Η κοπέλα που γράφει, η κοπέλα που ζει

[Το κείμενο της Ελένης Γκίκα για την παρουσίαση του Πώς τελειώνει ο κόσμος στον Ιανό, 21/11/2012]

«H κοπέλα που γράφει» και η κοπέλα που ζει

Μια σκιά κρυμμένη πίσω από μιαν άλλη σκιά

«Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να ξεχνάς τα τραύματα, να κρατάς τα θαύματα, να εκτιμάς τα θραύσματα σαν να μπορούν, πράγματι, να συγκροτήσουν ένα σύνολο που να βγάζει νόημα». Έτσι γράφει, ακριβώς έτσι το γράφει η συγγραφέας Μαρία Ξυλούρη και με άφθαρτο τρόπο, με τον δικό της μυθιστορηματικό τρόπο, το επιτυγχάνει αυτό, το μπορεί.

«O κόσμος είναι οι λεπτομέρειες» διαβάζουμε στις σημειώσεις ενός ηρώα της, του Δημήτρη.

Και η Μαρία, ως η Μαρία που ξεπροβάλει φευγαλέα μέσα από την ιστορία και μας κλείνει το μάτι είναι «η κοπέλα που γράφει».

Η κοπέλα που γράφει για την ζωή της γενικά και για την δική της γενιά ειδικά.

Υπογράφοντας ένα μυθιστόρημα σαν ψηφιδωτό και σαν σπείρα.

Η ζωή και το αίνιγμά της, η αλήθεια και ο αντικατοπτρισμός.

Η καθημερινότητα και το εφήμερο αλλά κι αθάνατό της.

Η καθημερινότητα και η λογοτεχνία.

Ο κόσμος των νεκρών κι ο κόσμος των ζωντανών.

Η τεράστια παρουσία της απουσίας. Σε όλες της τις εκφάνσεις. Χωρισμός, θάνατος, μοναξιά.

Στις 352 πυκνογραμμένες σελίδες του, με έναν τρόπο μεταμοντέρνο και κατακερματισμένο (μεγάλες περιόδους, παραγράφους και παρενθέσεις), η Μαρία Ξυλούρη ξαναγράφει ή μάλλον ξαναδιαβάζει τη ζωή.

Στις σελίδες της, μια παρέα που είναι σχεδόν όλος ο κόσμος.

Η Φανή που διαβάζει το ένα βιβλίο πίσω απ’ το άλλο προσπαθώντας να καταλάβει εκείνο που ζει. Ο Ορέστης που φεύγει ακολουθώντας την Κατσαρίδα, εκείνη με τα κόκκινα μαλλιά. Και ο Φώτης που έρχεται. Ο Δημήτρης που ξεκινά ως παύλα, ξεγραμμένος, και αντίστροφα επιστρέφει στο βιβλίο όπου κατορθώνεται ό,τι δεν γίνεται ποτέ στη ζωή. Και ο Άκος, το αγόρι που θα μπορούσε να έχει την λύση. Συνθέτουν στα πλέον λεπτά και λεπτομερή συστατικά τους αυτό που θα μπορούσε να είναι το Νόημα, αυτό που μας δίδεται χωρίς να το επιδιώξουμε, εκείνο το δώρο όπως επιμένουν πολλοί, τη ζωή.

Κεντρικός άξονας, η Άννα. Το κορίτσι με τα πράσινα μάτια, κι η αδελφή του Δημήτρη. Εκείνη που ξεκινά σαν υπόθεση «Αν» και τελειώνει χωρίς ποτέ της να καταλήξει (ποιος είπε ότι έχει Κεντρική Ιδέα και Δίδαγμα η ζωή αυτή καθαυτή;) σαν υπόδειξη: «Να».

Θα μπορούσε να…

Στο μεταξύ, χρονικά όλα γίνονται ανάκατα. Αποδεικνύοντας ότι στο παρελθόν που δεν είναι εποχή τετελεσμένη -ποιος το ’πε;- υπάρχει τελικά, εκεί κρύβεται, το Μεγάλο Σασπένς.

