Σώχωρα

ktel
Έντεκα το πρωί μιας καλοκαιρινής μέρας που κανένας δεν θα σκεφτεί να καταγράψει στην ώρα της, κι έτσι θα μείνει έρμαιο της μνήμης και των αφηγήσεων, ένας ψηλός ξερακιανός άντρας κατεβαίνει από το καταϊδρωμένο λεωφορείο του ΚΤΕΛ στα Σώχωρα, ορεινό χωριό του νομού Δ., υψόμετρο 720 μέτρα, πληθυσμός 17 ψυχές καταπώς ακούγεται αλλά όχι καταπώς φαίνεται, χωριό που το γνωρίζουν μόνο όσοι κάνουν τη διαδρομή του ΚΤΕΛ προς τα επόμενα χωριά, κι όσοι το διασχίζουν βιαστικοί με τα αγροτικά για άλλους προορισμούς, και ο καθένας μόνο μια-δυο φορές στη ζωή του έχει δει άνθρωπο να περπατά στους δρόμους του, συνήθως έναν γέρο διπλωμένο στα δύο από τα χρόνια που, το ξέρουν αλλά δεν το ομολογούν, αν γυρνούσε να τους κοιτάξει καταπρόσωπο θα πέτρωναν.

Αλλά να τώρα που ο ψηλός ξερακιανός σηκώνεται και λέει «Στάση» και αισθάνονται οι συνεπιβάτες του να απλώνεται ακαριαία από τους κροτάφους ως τα ακροδάχτυλα ηλεκτρισμός, και πασχίζουν να θυμηθούν πότε, αν ποτέ, έχουν οι ίδιοι δει να ξαναγίνεται αυτό, να κατεβαίνει οποιοσδήποτε στα Σώχωρα, αλλά η μνήμη ανασύρει μια μόνο φορά ακόμα –μια άλλη αξιομνημόνευτη μέρα που ωστόσο ούτε εκείνη είχε σκεφτεί κανείς να την καταγράψει στην ώρα της κι έτσι σύντομα πέρασε στη ζοφερή επικράτεια του «Πριν καναδυό χρόνια», όπου αυτά τα καναδυό χρόνια μπορεί να ήταν και δεκαετίες–, όταν στη διαδρομή της επιστροφής προς την πόλη, στο μισοξεχαρβαλωμένο στέγαστρο της στάσης στα Σώχωρα στεκόταν μια γυναίκα, και μάλιστα νέα γυναίκα, όχι ο καμπούρης εκείνος γέροντας, μια γυναίκα που έκανε νόημα στον οδηγό να σταματήσει και ανεβαίνοντας στο λεωφορείο του επέδειξε αντί εισιτηρίου –άρα όχι πριν από καναδυό δεκαετίες, αν είναι αλήθεια, σκέφτεται τώρα ο Κώστας του Ζηρού στη γαλαρία, που θυμάται ότι πριν από καναδυό δεκαετίες ακόμα πλήρωναν εισπράκτορα για τη διαδρομή– ένα κόκκινο πούλι από αυτά που έχουν τα τάβλια, το οποίο ο οδηγός δέχτηκε σαστισμένος, αφού ποτέ σε όλα τα χρόνια του στο ΚΤΕΛ δεν του είχε τύχει να παραλάβει επιβάτη από τα Σώχωρα. Η γυναίκα ανέβασε στο λεωφορείο ένα δερμάτινο βαλιτσάκι που ζήτημα να χωρούσε ένα νυχτικό και μια βούρτσα, κι ένα κομψό κλουβάκι με έναν ζωηρόχρωμο μελισσοφάγο, ράχη και κεφάλι καστανοκόκκινα, σώμα γαλαζωπό, λαιμός αξέχαστα κίτρινος· ο οδηγός δεν την κατσάδιασε να τα βάλει στον χώρο των αποσκευών κάτω παρά την άφησε να πιάσει δύο καθίσματα, ένα αυτή, ένα ο μελισσοφάγος κι η βαλίτσα, και στο λεωφορείο βούιζαν οι ερωτήσεις που θα της έκαναν οι συνεπιβάτες της αν κατάφερναν να ξαναβρούν τη λαλιά τους, αλλά όταν την ξαναβρήκαν, η γυναίκα είχε κατέβει στην πόλη κι είχε τρέξει κι είχε προλάβει να περάσει τη διάβαση και να χαθεί σε ένα σοκάκι και δεν την ξανάδαν, μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν για εκείνη –ότι ήταν ψηλή, ότι δεν ήταν, ότι ήταν ξανθιά, όχι, ήταν καστανή, όχι, τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα με σκόρπια λευκά, ότι φορούσε ένα φόρεμα γκριζογάλανο, όχι, φορούσε ένα μαύρο φόρεμα που μπλάβιζε στο φως, ότι τα νύχια της ήταν μακριά και βαμμένα μαύρα, όχι, τα νύχια της ήταν κοντά και ροζ σαν του παιδιού, ότι σε όλη τη διαδρομή τους έλεγε ότι έφευγε, επιτέλους, για τα καλά από τα Σώχωρα, όχι, σε όλη τη διαδρομή δεν είχε βγάλει λέξη–, έτσι που πλέον όλα τα γύρω χωριά ήξεραν για τη γυναίκα και τον μελισσοφάγο και όσοι είχαν έστω μια φορά περάσει από τα Σώχωρα με το ΚΤΕΛ ισχυρίζονταν ότι κι αυτοί τους είχαν δει, μιαν εκδοχή τους έστω –ανάλογα το χρώμα του φουστανιού και των μαλλιών και της ομιλιτικότητας που είχε αποφασίσει καθένας τους για τη γυναίκα· για τον μελισσοφάγο κανείς δεν είχε να πει τίποτα πέρα από το ότι ήταν στο κλουβί του–, ότι κι αυτοί ήταν στο λεωφορείο, από πεντάχρονα μειράκια έως ογδοντάχρονα γερόντια.

