η αχρηστία της γραφής

Η υπέροχη αχρηστία της γραφής

Τον Οκτώβρη του 2006, ο Πολ Όστερ τιμήθηκε με το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ισπανίας, το βραβείο του Πρίγκιπα των Αστουριών, με το οποίο στο παρελθόν έχουν τιμηθεί ο Άρθουρ Μίλερ, o Μάριο Βάργκας Λιόσα και ο Γκίντερ Γκρας. Το παρακάτω κείμενο είναι η ομιλία που εκφώνησε στη βράβευση, εξηγώντας τι είναι αυτό που κάνει τη γραφή, κατά τη γνώμη του υπέροχα άχρηστη, τόσο θεμελιώδη. Οι ιστορίες, λέει ο Όστερ, είναι απαραίτητες στον άνθρωπο, γι αυτό και «κανείς ποτέ δεν πρέπει να υποτιμά τη δύναμη των βιβλίων», όπως γράφει στο Brooklyn Follies – ακόμα κι αν η μόνη τους δύναμη είναι ότι «όταν ένας άνθρωπος έχει την τύχη να ζει μέσα σε μια ιστορία, να ζει μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο, τα βάσανα αυτού του κόσμου εξαφανίζονται. Γιατί, για όσο συνεχίζεται η ιστορία, η πραγματικότητα δεν υπάρχει πλέον».

Paul_Auster_Asturias

Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτό που κάνω. Αν ήξερα, πιθανότατα δεν θα ένιωθα την ανάγκη να το κάνω. Το μόνο που μπορώ να πω, και το λέω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα, είναι ότι νιώθω αυτή την ανάγκη από την αρχή της εφηβείας μου. Μιλώ για το γράψιμο, και συγκεκριμένα, το γράψιμο σαν όχημα να πεις ιστορίες, φανταστικές ιστορίες που ποτέ δεν συνέβησαν σε αυτό που αποκαλούμε «πραγματικό κόσμο». Σίγουρα είναι ένας παράξενος τρόπος να περάσεις τη ζωή σου – να κάθεσαι μόνος σ’ ένα δωμάτιο μ’ ένα στιλό στο χέρι , ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, παλεύοντας να βάλεις λέξεις σε φύλλα χαρτί για να γεννηθεί αυτό που δεν υπάρχει παρά μόνο στο μυαλό σου. Για ποιο λόγο θα ήθελε οποιοσδήποτε να κάνει κάτι τέτοιο; Η μόνη απάντηση που μπόρεσα ποτέ να σκεφτώ είναι: γιατί πρέπει να το κάνεις, γιατί δεν έχεις επιλογή.

Αυτή η ανάγκη να φτιάξεις, να δημιουργήσεις, να επινοήσεις είναι, δίχως αμφιβολία, μια θεμελιώδης ανθρώπινη παρόρμηση. Αλλά με ποιο σκοπό; Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η τέχνη, και συγκεκριμένα η τέχνη της μυθιστοριογραφίας, σε αυτό που λέμε πραγματικό κόσμο; Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν – ή τουλάχιστον, κανέναν σκοπό με πρακτικό αντίκρισμα. Κανένα βιβλίο δεν γέμισε ποτέ το στομάχι ενός πεινασμένου παιδιού. Κανένα βιβλίο δεν εμπόδισε μια σφαίρα να μπει στο σώμα ενός θύματος φόνου. Κανένα βιβλίο δεν εμπόδισε ποτέ μια βόμβα να πέσει πάνω σε αθώους πολίτες καταμεσής του πολέμου.

Σε μερικούς αρέσει να πιστεύουν ότι μια παθιασμένη αγάπη για την τέχνη μπορεί όντως να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους – πιο δίκαιους, πιο ηθικούς, πιο ευαίσθητους, πιο συμπονετικούς. Ίσως είναι αλήθεια – σε μερικές σπάνιες, μεμονωμένες περιπτώσεις. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ ξεκίνησε σαν καλλιτέχνης. Τύραννοι και δικτάτορες διαβάζουν μυθιστορήματα. Φονιάδες στη φυλακή διαβάζουν μυθιστορήματα. Και ποιος μπορεί να πει ότι τα βιβλία δεν τους προσφέρουν την ίδια ευχαρίστηση που προσφέρουν σε όλους τους άλλους;

