Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της, #2

[Το κείμενο της Χριστιάνας Μυγδάλη για την παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος στον Ιανό, 21/11/2012. Το Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της, #1 είναι εδώ.]

Πώς (δεν) τελειώνει ο κόσμος της, #2

Το Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το διαβάσει κανείς. Διάλεξα έναν, αυτόν που όποιος ανάμεσά μας έχει ξυπνήσει έστω και μια φορά στη μέση της νύχτας κι έχει τρομάξει επειδή δε θυμάται το όνομά του μπορεί να τον παρακολουθήσει άνετα. Οι υπόλοιποι, ας ελπίσουμε ότι έχουμε δει ακροβατικά έστω μία φορά στη ζωή μας. Αυτό θα μας βοηθήσει να ψυχΑΝεμιστούμε το κενό κάτω απ’ τα πόδια μας τη στιγμή ακριβώς που τελειώνει ο κόσμος με τον τρόπο της Μαρίας Ξυλούρη.

Επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας αυτή τη συγκεκριμένη ΑΝάγνωση, γιατί κάποιοι τελευταία ισχυρίζονται πως φτάσαμε στις μέρες που τελειώνει ο καπιταλισμός. Και για κάποιο λόγο, το Πώς τελειώνει ο κόσμος μοιάζει να μιλάει γι’ αυτό ακριβώς το τέλος, χωρίς βέβαια να το κατονομάζει. Οι χαρακτήρες του γεννήθηκαν στην ελληνική επαρχία την εποχή της ακμής του καπιταλισμού. Μεγάλωσαν και σπούδασαν με τα αγαθά γύρω τους να αφθονούν, ακόμα κι αν η δική τους οικονομική κατάσταση δεν τους επέτρεπε πάντα να τα αγγίξουν. Δεν τους περνούσε όμως ποτέ απ’ το μυαλό πως θα έρθει μέρα που αυτή η αφθονία και τ’ αγαθά θα χάσουν το νόημά τους, θα γίνουν για τους περισσότερους απρόσιτα, για κάποιους μισητά, και για τους λίγους δυνατούς τα τελευταία οχυρά του κόσμου τους, του κόσμου μιας γενιάς που προτιμά να τον αφήσει να τελειώσει απ’ το να τον αφήσει από τα νύχια της.

Γι’ αυτό και σήμερα, θα κάνω υποθέσεις.

Εσείς έχετε στο μυαλό σας ότι γράφοντας αυτές τις γραμμές, έκανα και μια άσκηση ύφους: κάθε φορά που συναντούσα το συνδυασμό γραμμάτων ΑΛΦΑ ΝΙ σε αυτή τη σειρά, κάθε φορά που συναντούσα δηλαδή τον ήχο ΑΝ, τον έγραφα με κεφαλαία, για να τονίσω την υπόθεση που κρύβουν λέξεις όπως ψυχΑΝεμίζομαι, ΑΝάγνωση, ΆΝνα, θΆΝατος, ΆΝθρωπος, ΑΝείπωτο, ξΑΝά, ΑΝάλογα, ΑΝοιχτό, ΚΑΝείς, επΑΝάσταση, ΆΝτρας.

