το οστερικό δωμάτιο

Θεατής στο όνειρο ενός άλλου

O τρόπος γραφής και οι ταυτότητες

Γκράφιτι του Τζεφ Αεροζόλ

Γκράφιτι του Τζεφ Αεροζόλ

Για πάνω από δύο δεκαετίες ο Όστερ γράφει ιστορίες που διαδραματίζονται σε ένα παράλληλο σύμπαν, όμοιο αλλά και διαφορετικό ταυτόχρονα από αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό: ένας ιδιότυπος ρεαλισμός, στον οποίο θα πρέπει να αποδεχτείς ότι όλα μπορεί να συμβούν, και θα συμβούν.

«Όσο ακραίες κι αν νομίζουμε ότι είναι οι επινοήσεις μας, ποτέ δεν καταφέρνουν να φτάσουν τα όσα απρόβλεπτα ο πραγματικός κόσμος φέρνει συνεχώς μπροστά μας. Αυτό το μάθημα μου φαίνεται αναπόφευκτο τώρα. Όλα μπορεί να συμβούν. Και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα συμβαίνουν».

Πολ Όστερ, Leviathan

Ιστορίες που συνδέονται η μία με την άλλη, θυμίζουν η μία την άλλη χωρίς, παρόλα αυτά, να είναι απόλυτα ίδιες μεταξύ τους.

paul_auster_1Το Invention of Solitude, αν και όχι καθαρά λογοτεχνικό έργο, είχε ήδη δώσει μια καλή πρόγευση· το New York Trilogy που ακολούθησε (η τριλογία αυτή θεωρείται από πολλούς το σημαντικότερο έργο του) αποτέλεσε την επιβεβαίωση ότι ένας σημαντικός συγγραφέας εμφανίστηκε. Τα βασικά του θέματα τίθενται ήδη εδώ: ο συγγραφέας και οι αναγνώστες ως ντετέκτιβ που, όμως, για να ανακαλύψουν την αλήθεια πρέπει να κάνουν επιλογές, μοντάζ πάνω σε έναν κόσμο ατέρμονων πιθανοτήτων και συμπτώσεων – κάτι, βεβαίως, που κάνει την ίδια την αλήθεια απολύτως απίθανη· οι λέξεις ως συμβάσεις, παγίδες που κρύβουν περισσότερα από όσα φανερώνουν, μαύρες τρύπες που καταπίνουν το νόημα – κι ωστόσο, ο μόνος μας τρόπος να εξάγουμε ένα ελάχιστο έστω νόημα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, ο μόνος κρίκος που μπορεί να μας ενώσει με τον κόσμο· ο άνθρωπος ως μια ενότητα ταυτοτήτων περισσότερο παρά ένα πλάσμα, ανίκανος να γνωρίσει ολοκληρωτικά ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.

Λογοτεχνικά παιχνίδια

Ο τρόπος που ο Όστερ εντάσσει τις επιρροές του στα βιβλία του είναι χαρακτηριστικός ήδη από την Τριλογία της Νέας Υόρκης. Ο ήρωας του City of Glass, ο Ντάνιελ Κουίν, με τα αρχικά του ονόματός του (Daniel Quinn – D.Q.) να παραπέμπουν στον Δον Κιχώτη (το αγαπημένο μυθιστόρημα του Όστερ, το οποίο συζητείται και στη συνέχεια της νουβέλας) διαλέγει ως συγγραφικό ψευδώνυμο το όνομα Γουίλιαμ Γουίλσον, από το ομότιτλο διήγημα του Πόε με θέμα το σωσία· στο Ghosts, τη δεύτερη νουβέλα της τριλογίας, ο ντετέκτιβ Μπλου διαβάζει το Γουόλντεν του Θορό· αναφέρεται μια συνάντηση του Θορό με τον Γουόλτ Γουίτμαν, όπως και μια ιστορία του Ναθάνιελ Χόθορν –πιθανώς «του πρώτου πραγματικού συγγραφέα στην Αμερική», σύμφωνα με τη νουβέλα-, ο απόηχος της οποίας απαντά και στο Locked Room – με τον ήρωα Φάνσοου να φέρνει στο νου το φερώνυμο συγγραφικό ντεμπούτο του ίδιου του Χόθορν.