Η αφήγηση σαν σκυταλοδρομία. Αρχικά η πλευρά του Ορέστη, ο Δημήτρης είναι ήδη μια παύλα ανάμεσα σε δυο ημερομηνίες και η Άννα έχει ήδη χαθεί. Και μετά, η πλευρά του Φώτη. Για ν’ αρχίσει σαν δίνη ένα παραγωγικότατο παρελθόν. Η Φανή που προσπαθεί να το διαβάσει στις λεπτομέρειες με συνεχείς λογοτεχνικές αναφορές. Δεν αντέχει χωρίς τα βιβλία ούτε ζωή, ούτε και πένθος. Ο Άκος, όσο επιστρέφουν προς τον πυρήνα -εξάλλου είναι κι ο τελευταίος που είδε την χαμένη Άννα-, «το θανατάκι», ο εγγονός του Σκευοφύλακα γερο- Θάνατου που προφητεύει θάνατο αντί για ζωή.

Στο κουκούτσι, η Άννα, κατακερματισμένη, κομμάτια και θρύψαλα, με έναν τρόπο και συγγραφικά και εκδοτικά αριστουργηματικό – η Άννα είναι κάπου στο κέντρο,  τα- μη-αριθμισμένα-κομμάτια-της, σαν παράλληλο σύμπαν, το αινιγματικό σύμπαν της Άννας, εκείνο που σκορπά τον θάνατο και γεννά την δημιουργία, για να την ερμηνεύσουν γράφουν οι πάντες, γεννά δηλαδή μέσα από τον υποτιθέμενο θάνατο, τη Ζωή.

Και η ανάδυση τελικά. Από το τέλος του κόσμου, στην αναπαράστασή του, από την Φανή και τον Φώτη, ως τον Ορέστη αντίστροφα, στην επιφάνεια πάλι, με λεπτομέρειες που κατέχουν το σύμπαν και σελίδες αγαπημένων που είναι ωσεί συγγενείς. Ο Μουρακάμι κι οι γάτες του, ο κύριος Κουρδιστό-πουλί και τα πηγάδια του, ο Φραγκιάς και το χάος που μας γέννησε, η Ζατέλη και η μυθολογία της καθημερινότητας, ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας με όλα του, τα βιβλία του και την αυτοκτονία του. Η Μαρία που γράφει και η Μαρία που τα ζει.

Τα βιβλία, στο βιβλίο, ζώντες οργανισμοί: «Η Φανή διαβάζει το βιβλίο ψάχνοντας τον Δημήτρη, έχει άραγε νόημα να το διαβάσει ξοπίσω της ο Φώτης ψάχνοντας τη Φανή;»

Οι ιστορίες, μια αλυσίδα, είτε αυτό είναι βιβλίο είτε η ίδια μας η ζωή:

Πώς θ’ αποφασίσεις ότι η ιστορία ξεκινάει εδώ κι όχι εκεί, ότι περιλαμβάνει αυτό αλλά όχι εκείνο; Αν δεις τον άνθρωπο σαν τις ιστορίες του, θα πρέπει να παραδεχτείς ότι αυτές οι ιστορίες περιλαμβάνουν και τις ιστορίες άλλων ανθρώπων, ανθρώπων που έζησαν κάποτε, που ζουν τώρα, που θα ζήσουν αύριο, η μία ιστορία μετά την άλλη, από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις; Και να σκέφτομαι ότι γι’ αυτό γράφει κανείς, για να φτιάξει μια αρχή κι ένα τέλος σε κάτι που δεν έχει αρχή και τέλος, για να ελέγξει το ανεξέλεγκτο. Για να πιστέψει ότι βρήκε μια απάντηση, ότι υπάρχει ένα νήμα που τα ενώνει όλα αυτά, για να διαλέξει ένα νόημα ανάμεσα σε πολλά. Το χαρτί δεν είναι ζωή, είναι μια απλοποίησή της.

Η ζωή μας, στο μικροσκόπιο: «η ιστορία τους ήταν μια συνεχής γραμμή, κι όχι επεισόδια και λεπτομέρειες σκόρπια θρύψαλα στο πάτωμα». Και η αλήθεια, από παντού ανοιχτή: «όλα αυτά είναι πράγματα που υπάρχουν κι έχουν νόημα στη δική μας εκδοχή του κόσμου». Η λήθη, επιβίωση: «υπάρχει λόγος που ξεχνάνε οι άνθρωποι· ξεχνάνε για να ζήσουν».

