βιογραφία

Όσο ονειρεύεσαι, υπάρχει πάντα μια έξοδος

Μας λέει ότι τον λένε Πολ Όστερ, αλλά μπορεί να κυκλοφορεί στους δρόμους με χίλια δύο άλλα ονόματα, αναγραμματισμούς, ίσως, του δικού του, ή σε χίλιες δύο εκδοχές, αντικατοπτρισμούς του οστεώδους προσώπου του με τη χαρακτηριστική μύτη. Κατάφερε να στοιχειώσει σελίδες ολάκερες, ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του καιρού μας, δημιουργός ενός κατάδικού του κόσμου που υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας και ανοίγει τις ρωγμές του να μας ρουφήξει σε ένα λαβύρινθο συμπτώσεων, παραλόγου, ανεπάρκειας και αμφισημίας των λέξεων – έναν λαβύρινθο γεμάτο καθρέφτες που ποτέ δεν ξέρεις ποιον καθρεφτίζουν.

PaulAuster

«Πάντα μιλάμε για την προσπάθεια να “μπούμε μέσα” στον συγγραφέα για να καταλάβουμε καλύτερα το έργο του. Αλλά όταν φτάνεις εκεί, δεν υπάρχουν πολλά να βρεις – τουλάχιστον, όχι τόσα που να διαφέρουν από αυτά που θα έβρισκες σε οποιονδήποτε άλλο».

Πολ Όστερ, The New York Trilogy: Ghosts

Ο Πολ Μπέντζαμιν Όστερ γεννήθηκε το 1947 στο Νιου Τζέρζι, από Πολωνοεβραίους γονείς. Αποφασισμένος από έφηβος ότι ο προορισμός του είναι το γράψιμο, σπούδασε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.

Ισχυρίζεται πως όταν τον ρωτούσαν τα παιδιά του γιατί έγινε συγγραφέας τους έλεγε μια ιστορία από την παιδική του ηλικία: παιδί, μετά από έναν αγώνα μπέιζμπολ, έτυχε να βρεθεί μπροστά σ’ έναν σπουδαίο και αγαπημένο του παίκτη. Του ζήτησε αυτόγραφο, όμως πουθενά εκεί κοντά δεν βρέθηκε ένα μολύβι κι έτσι η επιθυμία του έμεινε ανεκπλήρωτη. Από τότε αποφάσισε να έχει ένα μολύβι πάντα μαζί του, για να μην πιαστεί ποτέ ξανά απροετοίμαστος. «Αν μη τι άλλο, τα χρόνια με δίδαξαν αυτό: αν υπάρχει ένα μολύβι στην τσέπη σου, είναι πολύ πιθανό ότι μια μέρα θα μπεις στον πειρασμό να αρχίσεις να το χρησιμοποιείς» (The Red Notebook).

Γράφει τα πρώτα του ποιήματα και αρχίζει να μεταφράζει, εν είδει άσκησης περισσότερο, Γάλλους ποιητές. Είναι το τέλος της δεκαετίας του ’60, εποχή μεγάλης αναταραχής στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ· το φορτισμένο κλίμα δεν θα τον αφήσει ανεπηρέαστο, ωστόσο θα είναι περισσότερο συμπαθών παρατηρητής παρά ενεργός συμμετέχων. Η σχέση του με τις ριζοσπαστικές ομάδες της εποχής θα έχει ως αποτέλεσμα, όπως θα γράψει αργότερα, ότι μετά την παρακμή και διάλυση του κινήματος σε μικρές ακτιβιστικές ομάδες που ζούσαν έξω από το νόμο, αναγνώρισε σε μια αφίσα του FBI με τους δέκα πιο καταζητούμενους στις ΗΠΑ εφτά γνωστούς του από τα χρόνια του στο Κολούμπια (Hand to Mouth).

Ήδη πριν σταματήσει τις σπουδές του, είχε ταξιδέψει για κάποιο διάστημα στην Ευρώπη. Είχε μάλιστα μπει σε πειρασμό να εγκαταλείψει το Κολούμπια για να ζήσει στη Γαλλία. Τον αποθάρρυνε ένας υπεύθυνος του πανεπιστημίου, υπενθυμίζοντάς του ότι το να παραμείνει φοιτητής ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος ν’ αποφύγει το Βιετνάμ (Hand to Mouth). Η ευρωπαϊκή περιπέτεια, έτσι, αναβλήθηκε γι’ αργότερα· μετά το πανεπιστήμιο, δούλεψε για λίγο σε ένα πλοίο κι έπειτα έφυγε για ένα τετράχρονο στη Γαλλία, όπου, αντιμετωπίζοντας διαρκώς οικονομικές δυσκολίες, συνέχισε να μεταφράζει από τα γαλλικά και να γράφει τα δικά του ποιήματα, που δειλά δειλά κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση σε σχετικά περιοδικά.

