REWIND. (Η παλιότερη εκδοχή είναι δέκα-έντεκα χρόνων.) Μετά από πολλή σκέψη και δοκιμές, αποφάσισα ν’ αγνοήσω τη στοίβα και να ξαναρχίσω απ’ το μηδέν. Άρχισα, λοιπόν, ξανά να γεμίζω τετράδια, και σημάδευα με ποστ-ιτ τις σελίδες που αφορούσαν συγκεκριμένους ήρωες ή γεγονότα· ποστ-ιτ κόλλησα και στον τοίχο, για να έχω μπροστά μου έναν χάρτη των προσώπων του βιβλίου και των μεταξύ τους σχέσεων. Ένα μέρος, μάλιστα, του βιβλίου, για να μπορέσω να το γράψω, χρειάστηκε πρώτα να το σκιτσάρω.

Έπειτα άρχισα τη δακτυλογράφηση, κεφάλαιο το κεφάλαιο· τύπωνα το κείμενο, διόρθωνα (μου είναι πιο εύκολο να διορθώνω στο χαρτί), περνούσα τις διορθώσεις στον υπολογιστή, ξανατύπωνα και φτου κι απ’ την αρχή μέχρι να καταλήξω σ’ ένα αποτέλεσμα που να με ικανοποιεί· αυτή την εκδοχή την διάβαζε ο ηρωικός αναγνώστης-πειραματόζωο, έκανε τα σχόλιά του, περνούσα τυχόν αλλαγές και προχωρούσα στο επόμενο κεφάλαιο. Όταν πια όλα τα κεφάλαια ολοκληρώθηκαν, άρχισα ξανά τυπώματα και διορθώσεις στο σύνολο, και μετά έδωσα το ολοκληρωμένο κείμενο σε δυο-τρεις ανθρώπους των οποίων την κρίση εμπιστεύομαι, ελπίζοντας να εξαντλήσουν την αυστηρότητά τους· όσο για μένα, προσπάθησα για μερικές εβδομάδες να ξεχάσω την ύπαρξή του. Θεωρώ πολύ σημαντικό ν’ αφήνεις στην άκρη το κείμενο για κάποιο καιρό, ώστε όταν το ξαναδιαβάσεις να έχεις αποστασιοποιηθεί αρκετά και να μπορείς να διακρίνεις ευκολότερα αδυναμίες και λάθη.

Πλέον δουλεύω τις τελικές αλλαγές μαζί με την επιμελήτρια, ελπίζοντας ότι το τελικό αποτέλεσμα θα είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο ιδεατό βιβλίο που έχω στο μυαλό μου.

Στο ιστολόγιό σου υπάρχει μια δημοσίευση με τίτλο: «104.484 λέξεις κι εγώ». Μίλησέ μας το επόμενο συγγραφικό σου βήμα.

Αυτή η δημοσίευση ήταν μια μικρή γιορτή για το τέλος του καινούργιου βιβλίου. Ήδη πριν το τελειώσω, σκεφτόμασταν με τον Παναγιώτη τον Γαβριήλογλου, τον φίλο που τράβηξε τις φωτογραφίες, ότι αυτή η στοίβα των εκτυπώσεων και των τετραδίων έπρεπε με κάποιο τρόπο να καταγραφτεί. Έτσι, αποφασίσαμε να φωτογραφηθώ μαζί της.

Ο αριθμός των λέξεων του τίτλου είναι ταυτόχρονα αληθής και ψευδής: 104.484 λέξεις αριθμούσε συνολικά το τελικό κείμενο που παρέδωσα στον εκδότη μου, αλλά για να φτάσουμε σ’ αυτές χρειάστηκε να γράψω πολύ περισσότερες.

