Πατρίδα

Συνέντευξη στην εφημερίδα Πατρίδα, δημοσιευμένη στις 9/4/2012:

Σε πολύ μικρή ηλικία και με μόλις δύο βιβλία σε κυκλοφορία, έχετε καταφέρει να δημιουργήσετε το προσωπικό σας στιλ, κάτι που εξέπληξε ακόμα και τους κριτικούς, ποιο είναι το «μυστικό;»

Ελπίζω να ισχύει πράγματι αυτό, γιατί είναι, νομίζω, ένα βασικό ζητούμενο για κάθε συγγραφέα. Αλλά αν υπάρχει κάποιο «μυστικό» ή «συνταγή», μου διαφεύγει. Ο μόνος τρόπος που ξέρω είναι να δουλεύω όσο περισσότερο γίνεται: πολύ διάβασμα, πολύ γράψιμο και ακόμα περισσότερες διορθώσεις.

Ποια είναι η σύνδεση ανάμεσα στο «Rewind» και το «Πώς τελειώνει ο κόσμος»;

Κοιτάζοντας τον πίνακα περιεχομένων του «Πώς τελειώνει ο κόσμος» ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι υπάρχει ένα χρονικό κενό στο βιβλίο. Αυτό το κενό είναι ο χρόνος του «Rewind». Προχωρώντας στην ανάγνωση του βιβλίου θα διαπιστώσει, επίσης, ότι κάποιους ήρωες τους ξέρει από το «Rewind»: τη Φανή, πρώτα πρώτα, αλλά και τον Ορέστη και τον Δημήτρη, που έκαναν κι αυτοί σύντομα περάσματα από το «Rewind».

Επί της ουσίας, το «Rewind» γεννήθηκε μέσα από τη διαδικασία γραφής του «Πώς τελειώνει ο κόσμος», γι’ αυτό και συνδέονται: είναι βιβλία που διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο και έως ένα βαθμό μπορούν να διαβαστούν σαν παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Όμως, είναι γραμμένα έτσι ώστε να διαβάζονται αυτόνομα. Το ένα δεν αποτελεί συνέχεια του άλλου, για να διαβάσεις το «Πώς τελειώνει ο κόσμος» δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει το «Rewind». Αν και θα με ενδιέφερε, όταν τελειώσει κάποιος το «Πώς τελειώνει ο κόσμος», να επιστρέψει στο «Rewind», αν το έχει ήδη διαβάσει, ή να το διαβάσει τώρα για πρώτη φορά, και να δει πού συναντιούνται τα βιβλία και πού αντιπαρατίθενται.

Ο φόβος της απώλειας και του θανάτου αποτελούν κινητήρια δύναμη για να γράφετε;

Νομίζω ότι η απώλεια κι ο θάνατος υπάρχουν, λίγο πολύ, σε όλα τα βιβλία, είτε αυτό είναι εμφανές είτε όχι. Στην πραγματικότητα τα θέματα της λογοτεχνίας είναι λίγα. Ο θάνατος είναι ένα από αυτά τα λίγα. Εν μέρει γράφουμε ελπίζοντας να τον καταλάβουμε, να τον αποδεχτούμε και, με κάποιο τρόπο, να τον νικήσουμε – να ζήσουμε, παρόλα αυτά.

Γιατί επιλέξατε να ονομάσετε το μπλογκ σας «Δωμάτιο Πανικού»;

Όταν έφτιαξα το μπλογκ, είχε μόλις κυκλοφορήσει το πρώτο μου βιβλίο· δεν είχα ιδέα τι υποδοχή θα συναντούσε κι η έκθεση με τρομοκρατούσε. Οπότε το να το ονομάσω «Δωμάτιο Πανικού» μου φάνηκε πολύ ταιριαστό. Εξακολουθεί να μου φαίνεται ταιριαστός τίτλος, αφού με την έκδοση του δεύτερου βιβλίου, ο πανικός παραμένει – για να μην πω ότι εντείνεται κιόλας.

Η αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες, σας εμπνέει;

Καταρχάς να πω ότι είναι απαραίτητη. Όποιος εκδίδει βιβλίο το κάνει για να διαβαστεί, για να ανοίξει μια συζήτηση με τους αναγνώστες. Οπότε είναι λογικό κι αναμενόμενο, αφού μιλήσει εκείνος με το βιβλίο του, να πάρουν τη σκυτάλη εκείνοι.