Θα επιστρέψει στις ΗΠΑ το 1974, και θα συνεχίσει να ασχολείται με την ποίηση. Εκδίδει μερικές ποιητικές συλλογές που, όπως ομολογεί ο ίδιος, διαβάστηκαν από έναν πολύ στενό κύκλο ανθρώπων, ενώ παράλληλα αρθρογραφεί και συνεχίζει να μεταφράζει.

auster060109Οι οικονομικές δυσκολίες εντείνονται, αφού τώρα είναι και παντρεμένος (με τη συγγραφέα Λίντια Ντέιβις) και αργότερα πατέρας ενός γιου, του Ντάνιελ: μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι καλλιτεχνικές του προσπάθειες θα επισκιάζονται διαρκώς από τη φτώχεια. Η βασική αιτία αυτής της κατάστασης ήταν η προσπάθειά του να αποφύγει τη «διπλή ζωή» άλλων ομοτέχνων του –που ασκούν ένα βιοποριστικό επάγγελμα και γράφουν τα βράδια, τα σαββατοκύριακα, τις διακοπές-, ή τουλάχιστον να εξασφαλίσει μια τέτοια «διπλή ζωή» με τους δικούς του όρους: ο στόχος του ήταν να αφήνει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο της μέρας του ελεύθερο για να γράφει, για αυτό και τον απωθούσε η πλήρης απασχόληση· εξάλλου από πολύ νωρίς είχε διαπιστώσει ότι οι δουλειές γραφείου δεν του ταίριαζαν – η μόνη δουλειά που θέλησε ποτέ να κάνει πραγματικά ήταν του συγγραφέα. Τα χρήματα, ούτως ή άλλως, του ήταν μάλλον απωθητικά: θεωρούσε ότι είχαν παίξει διαβρωτικό ρόλο στο γάμο των γονιών του, των οποίων το διαζύγιο αποδίδει κυρίως στη διαφορετική τους αντίληψη γι’ αυτά.

Όμως αυτή του η απόφαση γινόταν όλο και πιο δύσκολη· ο ίδιος ήταν ολιγαρκής, αλλά πλέον δεν ήταν μόνος του. Η απόγνωσή του τον οδήγησε σε παράξενα διαβήματα: πέρα από το να μεταφράζει σαν τρελός –χωρίς ιδιαίτερα εκλεκτικά κριτήρια-, για καιρό προσπάθησε να πουλήσει ένα παιχνίδι με κάρτες, με θέμα το μπέιζμπολ, ενώ έγραψε σε ελάχιστο χρόνο (και με ψευδώνυμο Πολ Μπέντζαμιν) ένα μυθιστόρημα μυστηρίου για το ίδιο άθλημα, με την ελπίδα να κερδίσει χρήματα (ο τίτλος του βιβλίου είναι Squeeze Play· περιλαμβάνεται στο Hand to Mouth). Αυτές οι απεγνωσμένες απόπειρες απέβησαν άκαρπες: το παιχνίδι δεν βρήκε ποτέ κατασκευαστή και το μυθιστόρημα εκδόθηκε κάποια χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, χωρίς ποτέ να του αποφέρει τα χρήματα που προσδοκούσε. Παράλληλα, μια απόπειρα να ανέβει το πρώτο του θεατρικό έργο θα καταλήξει σε φιάσκο. Στην επιφάνεια τον κρατάει η εύνοια της τύχης, καθώς παίρνει κάποιες υποτροφίες σε κρίσιμες στιγμές.

«Το να γίνεις συγγραφέας δεν είναι μια “απόφαση καριέρας” όπως το να γίνεις γιατρός ή αστυνομικός. Δεν είναι κάτι που διαλέγεις τόσο πολύ όσο κάτι που σε επιλέγει, και από τη στιγμή που αποδέχεσαι το γεγονός ότι δεν είσαι φτιαγμένος για τίποτα άλλο, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να βαδίζεις ένα μακρύ, δύσκολο δρόμο για όλη την υπόλοιπη ζωή σου. Ποτέ δεν θα καταφέρεις να κερδίσεις αρκετά για να ζήσεις, εκτός κι αν αποδειχθείς ευνοούμενος των θεών (κι αλίμονο στον άνθρωπο που θα βασιστεί σε αυτό), κι αν θέλεις να έχεις ένα κεραμίδι από πάνω σου και να μην πεθάνεις της πείνας, πρέπει να αποδεχτείς ότι θα κάνεις κάποια άλλη δουλειά για να πληρώνεις τους λογαριασμούς».