Η μάσκα, ανάγκη: «Να προσέχεις το περιτύλιγμά σου γιατί το περιτύλιγμά σου είναι το μόνο που έχεις. Μην αφήσεις να δουν τα κομμάτια μέσα», «Τα κομμάτια. Αυτά είναι το μόνο που είναι», «Ονειρεύεται ένα χάπι που θα σε κάνει να ξεχνάς ότι αυτό που είσαι είναι μια συρραφή από κομμάτια». (Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου, έτσι δεν λέει κι ο ποιητής;)

Η εκδοχή εκείνου-που-ποτέ-δεν-συνέβη, απόλυτα υπαρκτή: «Είναι περίεργο να σου λείπει κάτι που δεν είχες ποτέ, σκεφτόταν η Φανή, γιατί δεν σου λείπει μια πραγματικότητα με τα χαμόγελα και τις δυστυχίες της, αλλά μια φαντασίωση που την είχες χτίσει με τα πιο ακριβά σου υλικά».

Η μνήμη, πανούργα, και πάντοτε εκ των υστέρων: «Ποτέ δεν τα κατάφερνα να θυμηθώ τα γενέθλια της Ουρανίας. Απ’ όταν πέθανε, τα θυμάμαι πάντα». Και στο μεταξύ, σε ένα μικρόσκοσμο και στο μικροσκόπιο, όλη η γη: «Στο κέντρο ενός μικρού δωματίου που θα μπορούσε να είναι το κέντρο του κόσμου».

Με φθαρμένα υλικά, νεκρές από την κατάχρηση λέξεις:

Η Δώρα εμφανίζεται στην πόρτα. Έχουν μεταμορφωθεί σε πρωταγωνιστές σαπουνόπερας. Κακός φωτισμός, κακόγουστα σκηνικά, ρουτινιάρικα κάδρα, αλλαγή πλάνου απ’ το ένα πρόσωπο στο άλλο, βαρύ μακιγιάζ, υπερβολικές εκφράσεις που πάνε να μιμηθούν τις εκφράσεις των ανθρώπων, λόγια χιλιοειπωμένα. (Η φωνή του Δημήτρη στο κεφάλι του: «Μα τι νομίζεις, όλα όσα ζούμε τα έχουνε ζήσει χιλιάδες άνθρωποι πριν από εμάς, έτσι που έχουμε βιώματα-κουρέλια, λέξεις-κουρέλια απ’ την πολλή χρήση. Είμαστε οπλισμένοι με κουρέλια, έτσι πολεμάμε». Ξέρει ότι ο Δημήτρης δεν τα είχε πει ποτέ όλα αυτά).

Και, για να μη χάσουμε τον έλεγχο ή για να βγάλουμε άκρη, με χάρτινους ήρωες, και δανεικά: «Μα εγώ σ’ έφτιαξα, έξω από μένα δεν είσαι». «Στη σελίδα 144 θα σταματήσω να υπάρχω». Ιστορίες αλλόκοτες κι όνειρα. Με τα όνειρα, όπως και τα βιβλία, όμως, πιο αληθινά από τα αληθινά: «Μερικές φορές σκέφτεται ότι αυτή η γυναίκα υπάρχει πραγματικά κι αυτός που δεν υπάρχει έξω από το δικό της όνειρο είναι ο ίδιος. Ίσως ο Φώτης να μην είναι παρά επινόησή της. Αν τη δει ποτέ ξύπνιος, θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει, αλλά πάλι μπορεί κι εκείνη να προσπαθήσει να τον σκοτώσει». «Αν η ζωή είναι μυθιστόρημα μπορώ να σκοτώσω τον συγγραφέα;» «Του είχε πει κάποτε η Ουρανία ότι ίσως να μην είμαστε παρά το όνειρο που βλέπει ένας άλλος».