Τώρα, λοιπόν, ο ψηλός ξερακιανός είναι όρθιος στον διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, και κόβει τον κακοκλιματισμένο αέρα του λεωφορείου στα δυο, και ξαναλέει στον οδηγό, «Στάση», ενώ οι συνεπιβάτες κοιτούν πότε τον ξερακιανό, πότε τα κόκκινα κουμπιά της στάσης, πότε τον οδηγό, πότε τον δρόμο έξω να βεβαιωθούν, εδώ είναι Σώχωρα, να η έρημη, μισοξεχαρβαλωμένη στάση, τα ίδια δέντρα που θεριεύουνε αφρόντιστα, ακλάδευτα, τα ίδια αμπαρωμένα σπίτια μαζεμένα σαν γατιά να λιάζονται πίσω από την πλατεία, η ίδια σωχωρίτικη ακινησία και σιωπή, και ο οδηγός αναρριγεί και γυρνά και τον κοιτά, «Εδώ;» ρωτά, και ο ξερακιανός μονάχα γνέφει. Το λεωφορείο σταματά· ο άντρας κατεβαίνει· τεντώνονται στα παράθυρα να προλάβουν μια τελευταία φορά το πρόσωπό του πριν φύγουν (αργότερα ο Κώστας του Ζηρού θα υποστηρίξει ότι είχε μούσι πυκνό κι ο Αλέξης του Καπάνταη ότι στα μάγουλα δεν είχε μήτε σκιά). «Πού πας;» του φωνάζει ο οδηγός, κι εκείνος, τα πόδια του σταθερά δρασκελίζοντας προς την άδεια πλατεία, η γυρισμένη πλάτη του μια τέλεια καστανοκόκκινη ευθεία, το παντελόνι του ανεξήγητα γαλάζιο, απαντά χωρίς να γυρίσει να τους ρίξει ματιά, «Πάω στη θάλασσα».

*Πρώτη δημοσίευση στη σειρά «Ο ήρωας του καλοκαιριού» του Έθνους και στο Fractal.

Σπαθόλουρο

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ειπώθηκε, όταν πέθανε, ότι ήταν μανιώδης του στοιχήματος, κι αυτό ήταν που του κόστισε τη ζωή του, αφού πρώτα κατέστρεψε τη ζωή της οικογένειάς του, παρότι η οικογένειά του παρευρέθηκε σύσσωμη στην κηδεία και δεν έλειψαν μάλιστα και τα δάκρυα («Τι να κάνουν κι αυτοί» σχολίασε κάποια κυρία· ήθελε να προσθέσει ότι και τα καθάρματα όλο και κάποιος βρίσκεται να τα πενθήσει, εφόσον για κάποιους δεν ήταν καθάρματα ή τέλος πάντων ήταν τα δικά τους καθάρματα, δεν πρόλαβε όμως να το πει επειδή κάποιος από παραδίπλα ξερόβηξε κοιτάζοντάς τη με νόημα· έπρεπε να τηρηθεί η ευπρέπεια που ο μακαρίτης είχε μέχρι τέλους αποφασίσει να μην τηρεί, ακόμα και μετά θάνατον να μην του γίνει το χατίρι). Το τελευταίο στοίχημα το είχε βάλει με τον εαυτό του (αυτό, βεβαίως, δεν το γνώριζαν οι μακαρίως ή άλλως πώς πενθούντες): πόσο θα ζήσω ακόμα· ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κοιτούσε εναγωνίως το ρολόι στον τοίχο ενώ δίπλα του η γυναίκα του ακολούθησε το βλέμμα του και μετά γύρισε στον γιο του (τον μεγάλο, ο μικρότερος είχε πάει στην κουζίνα να πιει νερό) «Πάει, χάθηκε»· εννοούσε ότι ο άντρας της είχε πια χάσει την επαφή με τον κόσμο τούτο (τη λίγη που είχε, τέλος πάντων) και ό,τι στερνές κουβέντες είχαν να του πουν θα πήγαιναν στον βρόντο (όπου, βεβαίως, είχαν πάει και όλες οι προηγούμενες)· στον ίδιο βρόντο θα έπρεπε να πάνε, μπαίνοντας από το ένα αφτί και βγαίνοντας από το άλλο, τυχόν στερνές κουβέντες που είχε εκείνος να πει σε αυτούς· όσο για τον τότε ετοιμοθάνατο και νυν μακαρίτη, για λίγο νόμισε πως η γυναίκα του ήξερε τα περί στοιχήματος και αυτό εννοούσε πως είχε χαθεί· πράγμα που δεν ήταν αλήθεια (ότι το ήξερε, αλλά κυρίως το ότι είχε χαθεί), είχε ήδη ζήσει μάλιστα και σχεδόν μισό λεπτό παραπάνω· οπότε, «Όχι» είπε, και με αυτό το όχι τους άφησε, ευχαριστημένος· «Οχιά» είπε ο γιος του, μα ο πατέρας του αυτό δεν το άκουσε.

*Πρώτη δημοσίευση: Ανθρώπινο #2

4 3 2 1

4321
Καινούργιος Πολ Όστερ στα τέλη Ιανουαρίου του 2017: το 4 3 2 1 είναι η ιστορία (ή οι ιστορίες) του Άρτσι Φέργκιουσον, γεννημένου ακριβώς έναν μήνα μετά τον συγγραφέα του, σε 880 σελίδες (πιο πολυσέλιδος Όστερ δεν παίζει να υπάρχει σε κανένα σύμπαν).