Πολ Όστερ, Hand to Mouth

Το τέλος της δεκαετίας του ’70, λοιπόν, είναι μια εποχή μεγάλης σύγχυσης, αλλά και ανατροπών για τον συγγραφέα, που πλέον απομακρύνεται από την ποίηση· σ’ αυτό το μεταβατικό δημιουργικό στάδιο δύο γεγονότα, με διαφορά ελάχιστων μηνών μεταξύ τους, θα αποδειχθούν καθοριστικά για τη μετέπειτα εξέλιξή του: ο θάνατος του πατέρα του (που θα του αφήσει και μια μικρή κληρονομιά), και το διαζύγιό του με τη Ντέιβις.

paul-auster-7Ψυχικό ράκος, και ζώντας μόνος του πλέον, ξεκινά να γράφει πυρετωδώς, σε μια προσπάθεια να επουλώσει τις πληγές του: το αποτέλεσμα είναι το The Invention of Solitude, ένα βιβλίο απομνημονευμάτων, στα όρια με το μυθιστόρημα, που διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, Portrait of an Invisible Man, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, είναι μια προσπάθεια κατανόησης του πατέρα του, ενός ανθρώπου που πολύ πριν πεθάνει είχε αθόρυβα αποχωρήσει από τη ζωή, και που έκρυβε ένα φοβερό οικογενειακό μυστικό (το οποίο αποκαλύφθηκε τυχαία, μέσω μιας σύμπτωσης: το στοιχείο της σύμπτωσης θα επανέρχεται στη συνέχεια διαρκώς στα βιβλία του). Το δεύτερο, The Book of Memory, σε τριτοπρόσωπη πια αφήγηση, αποτελεί ένα στοχασμό πάνω στη μνήμη, καθώς ο συγγραφέας απομονώνεται σε μια ζωή σχεδόν ασκητική. Το βιβλίο χαρτογραφεί περιοχές που θα εξερευνηθούν ενδελεχώς στα έργα που θα ακολουθήσουν, ορίζοντας και τη στενή σχέση της μυθιστοριογραφίας του συγγραφέα με την αυτοβιογραφία του· σηματοδοτεί, επίσης, την οριστική μετάβασή του από την ποίηση στην πεζογραφία, που είναι αυτή που θα του χαρίσει τη φήμη του στη συνέχεια.

Θα χρειαστεί, βέβαια, πρώτα να γνωρίσει 17 απανωτές απορρίψεις για το πρώτο του μυθιστόρημα, το City of Glass, μια μεταφυσική ιστορία μυστηρίου ή μετα-μυστηρίου, το πρώτο μέρος μιας συναρπαστικής τριλογίας, πριν ένας μικρός εκδοτικός οίκος αναλάβει το ρίσκο, το 1982, να μας γνωρίσει το λαβυρινθώδες, γεμάτο καθρέφτες αφηγηματικό του σύμπαν. Έχει ήδη παντρευτεί για δεύτερη φορά, την επίσης συγγραφέα Σίρι Χούστβεντ, με την οποία θα αποκτήσει μια κόρη, τη Σόφι, ηθοποιό και τραγουδίστρια.

Ο Πολ Όστερ με τη σύζυγό του, Σίρι Χούστβεντ, και την κόρη τους, Σόφι, τον Ιούλιο του 2005.

Ο Πολ Όστερ με τη σύζυγό του, Σίρι Χούστβεντ, και την κόρη τους, Σόφι, τον Ιούλιο του 2005.

Η Τριλογία της Νέας Υόρκης, που περιλαμβάνει ακόμα τα Ghosts και The Locked Room, με την ειρωνική αποδόμηση της αρχετυπικής ιστορίας ντετέκτιβ, τα ζητήματα που θέτει πάνω στη γραφή, τη γλώσσα και την ταυτότητα, στρέφει αρκετά βλέμματα πάνω του. Με τα βιβλία που ακολουθούν μέσα στη δεκαετία του ’80 –τη ζοφερή δυστοπία In The Country of Last Things και το bildungsroman Moon Palace– o Όστερ καθιερώνεται. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, έχοντας προσθέσει στην εργογραφία του τα βιβλία The Music of Chance, Leviathan και το βγαλμένο μέσα από την παράδοση του πικαρέσκο Mr Vertigo, τον Όστερ περικλείει μια αύρα καλτ συγγραφέα στις ΗΠΑ ενώ η φήμη του έχει ήδη εδραιωθεί στην Ευρώπη. Αν και δεν γράφει ποίηση πια, εξακολουθεί να μεταφράζει και να επιμελείται διάφορες εκδόσεις. Στο μέσο της δεκαετίας κάνει και το πολυπόθητο για εκείνον βήμα στον κινηματογράφο, ως σεναριογράφος της ταινίας Smoke (νωρίτερα, το 1993, είχε κυκλοφορήσει μια κινηματογραφική διασκευή του Music of Chance). Η σχετική επιτυχία της ταινίας διευρύνει κάπως το ακροατήριό του· την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και μια συλλογή κειμένων του για τη γραφή με τον τίτλο The Red Notebook, και το 1997 μια αυτοβιογραφία, το Hand to Mouth. Δύο χρόνια αργότερα ο Όστερ επιστρέφει στη μυθοπλασία με το Timbuktu. Παράλληλα, συνεχίζει το φλερτ με το σινεμά (η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, Lulu on the Bridge, κυκλοφόρησε το 1998) ενώ κατά καιρούς απασχολείται σε άλλα πρότζεκτ, όπως για παράδειγμα το βιβλίο Double Game της Σοφί Καλ (πάνω στην οποία βάσισε και τον χαρακτήρα της Μαρίας Τέρνερ στο Leviathan). Σήμερα είναι και αντιπρόεδρος του Pen American Center.