Το βιβλίο λέγεται Πώς τελειώνει ο κόσμος και θα κυκλοφορήσει από τον Καλέντη τις αρχές του 2012 (με την προϋπόθεση, φυσικά, να υπάρχουμε ακόμα ως χώρα). Αν και η χρονιά είναι συνδεδεμένη με τις γνωστές «προφητείες» περί συντέλειας του κόσμου, ο τίτλος αναφέρεται σε μια πιο προσωπική εκδοχή συντέλειας: είναι ένα μυθιστόρημα με κεντρικό θέμα τις απώλειες με τις οποίες καλούμαστε όλοι να ζήσουμε και να συμφιλιωθούμε – με πιο οριστική απώλεια, βεβαίως, τον θάνατο.

Στο βιβλίο υπάρχουν χαρακτήρες από το REWIND, με βασικότερη τη Φανή, δεν πρόκειται, όμως, για συνέχεια· το Πώς τελειώνει ο κόσμος διαβάζεται ανεξάρτητα από το REWIND, αν και θα μου άρεσε η ιδέα τα δύο βιβλία να διαβαστούν σε αντιπαράθεση το ένα με το άλλο.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας; Ποιο είναι το βιβλίο εκείνο που θεωρείς ότι σε σημάδεψε διαβάζοντάς το;

Ένα βιβλίο στο οποίο επιστρέφω ξανά και ξανά είναι Το Πλήθος του Αντρέα Φραγκιά. Θεωρώ ότι δεν πρόκειται απλώς για μια καταγραφή της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας αλλά και για μια ανησυχητικά ακριβή –ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για βιβλίο του ’80– περιγραφή του μέλλοντος της χώρας, αυτού που ζούμε τώρα ως παρόν.

Καθοριστικός συγγραφέας για μένα είναι ο Πολ Όστερ. Νομίζω ότι η συνάντησή μου με τα βιβλία του επηρέασε πάρα πολύ την τροπή που έχουν πάρει τόσο τα διαβάσματά μου, όσο και τα γραπτά μου, τα τελευταία χρόνια.

Στους αγαπημένους μου είναι κι ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο Ντέιβιντ Μίτσελ, ο Χαρούκι Μουρακάμι. Διαβάζω, ακόμα, Γιόκο Ογκάουα, Πέρσιβαλ Έβερετ, κι από νεότερους Νικόλ Κράους, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Αλεχάντρο Σάμπρα κ.ά. Προσπαθώ να διαβάζω όσο περισσότερο μπορώ: για μένα ο συγγραφέας είναι πρώτα και κύρια αναγνώστης.

Συμμετέχεις ενεργά σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και διατηρείς προσωπικό ιστολόγιο. Ποια είναι η εμπειρία σου από τη διαδικτυακή επαφή με τον κόσμο;

Αυτό που έχω χαρεί περισσότερο από την ενασχόλησή μου μ’ όλα αυτά είναι οι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, είτε με αφορμή το βιβλίο μου, είτε όχι, καθώς και το ότι διατηρώ την επαφή με φίλους που δεν μπορώ λόγω συνθηκών να τους συναντώ συχνά· και οπωσδήποτε, χωρίς αυτά, θα είχα συζητήσει με πολύ λιγότερους αναγνώστες – και δεν εννοώ μόνο αναγνώστες του βιβλίου μου, αλλά αναγνώστες γενικότερα.

Για μένα είναι περισσότερο εργαλεία επικοινωνίας, παρά προώθησης. Ακόμα και το μπλογκ, που φτιάχτηκε μεταξύ άλλων για να μπορεί να βρει κάποιος ό,τι αφορά το REWIND συγκεντρωμένο σε μία σελίδα, δεν λειτουργεί μόνο μ’ αυτό τον τρόπο: δεν ήθελα ένα μπλογκ με πέντε κριτικές για το βιβλίο μου, δυο άρθρα μου κι από εκεί και πέρα τίποτα. Προτιμώ να το αντιμετωπίζω σαν ηλεκτρονικό λεύκωμα με αποκόμματα και φωτογραφίες πραγμάτων που μ’ απασχολούν, κι ενδεχομένως ενδιαφέρουν κι άλλους πέρα από μένα.

Ούτως ή άλλως, θεωρώ ότι το βασικότερο για έναν γραφιά είναι τα ίδια τα βιβλία που γράφει· τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα – έπονται των βιβλίων, δεν προηγούνται· το Facebook και το Twitter μπορεί να σε βοηθήσουν να συναντηθείς με περισσότερους αναγνώστες, όμως δεν θα κάνουν τα βιβλία σου καλύτερα.