Αυτό το διαρκές παιχνίδι με τις αναφορές είναι διαρκώς παρόν στο οστερικό έργο: αποτελεί ταυτόχρονα έναν φόρο τιμής στους συγγραφείς που επηρέασαν τον Όστερ, μια ενδιαφέρουσα σπαζοκεφαλιά αλλά και έναν τρόπο ανάδειξης της προβληματικής του για την ταυτότητα. Εξάλλου, ο συγγραφέας συχνά εντάσσει στον αφηγηματικό ιστό του αφηγήσεις άλλων, είτε ανεκδοτολογικά, είτε σε μια επαναδιαπραγμάτευσή τους ως αφηγήσεις μέσα στην αφήγηση –όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στο Oracle Night, όπου εντάσσονται ιστορίες του Ντάσιελ Χάμετ και του Χ. Τζ. Ουέλς- ανάκατα με αναγραμματισμούς, στους οποίους αρέσκεται, και παιχνίδια με τα αρχικά των ονομάτων που σε πολλές περιπτώσεις κρύβουν τον ίδιο και πρόσωπα του κύκλου του. Σπαζοκεφαλιές, με κάποια παραπάνω σημασία:

«Η γλώσσα δεν είναι αλήθεια. Είναι ο τρόπος που υπάρχουμε στον κόσμο. Το παιχνίδι με τις λέξεις γίνεται απλώς για να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μυαλό, να αντικατοπτρίσουμε ένα μέρος του κόσμου όπως τον προσλαμβάνει το μυαλό» .

Πολ Όστερ, The Invention of Solitude

Η παρουσία του συγγραφέα και η ρευστότητα των ταυτοτήτων

Ο Όστερ έχει καταστήσει ευδιάκριτη τη διαρκή του παρουσία μέσα στα βιβλία του ήδη από την πρώτη του νουβέλα, το City οf Glass: ο ντετέκτιβ που ψάχνει ο άγνωστος στο τηλεφώνημα που πυροδοτεί την εξέλιξη έχει το όνομα του συγγραφέα· ο κεντρικός ήρωας θα υιοθετήσει το όνομα αυτό και θα υποδυθεί τον ντετέκτιβ· όταν κάποτε αναζητήσει τον πραγματικό ντετέκτιβ δεν θα μπορέσει να τον βρει. Θα βρει μονάχα έναν συγγραφέα με αυτό το όνομα, έναν συγγραφέα που ζει στο Μπρούκλιν παντρεμένος με κάποια Σίρι…

Από την γκράφικ νόβελ εκδοχή του City of Glass.

Από την γκράφικ νόβελ εκδοχή του City of Glass.

Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία -είτε λεπτομέρειες και περιστατικά, είτε ολόκληρες καταστάσεις και πλέγματα σχέσεων-, που απαντούν και στα απομνημονεύματα και στις συνεντεύξεις του συγγραφέα, είναι ευδιάκριτα: οι ήρωες που σπουδάζουν στο Κολούμπια, το πανεπιστήμιο όπου σπούδασε ο ίδιος, και ζουν στη Νέα Υόρκη, όπως αυτός, οι οικονομικές δυσκολίες που συναντούν, η συγγραφική ιδιότητα πολλών από αυτούς, ο τρόμος της μητέρας όταν ανεβαίνει με το παιδί της μέσα στο Άγαλμα της Ελευθερίας , και ακόμα, η ζωή του αφηγητή του βιβλίου Leviathan, Πίτερ Άαρον, μετά το διαζύγιό του -που θυμίζει αρκετά τον απολογισμό του Όστερ για το δικό του διαζύγιο, όπως αποτυπώνεται και στο Invention of Solitude– είναι μερικά παραδείγματα. Η προβληματική, εξάλλου, της απουσίας του πατέρα, κυρίαρχο σημείο του πώς βίωσε ο συγγραφέας τη σχέση με τον δικό του πατέρα, είναι πολύ συνηθισμένη μέσα στο έργο του.