Ο Όστερ κατατάσσεται ανάμεσα στους σπουδαιότερους ζώντες Αμερικανούς συγγραφείς, από τους οποίους ο στενός του φίλος, Ντον ΝτεΛίλο, συγγραφέας του Mao II, του White Noise και του Underworld, καθώς και ο θρυλικός Τόμας Πίνσον του Gravity’s Rainbow, του Vineland και του Mason & Dixon θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι πλησιέστεροι συγγενείς του – με τον Όστερ όμως να φαντάζει ο πλέον «Ευρωπαίος» μεταξύ των τριών.

Από πολλές απόψεις, κυρίως της γλώσσας, της αυτοαναφορικότητας και της διακειμενικότητας, μπορεί να χαρακτηριστεί μεταμοντέρνος – χαρακτηρισμός περιοριστικός, ίσως, που ισχύει περισσότερο για την πρώιμη δουλειά του, και ειδικότερα για την Τριλογία της Νέας Υόρκης. Από τη δεκαετία του ’90, κυρίως, τα βιβλία του Όστερ είναι πιο «ανοιχτά», πιο κοντά στην αφήγηση παρά στη διαρκή αποδόμησή της – περισσότερο μυθιστορήματα, παρά γρίφοι.

Συγγραφέας, το όνομα του οποίου σύμφωνα με τον ποιητή Ρον Σίλιμαν περιλαμβάνεται σίγουρα σε κάθε λίστα των πλέον επινοητικών συγγραφέων των τελευταίων 50 ετών, με κύριο επίτευγμα, σύμφωνα με τον Ντον ΝτεΛίλο, ότι κατασκευάζει μια παραδοσιακή αρχιτεκτονική με εντελώς μοντέρνο εσωτερικό –χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά ότι γνωρίζει καθολική αποδοχή και ότι αυτές οι κρίσεις δεν έχουν αντίλογο-, στο έργο του εντάσσει στοιχεία από τον Κάφκα, συνδυασμένα με επιρροές από τον υπαρξισμό, καθώς επίσης και από τη λακανική ψυχανάλυση. Η λογοτεχνική παράδοση της χώρας του είναι κι αυτή διαρκώς παρούσα, με κύριους διαμορφωτές της γραφής και της σκέψης του τον Ναθάνιελ Χόθορν και τον Χένρι Ντέιβιντ Θορό, καθώς και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, ενώ εμφανείς είναι και οι μπεκετικές χροιές του έργου του.

Στην πρώτη δεκαετία της δεύτερης χιλιετίας, εκδόθηκαν τα The Book of Illusions, Oracle Night, The Brooklyn Follies και Travels in the Scriptorium, η ελληνική μετάφραση του οποίου, με τίτλο Ενοχές δίχως Τύψεις, κυκλοφόρησε πρόσφατα (Αφοί Ζαχαρόπουλοι, ο εκδοτικός οίκος που έχει εκδώσει όλα τα βιβλία του Όστερ στα ελληνικά). Τον Αύγουστο του 2008 εκδόθηκε το Man in the Dark, αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά, και τον Οκτώβριο του 2009 το πιο πρόσφατό του μυθιστόρημα, με τίτλο Invisible.

Μαρία Ξυλούρη

*Ο τίτλος Όσο ονειρεύεσαι, υπάρχει πάντα μια έξοδος είναι από το Oracle Night.

2 thoughts on “βιογραφία

  1. Παράθεμα: Books behind a book « Μαρία Ξυλούρη | Δωμάτιο Πανικού

  2. Παράθεμα: URL

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.