art.mag

Ο Γιάννης Φαρσάρης παρουσιάζει το Πώς τελειώνει ο κόσμος στο art.mag:

Η Μαρία Ξυλούρη γράφει ένα βιβλίο για τη μοναξιά της ανθρώπινης ύπαρξης που καταδυναστεύεται από καθημερινές απώλειες, από μικρούς θανάτους. Αντιμετωπίζει τους ήρωές της ως αυθύπαρκτες οντότητες που έχουν τους δικούς τους ιδιωτικούς κόσμους. Κάθε προσωπική τους απώλεια ή διάψευση από τη στιγμή της γέννησής τους, κάθε χωρισμός, κάθε θάνατος αγαπημένου προσώπου, συνιστά αναπόδραστα το τέλος του μικρόκοσμού τους. Στο μυθιστόρημα αποτυπώνεται σταδιακά το πάγωμα της σκέψης και των συναισθημάτων των ηρώων, το άδειασμά τους από όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούσαν το ανθρώπινο κέλυφός τους.

Η Φανή, ο Ορέστης, ο Δημήτρης, ο Φώτης, ο Άκος σπαράζονται από μια διαρκή πτώση υπαρξιακού χαρακτήρα, εκδηλώνοντας με τρόπο ακραίο, ενίοτε και οριακό την αδυναμία του ανθρώπου να συμβιβαστεί με το γεγονός της απώλειας και πολύ περισσότερο του θανάτου. Με την απουσία ή το θάνατο αγαπημένων προσώπων, οι ήρωες βιώνουν κατά ένα τρόπο τον προσωπικό τους θάνατο, την απώλεια του προσώπου τους, το οποίο είχε διαμορφωθεί υπό τη σκιά των απολεσθέντων ανθρώπων.

Αντί λοιπόν να αναζητήσουν το αληθινό τους πρόσωπο μέσα στις νέες συνθήκες, επιχειρούν απλώς να συντηρήσουν την αυταπάτη ότι τα αγαπημένα τους πρόσωπα δεν έφυγαν ποτέ από κοντά τους.

Το οριστικό τέλος του κόσμου βέβαια δεν επέρχεται για τους ήρωες του μυθιστορήματος, όσο οι μικρές απώλειες ή οι μικροί θάνατοι επιβιώνουν στη μνήμη τους ή στη μνήμη όσων αφηγούνται την ιστορία της ζωής εκείνων που έφυγαν από τη ζωή. Η λυτρωτική δύναμη της μνήμης συνίσταται στο ότι παρέχει στον άνθρωπο τη δύναμη να διατηρεί ζωντανούς τους κόσμους του, ή τους κόσμους των αγαπημένων του, όσες φορές κι αν οι κόσμοι αυτοί έχουν καταρρεύσει κατά το παρελθόν, ακόμα κι αν έχει επέλθει στη ζωή κάποιων το αμετάκλητο τέλος, ο θάνατος. Τι συμβαίνει όμως στις ζωές των εμπλεκόμενων με αυτόν που «φεύγει» προσώπων; Πώς συνεχίζουν οι ζωές τους;

«Μου είναι ξεκάθαρο ότι όταν πεθάνω θα πεθάνει κι ο κόσμος. Ο κόσμος όπως τον αντιλαμβάνομαι, είναι ο μόνος κόσμος που υπάρχει για μένα, κι αφού δεν θα υπάρχω, ούτε αυτός θα υπάρχει. Έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα. Δυσκολεύομαι όμως να χωνέψω το πώς θα είναι χωρίς εμένα οι άλλοι κόσμοι που με περιέχουν. Δεν θα υπάρχω, αλλά αυτοί θα συνεχίζουν».

Οι ήρωες συνθέτουν τις πολλαπλές επιμέρους αντιλήψεις από τη ζωή, σε μια ενιαία εικόνα έντονα φορτισμένη με το στοιχείο της υποκειμενικότητας. Προσκολλημένοι σε ποιοτικά δεδομένα της πραγματικότητας, όπως είναι οι λέξεις, τα χρώματα, οι ήχοι, οι οσμές, συχνά περιέρχονται σε σύγχυση εξαιτίας της πολλαπλότητας των φαινομένων, τα οποία φαντάζουν αντιφατικά μεταξύ τους. Και είναι αυτή ακριβώς η εμπειρία που τους οδηγεί στην αίσθηση ότι η ζωή που ζουν είναι αβίωτη.