Όλα αυτά δεν αποτελούν μονάχα συγγραφική ματαιοδοξία ή “inside joke”, αν και ο Όστερ έχει παραδεχτεί ότι έβαλε τον εαυτό του μέσα στο City of Glass κυρίως για να αυτοσαρκαστεί. Η συγγραφική φωνή, όμως, δεν ταυτίζεται με τη φωνή του συγγραφέα ως προσώπου:

«…έχεις ένα βιβλίο, κι έχεις ένα όνομα στο εξώφυλλο: είναι το όνομα του συγγραφέα. Όμως, ποιος σου μιλάει; Είναι το άτομο ή είναι μια συγγραφική φωνή; Έχω την αίσθηση ότι, στ’ αλήθεια, δεν είναι το άτομο. Όταν γράφω μυθιστορήματα ξέρω ότι δεν γράφω ως ο βιολογικός μου εαυτός, ο βιογραφικός μου εαυτός. Είμαι σε μια ολότελα διαφορετική ζώνη. Μοιάζει λίγο με την ηθοποιία. Μπαίνεις μέσα σε κάποιον άλλο. Ακόμα κι όταν γράφεις στο τρίτο πρόσωπο».

Πολ Όστερ, συνέντευξη στο Critical Mass (2006)

Ούτε μπορεί το έργο του Όστερ να διαβαστεί αποκλειστικά με συνεχείς αναγωγές στην αυτοβιογραφία του – ο ίδιος άλλωστε θεωρεί ότι χρησιμοποιεί πολύ λιγότερα αυτοβιογραφικά στοιχεία από ό,τι άλλοι ομότεχνοί του. Γράφοντας, ο Όστερ στοχάζεται πάνω στον ίδιο του τον εαυτό και τη θέση του μέσα στο έργο του, κάνει όμως και κάτι παραπάνω από αυτό: σκορπίζοντας την ύπαρξή του, και ακόμα περισσότερο, τους ήρωές του, σε πολλαπλούς αντικατοπτρισμούς, σωσίες, διατυπώνει και εξερευνά μια βασική θέση: ότι ο εαυτός μας, κατά βάση, είναι άγνωστος· δεν είναι μια σταθερή και λίγο-πολύ αμετάβλητη οντότητα που μπορούμε να εξερευνήσουμε και να κατανοήσουμε απόλυτα:

«Υπάρχουμε, ίσως, για τους εαυτούς μας, και κάπου κάπου μπορεί να έχουμε ακόμα και μια αναλαμπή του ποιοι είμαστε, αλλά τελικά ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, και, καθώς οι ζωές μας προχωρούν, γινόμαστε όλο και πιο σκοτεινοί για εμάς τους ίδιους, συνειδητοποιούμε όλο και περισσότερο την ίδια μας την ασάφεια. Κανένας δεν μπορεί να διασχίσει το όριο που τον χωρίζει από τον άλλο – για τον απλό λόγο ότι κανένας δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στον ίδιο του τον εαυτό».