Με άλλα λόγια, η τέχνη είναι άχρηστη, τουλάχιστον σε σύγκριση, ας πούμε, με τη δουλειά ενός υδραυλικού, ενός γιατρού, ή ενός μηχανικού στα τρένα. Αλλά είναι η αχρηστία κάτι κακό; Σημαίνει η έλλειψη πρακτικής χρησιμότητας ότι τα βιβλία και οι πίνακες και τα κουαρτέτα εγχόρδων είναι απλώς χάσιμο του χρόνου μας; Πολλοί άνθρωποι το πιστεύουν. Αλλά θα έλεγα ότι αυτή η ίδια αχρηστία της τέχνης είναι που της δίνει την αξία της, και ότι η καλλιτεχνική δημιουργία είναι που μας ξεχωρίζει από όλα τα άλλα πλάσματα που κατοικούν σε αυτόν τον πλανήτη, ότι είναι, ουσιαστικά, αυτό που μας καθορίζει ως ανθρώπους.

Να κάνεις κάτι για την απλή ευχαρίστηση και την ομορφιά τού να το κάνεις. Σκεφτείτε τον κόπο, τις ατέλειωτες ώρες εξάσκησης και πειθαρχίας που απαιτούνται για να γίνει κάποιος ολοκληρωμένος πιανίστας ή χορευτής. Όλες τις δοκιμασίες, τη σκληρή δουλειά, τις θυσίες για να πετύχεις κάτι που είναι τελείως και υπέροχα… άχρηστο.

Η επικράτεια της πεζογραφίας, ωστόσο, είναι κάπως διαφορετική από αυτή των άλλων τεχνών. Το μέσο της είναι η γλώσσα, και η γλώσσα είναι κάτι που μοιραζόμαστε με τους άλλους, κοινό σε όλους μας. Από τη στιγμή που μαθαίνουμε να μιλάμε, γεννιέται μέσα μας μια πείνα για ιστορίες. Όσοι από εμάς μπορούμε να θυμηθούμε τα παιδικά μας χρόνια θα θυμόμαστε επίσης με πόσο ενθουσιασμό απολαμβάναμε τις ιστορίες που μας έλεγαν για να κοιμηθούμε, όταν ο πατέρας ή η μητέρα μας καθόταν πλάι μας στο μισοσκόταδο διαβάζοντας από ένα βιβλίο με παραμύθια.

Όσοι από εμάς είμαστε γονείς, δεν είναι δύσκολο να φέρουμε στο μυαλό την εκστατική προσοχή στα μάτια των παιδιών μας όταν τους διαβάζουμε. Γιατί αυτή η έντονη επιθυμία να ακούσουν; Τα παραμύθια είναι συχνά σκληρά και βίαια, γεμάτα αποκεφαλισμούς, κανιβαλισμό, γκροτέσκες μεταμορφώσεις και σατανικές μαγγανείες. Θα νόμιζε κάποιος ότι όλα αυτά είναι πολύ τρομακτικά για ένα μικρό παιδί, όμως αυτό που τέτοιες ιστορίες επιτρέπουν στο παιδί να βιώσει είναι ακριβώς μια συνάντηση με τους ίδιους του τους φόβους και τα εσωτερικά του μαρτύρια, σε ένα απολύτως ασφαλές και προστατευμένο περιβάλλον. Τέτοια είναι η μαγεία των ιστοριών – μπορούν να μας τραβήξουν στα βάθη της κόλασης, αλλά τελικά είναι ακίνδυνες.

Μεγαλώνουμε, αλλά δεν αλλάζουμε. Γινόμαστε πιο εκλεπτυσμένοι, αλλά στο βάθος εξακολουθούμε να μοιάζουμε με τους νεαρούς εαυτούς μας, ανυπόμονοι να ακούσουμε την επόμενη ιστορία, και μετά την επόμενη, και την επόμενη. Εδώ και χρόνια, σε κάθε χώρα του δυτικού κόσμου, αναρίθμητα άρθρα γράφονται το ένα μετά το άλλο, θρηνώντας επειδή ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι διαβάζουν βιβλία, επειδή έχουμε μπει σε αυτό που κάποιοι έχουν αποκαλέσει «μετα-εγγράματη» εποχή. Αυτό ίσως είναι αλήθεια, αλλά, την ίδια ώρα, δεν έχει μειώσει την παγκόσμια λαχτάρα για ιστορίες.