Μου αρέσει που η λέξη ΆΝτρας αρχίζει με ένα ΑΝ. Η λέξη γυΝΑΙκα από την άλλη, έχει μέσα της το ΝΑΙ. Δεν ξέρω αν βγάζει νόημα αυτό το λογοπαίγνιο, αλλά ούτως ή άλλως τη γενιά μας την κατηγορούν συχνά για ΑΝάπηρο γλωσσικό αισθητήριο. Για γρίφους και συμβολισμούς από το πουθενά, για άσκοπο χάσιμο μέσα στις λέξεις, για ΑΝαζήτηση νοήματος εκεί που δεν υπάρχει. Ίσως επειδή μας έλειψε το νόημα το καθαρό και το σαφές, αδειάσανε οι λέξεις μας στο πάτωμα, ψάχνουμε να τις ξΑΝαγεμίσουμε. Συγχωρήστε μας κι όταν με το καλό βρεθείτε σπίτι σας αργότερα απόψε, βάλτε ν’ ακούσετε λίγο Waterboys, το τραγούδι λέγεται The PΑΝ Within.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, σε ό, τι ακολουθεί θα προσπαθήσω να σκεφτώ τα ενδεχόμενα. Θα σκεφτώ για παράδειγμα τι θα συνέβαινε αν η ΆΝνα δεν είχε ξυπνήσει ποτέ μέσα στη νύχτα με την αγωνία να θυμηθεί το όνομά της, τι θα συνέβαινε αν ο Δημήτρης δεν είχε επιλέξει το δρόμο του θΑΝάτου, και τέλος, τι θα συνέβαινε αν ο κόσμος μπορούσε απλά να αλλάξει ΑΝτί να τελειώσει…

Προκειμένου να διερευνήσω τις πιθανές αποδόσεις των ΑΝωτέρω υποθέσεων, θα χρησιμοποιήσω τρία διακείμενα, προσπαθώντας έτσι να ΑΝαδείξω και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου αφηγηματικές τεχνικές του βιβλίου. Αναφέρομαι εδώ στη διακειμενικότητα, τη δημιουργία δηλαδή πολλαπλών κειμενικών στρωμάτων κάτω από τα οποία ο ΑΝαγνώστης αισθάνεται διαρκώς το επίμονο ρεβίθι της βασικής ιστορίας που το συγκεκριμένο «κείμενο» θέλει να διηγηθεί.

Διακείμενο Πρώτο και γνωστό: το Αν του Κίπλινγκ. Η Μαρία είναι βέβαια γυναίκα συγγραφέας, νομίζω ωστόσο πως θα επικροτήσει εδώ την επιλογή της μετάφρασης Βάρναλη για λόγους με την ευρύτερη έννοια πολιτικούς. Ο Κίπλινγκ λοιπόν, 117 χρόνια πριν, απευθυνόμενος στο γιο του, υπέθετε πως

Αν να κρατάς καλά μπορείς
το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τα έχουν χαμένα και σ’ εσέ
της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία,

Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς
τον ίδιο τον εαυτό σου, όταν ο κόσμος
δεν σε πιστεύει κι αν μπορείς
δίχως να χάνεις την υπομονή σου κι

Αν οι άλλοι σε συκοφαντούν,
να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμα, κι

Αν σε μισούν εσύ ποτέ
σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό ή τον πολύ
σοφό στα λόγια,

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς
και να μην είσαι δούλος των ονείρων
[…]

δική σου θάναι τότε η γη
μ’ όσα και μ’ ό, τι απάνω της κι αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ,

ΑΝτρας αληθινός θάσαι
παιδί μου.

Το όνειρο, η αλήθεια, η εμπιστοσύνη και ο αυτοσεβασμός είναι έννοιες που κατά Κίπλινγκ όταν διέπονται από μέτρο κάνουν τον ΆΝθρωπο άρχοντα της γης. Μήπως ο κόσμος τέλειωσε όταν πέσανε απ’ τη γη όλες οι αξίες, σαν να μη λειτουργούσε πια ο νόμος της βαρύτητας; Ή μήπως η Άννα έπεσε απ’ τη γη γιατί δεν ΆΝτεξε τον παραλογισμό του κόσμου;

Διακείμενο Δεύτερο: «Άδικος πόλεμος δεν υπάρχει. Η βία κι η επανάσταση είναι οι μόνες αγνές πράξεις».