Πολ Όστερ, The New York Trilogy: The Locked Room

Αυτή η θέση εξηγεί και μια συχνή κατηγορία εναντίον του Όστερ – τουλάχιστον για τα πρώτα έργα του: ότι, παρά τις αρετές τους, τα βιβλία του συχνά αποτυγχάνουν να σκιαγραφήσουν πραγματικούς χαρακτήρες με τους οποίους κανείς να μπορεί να ταυτιστεί. Είναι κατασκευές περισσότερο εγκεφαλικές, διανοητικές, παρά ψυχολογικές (η κατηγορία του διανοητικού, έως ψευδοδιανοουμενίστικου, κατασκευάσματος, είναι και μια συχνή κατηγορία για το έργο του Όστερ συνολικά). Είναι αλήθεια ότι αν κανείς περιμένει μια τυπική σκιαγράφηση ηρώων, πολλές φορές θα απογοητευτεί διαβάζοντας τον –πρώιμο, ιδίως- Όστερ, που πιστεύει ότι αν υπάρχει πραγματικός εαυτός, είναι βαθιά κρυμμένος σε ένα σκοτάδι κατασκευασμένο από λέξεις και κυβερνημένο από την τύχη, από τη σύμπτωση – και κατά συνέπεια, κανένας αληθινός εαυτός δεν μπορεί να περιγραφεί, παρά μόνο ένα άθροισμα ρευστών ταυτοτήτων που αναδύονται σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Γι’ αυτό και οι ήρωες του Όστερ συχνά δεν αποτελούν παρά αντικατοπτρισμούς ο ένας του άλλου, και ξεκινούν να ανακαλύψουν και να καταγράψουν την ιστορία του σωσία τους με εμμονή – περιπλανώμενοι στο όνειρο των άλλων: αυτό που στην ουσία επιχειρούν είναι να καταδυθούν μέσα στον ίδιο τους τον σκοτεινό εαυτό. Για να το κάνουν, είτε θα αναζητήσουν τον καθρέφτη τους, είτε θα προσπαθήσουν να απομονωθούν από όλους τους καθρέφτες· συχνά, η πρώτη επιλογή οδηγεί στη δεύτερη: στο κλειδωμένο δωμάτιο, την απουσία των λέξεων. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι, προχωρώντας από το ένα βιβλίο στο άλλο, ο Όστερ κατόρθωσε να υποδυθεί πειστικά μια σειρά από αρκετά διαφορετικούς μεταξύ τους χαρακτήρες, που, εκτός από φωνές, μπορούν να λειτουργήσουν και ως αυτόνομες ψυχολογικές οντότητες.

GERMANY-US-FRANCE-LITERATURE-BOOK FAIR-AUSTER

Το οστερικό δωμάτιο

Αυτή η ρευστότητα των ταυτοτήτων μπορεί να αποτελέσει και ένα εξαιρετικά γόνιμο στοιχείο για τον αναγνώστη, αφού τον ωθεί να επανεξετάσει τις σταθερές του και να δει την ανθρώπινη συμπεριφορά με ένα τελείως διαφορετικό πρίσμα, ξεφεύγοντας για λίγο από την αλυσίδα της αιτιότητας και έχοντας πλήρη επίγνωση του ίδιου του ρόλου του συγγραφέα και των λέξεων μέσα στην αφήγηση. Καθιστώντας τον συγγραφέα παρόντα μέσα στο έργο, εκεί που άλλοι συγγραφείς προσπαθούν να τον εξαφανίσουν (την ίδια στιγμή που συνήθως ο Όστερ επιτυγχάνει την αίσθηση, στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, ότι είναι οι ίδιοι οι ήρωες που γράφουν την ιστορία τους), και ξεγυμνώνοντας ακόμα παραπάνω την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, με ήρωες, για παράδειγμα, που προσπαθούν να γράψουν, και αφηγήσεις μέσα στην αφήγηση που συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδο, όπως στο Oracle Night, ο Όστερ υποδεικνύει ότι κάθε αφήγηση υπόκειται, και αυτή, στους νόμους του τυχαίου, και συγκροτείται από επιλογές που κάνει ο συγγραφέας μεταξύ πιθανών εκδοχών· επιλογές που επιχειρεί να επιβάλλει στον αναγνώστη, ο οποίος όμως είναι συνδημιουργός της αφήγησης και ως τέτοιος θα πρέπει να την αντιμετωπίζει.