Η υπόθεση μυστηρίου που εκτυλίσσεται παράλληλα, συνδέει αριστοτεχνικά πολλά, άσχετα εκ πρώτης όψεως γεγονότα και πρόσωπα μεταξύ τους σε ένα ατελείωτο γαϊτανάκι αλληλοεμπλεκόμενων ιστοριών κι επεισοδίων. Σε αντίθεση με την αρχική εντύπωση, ότι όλα στη ζωή συμβαίνουν δίχως ιδιαίτερο λόγο, όσο προχωρά η εξιστόρηση φαίνεται πως τίποτα τελικά δεν είναι τυχαίο, ή ασύνδετο με τον χαρακτήρα, τις προσωπικές επιλογές, και την στάση ζωής μας -ούτε ο ίδιος μας ο θάνατος.

«Αν δεις τον άνθρωπο σαν τις ιστορίες του, θα πρέπει να παραδεχτείς ότι αυτές οι ιστορίες περιλαμβάνουν και τις ιστορίες άλλων ανθρώπων, ανθρώπων που έζησαν κάποτε, που ζουν τώρα, που θα ζήσουν αύριο, η μια ιστορία δίπλα στην άλλη, η μια ιστορία μέσα στην άλλη, η μια ιστορία μετά την άλλη, από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις;».
Οι σύνθετες και πολυεπίπεδες ιστορίες των ανθρώπων, αποτελούν την πολύτιμη πρώτη ύλη για ένα συγγραφέα, ο οποίος καλείται να τη διαχειριστεί και να την ταξινομήσει. Όπως αναφέρει στη συνέχεια η συγγραφέας: «Και σκέφτομαι ότι γι’ αυτό γράφει κανείς, για να φτιάξει μια αρχή κι ένα τέλος, σε κάτι που δεν έχει αρχή και τέλος, για να ελέγξει το ανεξέλεγκτο. Για να πιστέψει ότι βρήκε μια απάντηση, ότι υπάρχει ένα νήμα που τα ενώνει όλα αυτά, για να διαλέξει ένα νόημα ανάμεσα σε πολλά. Το χαρτί δεν είναι ζωή, είναι μια απλοποίησή της».

Για την Ξυλούρη, η προσωπική εκδοχή της συντέλειας των κόσμων των ηρώων της, με την οποία οι τελευταίοι καλούνται κάθε φορά να συμφιλιωθούν, δεν επηρεάζει την ίδια τη ζωή, η οποία συνεχίζεται, παραβλέποντας τα καθημερινά δράματά τους. Η συγγραφέας με τη σειρά της καλείται να συνθέσει τα επιμέρους κομμάτια ενός κόσμου κρυμμένου πίσω από την κατ’ αίσθηση εμπειρία, αναζητώντας την αρμονία μέσα από μυστικές σχέσεις και συσχετισμούς.

«Αυτό που καταλαβαίνουμε για τον κόσμο, δηλαδή, γιατί ο πραγματικός κόσμος όπου ζούμε όλοι, αυτός δεν μας χρειάζεται, υπήρχε χωρίς εμάς και θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμα κι αν αφανιστούμε».

Ένα θέμα που απασχολεί επιπροσθέτως τη συγγραφέα είναι πώς δομούνται οι ερωτικές σχέσεις των ηρώων της. Ο έρωτας θεάται περισσότερο ως καταφύγιο από τη μοναξιά, ως λύση ανάγκης. Οι ήρωες αδυνατούν να ζήσουν χωρίς ερωτικό σύντροφο και μοιάζουν αμήχανοι να βάλουν τέλος σε μία ερωτική σχέση, ιδίως όταν αυτή είναι μακροχρόνια. Η συγγραφέας δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για το πώς ο ένας ερωτικός σύντροφος αφομοιώνεται σταδιακά από τον άλλο σε μία σχέση, έτσι που ο τελευταίος χάνει τα στοιχεία του χαρακτήρα του που συνέθεταν στο παρελθόν την ιδιαιτερότητά του.

«Όταν είσαι καιρό μ’ έναν άνθρωπο, γίνεται κάτι σαν αντικατοπτρισμός σου. Μερικές φορές δυσκολεύεσαι να καταλάβεις πού τελειώνεις εσύ και αρχίζει αυτός. Είναι εκεί, ακόμα κι όταν δεν τον αισθάνεσαι κι όταν λείπει, λείπει ένα κομμάτι σου».