Πιστεύεις ότι το μέλλον της λογοτεχνίας βρίσκεται στα ηλεκτρονικά βιβλία ή οι αναγνώστες θα παραμείνουν για πολλά χρόνια ακόμα εραστές της μυρωδιάς του χαρτιού;

Η μυρωδιά του χαρτιού μπορεί να μην λέει και τίποτα σ’ έναν άνθρωπο που δεν μεγάλωσε μέσα στα βιβλία· ίσως το έντυπο βιβλίο στο μέλλον να γίνει ένα γοητευτικό απομεινάρι του παρελθόντος, προορισμένο μόνο για συλλέκτες ή εκκεντρικούς. Το βασικότερο, ούτως ή άλλως, είναι να υπάρχουν αναγνώστες, είτε διαβάζουν σε μία συσκευή, είτε διαβάζουν στο χαρτί.

Χωρίς να είμαι ειδική, ούτε καν εξοικειωμένη με την ηλεκτρονική ανάγνωση (μόλις απέκτησα Kindle, και καλά-καλά δεν έχω προλάβει να το μάθω· κι αυτό που με γοήτευσε στο Kindle είναι η αίσθηση που σου δίνει ότι διαβάζεις στο χαρτί, αφού όσες φορές προσπάθησα να διαβάσω σε οθόνη απέτυχα), πιστεύω ότι το έντυπο βιβλίο έχει ακόμα μέλλον μπροστά του, στο βαθμό τουλάχιστον που οι εκδότες θ’ αρχίσουν να εκμεταλλεύονται την ίδια τη φυσική του υπόσταση για να το μετατρέψουν σε ενδιαφέρον αντικείμενο. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το πρόσφατο Tree of Codes του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ένα βιβλίο στην κυριολεξία κομμένο από ένα παλιότερο, το Street of Crocodiles του Μπρούνο Σουλτζ: ο Φόερ έκοψε από το Street of Crocodiles ολόκληρες αράδες κι αυτές που άφησε φτιάχνουν μια καινούργια αφήγηση· κάθε σελίδα του βιβλίου που προέκυψε είναι γεμάτη χάσματα εκεί που υπήρχαν ολόκληρες αράδες. Η έκδοση ήταν τόσο δύσκολη τεχνικά που αρκετοί εκδότες και τυπογράφοι την είχαν απορρίψει ως ανέφικτη. Αυτό το βιβλίο είναι τόσο εξαρτημένο από τη μορφή του, απ’ αυτά τα κενά που ο αναγνώστης μπορεί να τα ψηλαφίσει, ώστε τελικά δεν έχει νόημα εκτός χαρτιού. Αντίστοιχη περίπτωση είναι και το NOX της Αν Κάρσον, αναπαραγωγή, σε μορφή κονσερτίνας, ενός χειροποίητου λευκώματος με κολάζ, σκίτσα κ.ά., που όμως δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία, αλλά οργανικά κομμάτια του κειμένου· κι αυτό, επίσης, είναι ένα βιβλίο το οποίο για να λειτουργήσει πρέπει να τυπωθεί.

Αντίστοιχα, θα έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τις αλλαγές που μπορεί να προκύψουν στη λογοτεχνία με βάση τις δυνατότητες που της δίνει η αποδέσμευσή της απ’ το χαρτί (υπερκείμενα κ.ά.).

Τα παιδικά και εφηβικά σου χρόνια τα πέρασες στο Ηράκλειο, στις Κάτω Ασίτες Μαλεβιζίου. Μίλησέ μας για τα βιώματά σου εδώ, αλλά και τη σημερινή σχέση σου με την Κρήτη.