Αν δεν το κάνει, πιθανότατα θα βρεθεί εγκλωβισμένος μέσα στον αφηγηματικό χώρο. Ο εγκλωβισμός, άλλωστε, μεταφορικός και κυριολεκτικός, είναι μια συχνή κατάσταση μέσα στο οστερικό έργο – για την ακρίβεια, η κατεξοχήν αφηγηματική (και αναγνωστική) κατάσταση αλλά και η ίδια η κατάσταση της ζωής. Τόσο στο New York Trilogy, όσο και στο Music of Chance, αλλά και σε πιο πρόσφατα έργα, όπως το Oracle Night και το Travels in the Scriptorium, οι ήρωες βρίσκονται παγιδευμένοι –ηθελημμένα, όπως ο Φάνσοου του Locked Room, ή όχι, όπως ο Μπόουεν του Oracle Night– στο οστερικό δωμάτιο· στο In the Country of Last Things, η Άννα Μπλουμ βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα σε μια Πόλη που υψώνει γύρω της απροσπέλαστα τείχη· στο Music of Chance, ο Νας θα βρεθεί φυλακισμένος σε μια μυστηριώδη έπαυλη· στο Book Of Illusions, o Έκτορ Μαν περιορίζει τον εαυτό του και το έργο του μέσα στα όρια της φάρμας του στο Μεξικό· στο Moon Palace, ο Φογκ θα βρεθεί και στις δύο φυλακές: πρώτα θα παγιδευτεί στο φοιτητικό του δωμάτιο και στη συνέχεια στην καρδιά του Σέντραλ Παρκ. Και φυσικά ο εγκλωβισμός δεν είναι ανάγκη να προσδιορίζεται στο χώρο. Μπορεί κάλλιστα να είναι ένας εγκλωβισμός μέσα στην ίδια τη σκέψη και τον εαυτό.

Άγνωστοι στους εαυτούς μας, άγνωστοι στους άλλους αγνώστους, πορευόμαστε στη ζωή μας ακριβώς σαν συγγραφείς: «Η ζωή είναι μια ιστορία, και κάθε άνθρωπος είναι ο δημιουργός της δικής του ιστορίας» λέει στον Μάρκο Στάνλεϊ Φογκ ο θείος του, ο Βίκτορ. Αλλά αυτή την ιστορία μπορεί κανείς να την εξελίσσει αυτοσχεδιάζοντας, χωρίς ένα προσχέδιο – ή μπορεί ακόμα να την προσχεδιάζει, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσει να προβλέψει τα παιχνίδια που η τύχη θα παίξει σε βάρος του ή υπέρ του. Και φυσικά, για κάθε του επιλογή υπάρχουν αρκετές ακόμα επιλογές που παράβλεψε, συχνά γιατί απλούστατα δεν τις γνώριζε, άλλοτε γιατί ήταν υποχρεωμένος να το κάνει για να συνεχίσει:

«Οι χαμένες ευκαιρίες είναι κι αυτές μέσα στη ζωή, ακριβώς όπως οι ευκαιρίες που άρπαξες, και μια ιστορία δεν μπορεί να λιμνάζει στο τι θα μπορούσε να έχει γίνει».

Πολ Όστερ, The New York Trilogy: Ghosts

Η γνώση αυτή μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια, ή και μοιραία – ακριβώς όπως η ίδια η γραφή, που μπορεί εξίσου να λειτουργήσει σαν κάλεσμα στα δεινά να έρθουν, σαν εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας αλλά και συσκότισής της, σαν φάρμακο στις πληγές και σαν φαρμάκι. Η γραφή μπορεί να σε καταπιεί, αλλά και το να μη γράφεις μπορεί να αποβεί εξίσου επικίνδυνο: η γλώσσα, αν και κατασκεύασμα που συσκοτίζει την πραγματικότητα καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι είναι η πραγματικότητα, αποτελεί τον μοναδικό μας τρόπο να γνωρίσουμε κάποια θραύσματα, έστω, του πραγματικού. Γι’ αυτό και η εγκατάλειψή της θα ισοδυναμούσε με την εγκατάλειψη της ίδιας μας της ύπαρξης. Θα πρέπει κανείς να αποδεχθεί αυτές τις αποτυχίες· η στάση του απέναντι σ’ αυτές θα ορίσει και τη συνέχειά του. Είτε θα μπορέσει να ζήσει, παρ’ όλα αυτά, είτε θα αφανιστεί. Σε τελική ανάλυση, ακόμα κι αν «οι ζωές δεν βγάζουν νόημα» (The New York Trilogy: Ghosts), ακόμα κι αν το νόημα δεν υπάρχει, μας είναι απαραίτητο, έστω και ως παραισθησιακή κατασκευή.