Ατάκα από την ταινία If… του Λίντσεϊ Άντερσον, παραγωγής 1968, που παρουσιάζει τη σύγκρουση μιας καταπιεσμένης γενιάς έφηβων μαθητών με το κατεστημένο που αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς το αυστηρό ιδιωτικό σχολείο στο οποίο φοιτούν.  Στην ταινία, οι πρακτικές της βίας και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται στην εκπαιδευτική σκακιέρα οδηγούν σε ένα σουρεαλιστικό επαναστατικό ξέσπασμα. Το σχολείο τυλίγεται στις φλόγες κι έτσι τελειώνει ο κόσμος τους.

Άκουσα τις προάλλες τη Μαρία σε μια συνέντευξή της να λέει πως ο μονόλογος της Άννας –κλεισμένος μέσα στην παρένθεση του ΑΝ και του ΝΑ–  είναι τρόπον τινά ένας φόρος τιμής στη γραφή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα σκεφτεί στην πρώτη μου ΑΝάγνωση του βιβλίου. Διαβάζοντάς το όμως ξΑΝά, νομίζω πως κατάλαβα με ποιον τρόπο αυτή η αποσπασματική και αινιγματική παρένθεση στο Πώς τελειώνει ο κόσμος παραπέμπει στον κόσμο της Καραπάνου. Η απουσία, ο θάνατος και η αυτοκτονία, θέματα κοινά στις δυο συγγραφείς, ερμηνεύονται από αυτές ως ακραίες και βίαιες πράξεις κατά της ανθρωπότητας. Οι ήρωές τους καλούνται λοιπόν να ΑΝασυνθέσουν τις ΑΝείπωτες ιστορίες των βιβλίων τους, πρωταγωνιστώντας στα κενά που αυτές οι πράξεις αφήνουν.

Ποια βία έθρεψε τη βία της πράξης του Δημήτρη; Ποιο έλλειμμα παιδείας με την ευρύτερη έννοια άφησε ατάιστο το πιο πεινασμένο του κομμάτι, εκείνο που βορά του θα είχε μόνο την αγάπη; Γιατί στράφηκε η βία του ενάντια στον εαυτό του, κι όχι ενάντια στο σύστημα που δεν τον αφομοίωνε; Τι θα συμβεί στο βιβλίο αν ο Δημήτρης βάλει φωτιά σ’ ό,τι τον καίει, σ’ ό, τι του τρώει την ψυχή, αν ΑΝατρέψει τη βαρύτητα, κι αντί να πέσει από την ταράτσα πετάξει στον ουρανό; Πώς θα τελειώσει ο κόσμος του;

Απαντώ με Διακείμενο Τρίτο: Pink Floyd’s Αν.

Ιf I were alone, I would cry,
If I were with you
I’d be home and dry
And if I go insane
will you still let me join in with the game?