Το πόσο με διαμόρφωσε ο τόπος που μεγάλωσα το συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω· κι είναι αυτονόητο ότι θα ήμουν άλλος άνθρωπος αν δεν είχα μεγαλώσει στις Κάτω Ασίτες. Τις ρίζες σου τις κουβαλάς όπου και να πας· και να το προσπαθήσεις, δεν γίνεται ν’ αποκοπείς οριστικά. Η οικογένειά μου, όπως κι αρκετοί φίλοι μου, είναι ακόμα στην Κρήτη, οπότε οι δεσμοί δεν έχουν κοπεί· απλά είναι δυσκολότερο πλέον, λόγω υποχρεώσεων, να έρχομαι πολύ συχνά.

Μερικές φορές νιώθω ότι είμαι με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί, αφού μετά από δέκα χρόνια στην Αθήνα έχω δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς κι εδώ· αλλά αυτή είναι μια κοινή εμπειρία για πολύ κόσμο που έφυγε από τη γενέτειρά του για να σπουδάσει και να δουλέψει αλλού.

Επίσης: 5 βιβλιοπροτάσεις ακόμα, αυτή τη φορά για το ΜΟΝΙΤΟΡ (σελίδα 36).

Drama falls like teardrops, #2

Μερικές φωτογραφίες από τη Δράμα (και από το ταξίδι της επιστροφής). Στην πρώτη φωτογραφία, περιμένω στο ξενοδοχείο, κατακουρασμένη από το ταξίδι και άυπνη. Παρόλα αυτά, σε λίγο πρέπει να βγω στην τηλεόραση και να μιλήσω για το βιβλίο μου. (Μην με ρωτήσετε πώς πήγε αυτή η συνέντευξη, δεν θυμάμαι.)

Το πιο απολαυστικό μέρος της παραμονής στη Δράμα ήταν οι βόλτες κάτω από τα δέντρα και δίπλα στα νερά, αλλά κι αυτές κάποια στιγμή τελείωσαν, για να δώσουν τη θέση τους στην ταλαιπωρία της επιστροφής. Στην προτελευταία φωτογραφία, μια κοπέλα διαβάζει Στιγκ Λάρσον σε μία από τις καθυστερήσεις του ΟΣΕ. Ακριβώς δίπλα, διάλειμμα για καφέ.

(Προσέξατε, βέβαια, ότι δεν έχω φωτογραφίες από την παρουσίαση, γιατί ο… φωτογράφος μου είχε μάλλον περισσότερο άγχος από μένα κι έτσι βγήκαν όλες κάπως τρεμάμενες. Ωστόσο έγινε, φυσικά,  κι αυτή. Ο φιλόλογος Στέλιος Κεχαγιάς μίλησε για έναν Πέτρο περικυκλωμένο από ανθρώπους-σκιές. Μετά έδωσε τον λόγο στη γιορς τρούλι για να πει κι αυτή τα δικά της, αλλά δεν θα σας κουράσω με αυτά. Μόνο θα ευχαριστήσω την οικογένεια Αϊνατζόγλου του βιβλιοπωλείου Βιβλιογνώση για τη φιλοξενία.)

Drama falls like teardrops

Το Σαββατοκύριακο θα βρίσκομαι στη Δράμα, καλεσμένη στη 17η Γιορτή Βιβλίου που ξεκινάει αύριο και θα διαρκέσει μέχρι τις 19 Ιουλίου. Η γιορτή γίνεται στον Δημοτικό Κήπο της Δράμας, κάθε βράδυ από τις οχτώ και μισή μέχρι τις έντεκα. Την Κυριακή, 18 Ιουλίου θα παρουσιάσω το REWIND με τη βοήθεια του φιλόλογου Στέλιου Κεχαγιά. Και ναι, φυσικά πεθαίνω από το άγχος, μην ξαναλέω τα ίδια πάλι. Νομίζω ότι δεν θα συνηθίσω ποτέ τις παρουσιάσεις. (Ας πρόσεχα, θα μου πείτε, και δεν θα έχετε κι άδικο.)

*Η φράση του τίτλου –κλεμμένη από εδώ– είναι ελαφρώς άσχετη, πλην όμως μού έχει κολλήσει εδώ και μέρες. Οπότε, Drama falls like teardrops it is!