Ένα όνειρο, όπου ο κάθε θάνατος, η κάθε απουσία είναι και το τέλος του. Εάν κι εφόσον εκείνο το όνειρο είναι η όντως ζωή: «όταν πέθανε η μικρή θεία, η Φανή σκέφτηκε ότι με κάθε θάνατο τελειώνει ο κόσμος- ένας κόσμος ολόκληρος, μεγάλος ή μικρός’ οι περισσότεροι δεν είναι ούτε μια υποσημείωση…»

Και για να υπάρξουν, ακριβώς, απ’ «το κορίτσι που γράφει». Όλ’ αυτά ξαναγράφονται. Με σημασία στην αποκαλυπτική λεπτομέρεια. Κάθε παράγραφος κι αίνιγμα. Πού να ξέρεις πόσα ζει και κρύβει κανείς:

Καθένας νομίζει ότι όλα γύρω του υπάρχουν επειδή υπάρχει ο ίδιος, ότι όλα πρέπει να είναι ένα σχέδιο οργανωμένο για να φτάσει αυτός εδώ και να επιτελέσει το σκοπό του, ας μην ξέρει ποιος είναι ο σκοπός του, αλλά ο κόσμος συνεχίζει χωρίς αυτόν, δεν τον έχει ανάγκη να υπάρξει. Η ζωή είναι ένα μεγαλοπρεπές τίποτα χωρίς σκοπό, μια μαύρη τρύπα που τη σκεπάζουν με κουρελόχαρτα, με επινοήσεις, με θεούς και δαίμονες, με αφηγήσεις – εντέλει: με λέξεις που μας απαιτούν για να υπάρξουν ως τέτοιες, αλλά και που δεν είναι τίποτα πέρα από αυτό: λέξεις. Ίσως όχι τόσο θνητές όσο εμείς, θνητές όμως κι αυτές.

Ο καθένας τους «μια σκιά κρυμμένη πίσω από μια άλλη σκιά».

Γι’ αυτό τον λόγο, ακόμα κι εκείνη που γράφει, μια Αλίκη που αλλάζει πρόσωπα αναλόγως την εποχή: «Κάθε τετράδιο είναι μια εκδοχή του εαυτού του που πέρασε, αλλά χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε».

Το μυθιστόρημα, μια προέκταση της ζωής: «Ο άντρας της την κράτησε στο σπίτι βέβαιος ότι έτσι η γυναίκα θ’ ανασταινόταν».

Αλλ’ όμως ταυτοχρόνως κι ο Θάνατος αυτής καθαυτής της ζώσας ζωής:

«Οι λέξεις σκοτώνουν αυτό που προσπαθούν να πουν, τα “σ’ αγαπώ” υπάρχουν όσο δεν λέγονται, σκεφτόταν».

Η αγάπη, η Μεγάλη Παγίδα: «αγαπούσε απλώς την ιδέα του ν’ αγαπάει κάποιον, έναν άνθρωπο υπαρκτό», «ο θάνατός του ήταν που είχε κάνει την αγάπη της αθάνατη».

Και κάπου εκεί και η συγγραφική ειλικρίνεια, η αποκάλυψη. Του μυθιστορήματος που όμως είναι και μια πρωτότυπη θέαση της ζωής:

Το σκέφτομαι γραμμένο σε σπείρα, σαν το δίσκο της Φαιστού, με κέντρο του την Άννα. Από αυτή θα αναπτύσσονται όλα σπειροειδώς. Γύρω απ’ αυτήν. Όταν θ’ αρχίζει το βιβλίο, κι οι δυο τους θα είναι ήδη νεκροί, κι εμείς θα προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε την απουσία σε ιστορία για να ζήσουμε.

Και η Μαρία που αυτό το ανέφικτο κατορθώνει τελικά να το γράψει, να το υποτάξει:

Τους σκοτώνει και τους κάνει αφήγηση.

Τους πενθεί με τον μόνο τρόπο που ξέρει, διαβάζοντας.

Σαν τον Κασάρες τους διασώζει στην δική της Εφεύρεση, δημιουργώντας για να τους κάνει αθάνατους, τον δικό της Μορέλ.

Υπογράφοντας κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζει, και «το βιβλίο του εαυτού της», υπογράφοντας το βιβλίο της γενιάς της και της εποχής, δηλαδή, το βιβλίο της ζωής.

Ένα μυθιστόρημα που είναι, τελικά, πρόταση, είναι θέαση κι ανάγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτής καθαυτής της ζωής.

Από μια σημαντική συγγραφέα που αρκεί να αφηγείται εκείνο που βλέπει. Απ’ εκεί που τα βλέπει. Αρκεί.