Η μοναξιά και το κλάμα της, η συντροφιά, το σπίτι κι η σιγουριά ότι κάποιος θα σε αντέξει, ακόμα κι αν φτάσεις στα όρια της τρέλας. Ότι δεν θα βγεις στο περιθώριο. Συνειρμικά σκέφτομαι τα marginalia, σημειώσεις έξω απ’ το κείμενο, στο περιθώριο της σελίδας. Αναρωτιέμαι πόσα τέτοια marginalia έχουνε μείνει έξω απ’ το βιβλίο της Μαρίας και γιατί. Πόσες εναλλακτικές εκδοχές και πόσες πιθανότητες για αλλαγή και μεταμόρφωση του κόσμου της περιθωριοποίησε η συγγραφέας πριν τον τελειώσει. Και αναλογίζομαι τις τελεολογίες του 2012, σε σύγκριση με τον αέρα αλλαγής που έπνεε στον κόσμο τις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα, όταν ακόμα υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν πως «η αξία του κάθε ανθρώπου πρέπει να μετριέται ΑΝάλογα με την ικανότητά του ν’ αλλάζει τις ζωές των άλλων», κατά τη διατύπωση του Ταρίκ Αλί στο κείμενό του Έφοδος στον Ουρανό. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος, διαδέχτηκε το «πώς αλλάζει ο κόσμος». Αλλά, όπως λέει κι ο Μισέλ Μπιτόρ, «Πρέπει να αλλάξουμε τη ζωή. Κάθε μυθιστόρημα που δε μας βοηθά σ’ αυτό το σκοπό, έστω και χωρίς τη θέληση του συγγραφέα του, είναι σύντομα ή μακροπρόθεσμα αναπόφευκτα καταδικασμένο». Και το Πώς τελειώνει ο κόσμος δεν είναι ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Γιατί είναι ένα μυθιστόρημα υποθέσεων, ένα μυθιστόρημα ΑΝοιχτό, που ευθαρσώς αποφαίνεται ότι δεν υπάρχουν απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, κι ότι, ακόμα κι αν υπήρχαν, δεν θα ήταν δουλειά της συγγραφέως να μας τις υποδείξει. Γιατί με έτοιμες απαντήσεις σε ήδη γνωστά ερωτήματα κΑΝείς δε διασκεδάζει, κανείς δε δεσμεύεται, κανείς δεν επιλέγει, κανείς δεν αλλάζει.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχετε τατουάζ ή πόσοι σκέφτεστε να κάνετε. Διαλέγω ωστόσο, απ’ όλο το βιβλίο, εδώ να παραθέσω για τελείωμα μια εγγραφή στο σώμα. Γιατί νομίζω ότι όλες οι ιστορίες του βιβλίου κάπως έτσι καταλήγουν, με μια ουλή, ένα σημάδι, με έναν τρόπο να χαράξουν οι ήρωες ένα χνάρι τους πάνω στον κόσμο που τελειώνει –πριν τελειώσει– με έναν λυγμό (και όχι μ’ έναν πάταγο):

Μια μέρα αποφάσισε ότι ήθελε επιτέλους κάτι μόνιμο στη ζωή του, και πήγε και χτύπησε ένα τατουάζ – ένα τριαντάφυλλο που μόλις το είδε ο Δημήτρης έβαλε τα γέλια. «Μη με παρεξηγήσεις, αλλά περίμενα κάτι… κάτι πιο αντρίκειο» κατάφερε να του πει ανάμεσα στα χαχανητά. Ο Ορέστης όμως ήταν ευτυχισμένος με το τριαντάφυλλό του. Όταν δεν ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, το κοιτούσε και βεβαιωνόταν ότι ήταν ο ίδιος πάντα άνθρωπος, τυλιγμένος στο ίδιο δέρμα. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει στο Δημήτρη. […] Ήταν κάτι που θα το κρατούσε για τον εαυτό του και μόνο.

Στο απόσπασμα που σας διάβασα, χρειάστηκε να παραλείψω μια πρόταση, όχι για να μην πω την επίμαχη λέξη, αλλά για να μην προδώσω το μυστικό του Ορέστη, μιας και τα μυστικά των ηρώων κάθε βιβλίου δικαιούνται να τα γνωρίζουν μόνο οι αναγνώστες του. Γι’ αυτό και, όπως ίσως παρατηρήσατε, δεν είπα λέξη για Φανή, που όλο σκαλίζει μυστικά των άλλων…

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι το Πώς τελειώνει ο κόσμος αρχίζει με την επιστροφή του Ορέστη. Πέρσι, στην παράσταση Ορέστης-Ηλέκτρα 0-1 που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Κουρούμπαλης, ακούστηκε η εξής ατάκα:

«Ορέστη, γύρνα πίσω.
Αυτή είναι μια σκηνή ΑΝαγνώρισης».

Κάτι παρόμοιο θα ήθελα να πω κι εγώ στον μελλοντικό αναγνώστη του Πώς τελειώνει ο κόσμος:

«Αναγνώστη, γύρνα πίσω.
Αυτή είναι μια ιστορία Αναγνώρισης».