Τα μυθιστορήματα δεν είναι η μόνη πηγή, στο κάτω κάτω. Οι ταινίες και η τηλεόραση, ακόμα και τα κόμικς βγάζουν τεράστιες ποσότητες από φανταστικές αφηγήσεις και το κοινό εξακολουθεί να τις καταβροχθίζει με πάθος. Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται ιστορίες. Τις χρειάζονται σχεδόν τόσο απεγνωσμένα, όσο χρειάζονται την τροφή, και με όποιο τρόπο κι αν παρουσιάζονται οι ιστορίες –είτε σε μια τυπωμένη σελίδα είτε σε μια οθόνη τηλεόρασης- θα ήταν αδύνατο να φανταστούμε τη ζωή χωρίς αυτές.

Κι ωστόσο, για το μυθιστόρημα, για το μέλλον του μυθιστορήματος, νιώθω αρκετά αισιόδοξος. Οι αριθμοί δεν μετράνε όταν μιλάμε για βιβλία, γιατί υπάρχει μόνο ένας αναγνώστης, κάθε φορά μόνο ένας αναγνώστης. Αυτό εξηγεί τη μοναδική δύναμη του μυθιστορήματος και το λόγο που, κατά τη γνώμη μου, δεν θα πεθάνει ποτέ σαν φόρμα. Κάθε μυθιστόρημα είναι μια επί ίσοις όροις συνεργασία του συγγραφέα και του αναγνώστη και είναι το μοναδικό μέρος του κόσμου που δύο άγνωστοι μπορούν να συναντηθούν μέσα σε απόλυτη οικειότητα.

Έχω περάσει τη ζωή μου συζητώντας με ανθρώπους που ποτέ δεν είδα, ανθρώπους που ποτέ δεν θα γνωρίσω, και ελπίζω να συνεχίσω μέχρι τη μέρα που θα πάψω να αναπνέω.

Είναι η μόνη δουλειά που θέλησα ποτέ μου.

O Όστερ χαιρετά το κοινό επιδεικνύοντας το βραβείο του Πρίγκηπα των Αστουριών. Ο Όστερ έχει πολλούς και πιστούς αναγνώστες στην Ισπανία· η Ευρώπη, γενικά, υπήρξε πολύ πιο ενθουσιώδης και πρόθυμη ν’ αγκαλιάσει το έργο του απ’ ό,τι οι ΗΠΑ. Σε μια συνέντευξή του με τον συγγραφέα για το λογοτεχνικό ένθετο των <i>New York Times</i> το 1992, ο Άνταμ Μπέγκλεϊ παρατηρούσε ότι ενώ στη Νέα Υόρκη ο συγγραφέας ήταν σχεδόν άγνωστος, μια καλτ φιγούρα, και τα βιβλία του δεν πουλούσαν αρκετά, στην Αγγλία και στη Γαλλία προκαλούσε αίσθηση και οι ταξιτζήδες στη Γερμανία του ζητούσαν αυτόγραφο. Ακόμα και σήμερα, που είναι ένας από τους πιο λαμπερούς συγγραφείς στις ΗΠΑ, είναι πολύ πιο αναγνωρίσιμος στην Ευρώπη.

O Όστερ χαιρετά το κοινό επιδεικνύοντας το βραβείο του Πρίγκηπα των Αστουριών. Ο Όστερ έχει πολλούς και πιστούς αναγνώστες στην Ισπανία· η Ευρώπη, γενικά, υπήρξε πολύ πιο ενθουσιώδης και πρόθυμη ν’ αγκαλιάσει το έργο του απ’ ό,τι οι ΗΠΑ. Σε μια συνέντευξή του με τον συγγραφέα για το λογοτεχνικό ένθετο των New York Times το 1992, ο Άνταμ Μπέγκλεϊ παρατηρούσε ότι ενώ στη Νέα Υόρκη ο Όστερ ήταν σχεδόν άγνωστος, μια καλτ φιγούρα, και τα βιβλία του δεν πουλούσαν αρκετά, στην Αγγλία και στη Γαλλία προκαλούσε αίσθηση και οι ταξιτζήδες στη Γερμανία του ζητούσαν αυτόγραφο. Ακόμα και σήμερα, που είναι ένας από τους πιο λαμπερούς συγγραφείς στις ΗΠΑ, είναι πολύ πιο αναγνωρίσιμος στην Ευρώπη.