Ο χρόνος στον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή θα λέγαμε ότι είναι ιδιότυπα γραμμικός προς τα πίσω, τουλάχιστο στο πρώτο μισό του βιβλίου. Στο δεύτερο μισό επανέρχεται η γνώριμη χρονική γραμμικότητα των γεγονότων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εγκιβωτισμένες ιστορίες, αναδρομές στο παρελθόν ή προσημάνσεις. Φαίνεται πάντως πως ο χρόνος συμπυκνώνεται στο παρόν, στο οποίο εμπεριέχεται με ένα τρόπο το παρελθόν και το μέλλον των ηρώων.

Οι χρονικές ανακολουθίες που οδηγούν την αφήγηση να κινείται από το παρόν στο παρελθόν, συντελούνται μέσα από τις σκέψεις των ηρώων, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της μοντερνιστικής αντίληψης περί υποκειμενικής αίσθησης της πραγματικότητας και περί της ατομικής συνείδησης των ηρώων.

Η γλωσσική εκφορά της Ξυλούρη είναι λιτή και τολμηρή ταυτοχρόνως. Επιλέγει προσεκτικά λέξεις συναισθηματικά φορτισμένες, για να αποδώσουν την αγωνία των ηρώων της, ενώ δε διστάζει ακόμα και να κατακερματίσει λέξεις προκειμένου να τις μετουσιώσει σε αγωνιώδεις κραυγές.

Ένα θέμα βεβαίως που φαίνεται να απασχολεί τη συγγραφέα είναι μήπως η γλώσσα, ως όχημα κωδικοποίησης των σκέψεών μας, καταδυναστεύει, παραποιεί και τελικά προδίδει τη σκέψη. Πολύ συχνά η γλώσσα αποδεικνύεται ανήμπορη να αποδώσει φευγαλέες ιδέες, νοητικές εξάρσεις, αδιευκρίνιστα ψυχικά βιώματα.

«Η ζωή είναι ένα μεγαλοπρεπές τίποτα χωρίς σκοπό, μια μαύρη τρύπα που τη σκεπάζουμε με κουρελόχαρτα, με επινοήσεις, με θεούς και δαίμονες, με αφηγήσεις – εντέλει: με λέξεις που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε, με λέξεις που μας απαιτούν για να υπάρξουν ως τέτοιες, αλλά που δεν είναι τίποτα πέρα από αυτό: λέξεις. Ίσως όχι τόσο θνητές όσο εμείς, θνητές όμως κι αυτές».

Η γλώσσα καθιστά απρόσωπα και επίπεδα τα συναισθήματά μας, ακριβώς επειδή οι λέξεις διακρίνουν την πιο συνηθισμένη λειτουργία, την πιο κοινότοπη άποψη κάθε πράγματος, αφού αυτή είναι περίπου η ίδια για όλους τους ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν.

Όπως γράφει ο Μπερξόν το 1900: «Ακόμη και μέσα στον ατομικό μας εαυτό, η ατομικότητά μας μάς διαφεύγει. Κινούμαστε ανάμεσα σε γενικότητες και σε σύμβολα».

Το νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη απευθύνεται σε αναγνώστες που δεν αρκούνται σε μια απλή εξιστόρηση γεγονότων. Ο αναγνώστης του βιβλίου θα ξαφνιαστεί από την τεχνική της αφήγησης, από τα νοήματα, από τη μεστή διαγραφή των χαρακτήρων.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το μυθιστόρημα διαπνέεται από την πεποίθηση των ηρώων του, ότι η ζωή που ζούμε δεν είναι βιώσιμη όσο εμείς οι άνθρωποι επιχειρούμε να αναλύσουμε κάθε επιμέρους συστατικό της. Η συγγραφέας αναφέρει: «είναι ψέμα το ότι καταλαβαίνοντας τη ζωή ζούμε καλύτερα, στην πραγματικότητα καταλαβαίνοντας τη ζωή την κάνουμε αβίωτη: αναλύουμε το καθετί στα συστατικά του και καταλήγουμε να μην μπορούμε να δούμε ως σύνολο, να εκτιμήσουμε ότι είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμά τους…»

Και καταλήγει: «Φτιάχνεις ένα ανθρώπινο περίγραμμα και το περιφέρεις ως εαυτό, ελπίζοντας ότι αρκεί, ελπίζοντας ότι θα γεμίσει».