Πολλές φορές εκπλήσσομαι από τον τρόπο που διαβάζουν οι αναγνώστες τα κείμενά μου. Διακρίνουν πράγματα που δεν είχα προσέξει ή τα διαβάζουν με τρόπο που εγώ δεν είχα σκεφτεί· μερικές φορές μου δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν το βιβλίο που διάβασαν είναι όντως το βιβλίο που έγραψα. Αλλά κάθε βιβλίο είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, συνδημιουργία αναγνώστη και συγγραφέα, αφού κάθε αναγνώστης το διαβάζει με τη δική του ματιά, παιδεία και ευαισθησία, και δεν υπάρχουν δύο αναγνώστες απολύτως ίδιοι μεταξύ τους. Το τέλος του «Rewind», για παράδειγμα, που είναι για μένα πολύ ξεκάθαρο, πολλοί αναγνώστες το διάβασαν αλλιώς. Αυτό με προβλημάτισε πολύ σε σχέση με το «Πώς τελειώνει ο κόσμος»: εφόσον τα δύο βιβλία συνδέονται, αναγκαστικά έπρεπε να το γράψω με το τέλος του «Rewind» ως δεδομένο. Πώς λοιπόν θα διαβάσει ο αναγνώστης το «Πώς τελειώνει ο κόσμος», όταν του ανατρέπει την εντύπωση που είχε για το τέλος του «Rewind»; Αποφάσισα να κρατήσω τη δική μου οπτική για το τέλος του «Rewind» (δεν μπορώ να προσαρμόζω τα βιβλία μου σε έναν υποτιθέμενο «αναγνωστικό μέσο όρο», το βρίσκω υποτιμητικό για τους αναγνώστες αυτό), ελπίζοντας να οδηγήσω τους αναγνώστες σε μια δεύτερη, διαφορετική ανάγνωσή του.

Για το «Πώς τελειώνει ο κόσμος» μου έχουν ήδη γράψει μερικές ιστορίες με το βιβλίο ως αφορμή. Τις διαβάζω με ενδιαφέρον, σαν παραλειπόμενα ή παράρτημά του· είναι κομμάτι μιας διαρκούς συζήτησης με τους αναγνώστες.

Η Κρήτη τι ρόλο έχει παίξει στην πορεία σας;

Δεν νομίζω ότι μπορώ να συνοψίσω τον ρόλο της σε μερικές γραμμές. Εδώ μεγάλωσα, η οικογένειά μου ακόμα εδώ βρίσκεται, πολλοί φίλοι μου επίσης. Αν είχα μεγαλώσει αλλού θα μιλούσαμε, μάλλον, για μια διαφορετική Μαρία.

Αποτελείτε, όπως παραδέχονται πολλοί, «δυνατό χαρτί» για το αύριο της λογοτεχνίας στη χώρα μας. Θεωρείτε ότι υπάρχει μέλλον για τα βιβλία;

Δεν ξέρω πόσο δυνατό χαρτί είμαι ή δεν είμαι. Καταλαβαίνω ότι πλέον υπάρχουν προσδοκίες από μένα. Αυτό το βλέπω σαν ένδειξη ότι κάτι κάνω καλά, δεν σας κρύβω, όμως, ότι μερικές φορές με αγχώνει. Όπως και να έχει, θα το δείξει ο καιρός – θέλω να πιστεύω ότι έχω ακόμα αρκετά βιβλία μπροστά μου και προτιμώ να με απασχολούν αυτά τα βιβλία, και όχι οι προσδοκίες. (Στο κάτω κάτω, παρά τις προσδοκίες, αν δεν ξαναγράψω δεν θα σταματήσει ο κόσμος να γυρίζει.)

Όσο για το μέλλον των βιβλίων, είναι μια συζήτηση που κρατάει πολλά χρόνια. Κάθε τόσο, για παράδειγμα, γίνεται λόγος για το τέλος του μυθιστορήματος. Και την ίδια ώρα που γίνεται αυτή η συζήτηση, μυθιστορήματα συνεχίζουν να γράφονται και να διαβάζονται.

Ας πω, λοιπόν, αυτό: όσο υπάρχουν άνθρωποι που γοητεύονται από τις ιστορίες, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα τις αφηγούνται και άνθρωποι που θα τις διαβάζουν. Είτε τις διαβάζουν στο χαρτί, είτε στην οθόνη, το βασικό είναι ότι θα τις διαβάζουν.