Ο οστερικός τόπος και χρόνος

Η Νέα Υόρκη, όπου ακόμα ζει ο Όστερ, αναδεικνύεται σε άλλο ένα σταθερό σημείο αναφοράς της δουλειάς του, και όχι μόνο στην περίφημη τριλογία που της έχει αφιερώσει: είναι διαρκώς παρούσα, ένα ατέλειωτο πεδίο διασταύρωσης ανθρώπων, ιδεών, πολιτισμών. Ο χαρακτήρας της πόλης, με το ελεύθερο πνεύμα της, την πολυπολιτισμικότητά της, τα χίλια της ρευστά πρόσωπα που διασταυρώνονται, την καθιστά ιδανικό οστερικό σκηνικό, που επιτρέπει την ανάδυση όχι μόνο της αμερικανικής, αλλά και της παγκόσμιας ταυτότητας στον μεταμοντέρνο κόσμο.

Από την γκράφικ νόβελ εκδοχή του City of Glass.

Από την γκράφικ νόβελ εκδοχή του City of Glass.

Είναι μια πόλη όπου εύκολα μπορεί κάποιος να χαθεί και να ζήσει σχεδόν σε ένα παράλληλο κόσμο χωρίς ποτέ να την αφήσει πραγματικά – όπως ο Φογκ του Moon Palace, που τριγυρίζει πεινασμένος και χαμένος για μέρες στο Σέντραλ Παρκ, ένας τρωγλοδύτης στην καρδιά της μεγαλούπολης. Ακόμα και η εφιαλτική ανώνυμη πόλη όπου εκτυλίσσεται η δυστοπία του In the Country of Last Things, που φαίνεται να είναι το λιγότερο χωροχρονικά προσδιορισμένο έργο του Όστερ (μαζί με το πρόσφατο Travels in the Scriptorium), θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Νέα Υόρκη· ο συγγραφέας, εξάλλου, επιμένει ότι το έργο αυτό δεν περιγράφει ένα επινοημένο μέλλον, αλλά συντίθεται από πραγματικές εικόνες γεγονότων που διαδραματίστηκαν μέσα στον 20ό αιώνα.

Και αυτά τα γεγονότα έχουν θέση μέσα στο οστερικό έργο: είτε ως φόντο, είτε, ακόμα περισσότερο, ως βάση της διαμόρφωσης των ηρώων, ο ιστορικός χώρος και χρόνος είναι υπαρκτός – μαζί με έναν διαρκή προβληματισμό για την ίδια τη συγκρότηση της βορειοαμερικανικής ταυτότητας μέσα σε αυτόν: είτε μέσα από την παιγνιώδη παραμυθία των ΗΠΑ των αρχών του αιώνα στο Mr Vertigo, είτε μέσα από την προεκλογική εκστρατεία του 2000 που είναι σε εξέλιξη στο Brooklyn Follies, είτε μέσα απ’ τη διαδρομή των ηρώων από την αναταραχή του πολέμου στο Βιετνάμ στη συντηρητική ύπνωση επί ριγκανισμού (Leviathan) ο Όστερ αναδεικνύει, συχνά υπόγεια, το ρόλο του κοινωνικού και πολιτικού φόντου στη διαμόρφωση των ηρώων του και των αντικατοπτρισμών τους.

Όλα αυτά, όμως, καταγράφονται από τον Όστερ με μια παιγνιώδη διάθεση· το έργο του το διατρέχει μια ειρωνεία, τόσο προς τον αναγνώστη, όσο και προς τον ίδιο του τον εαυτό, σαν μέσο κι αυτή για την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κειμένου, υπόμνηση ότι η ιστορία δεν είναι πραγματική – την ίδια ώρα που μ’ ένα τρόπο λειτουργεί ως η μόνη πραγματική. Στο κάτω κάτω, δεν πρόκειται παρά για ιστορίες, και οι ιστορίες εκτός από ερωτηματικά πρέπει να γεννούν και απόλαυση. Σ’ αυτό το πνεύμα, ο Όστερ δεν διστάζει πλάι στις λογοτεχνικές αναφορές να χρησιμοποιήσει και κωμικά στοιχεία, αλλά και να τοποθετήσει και αναφορές σε λιγότερο «εκλεπτυσμένα» πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας – με πιο χαρακτηριστικό το τυπικά αμερικάνικο άθλημα του μπέιζμπολ, του οποίου είναι δηλωμένος λάτρης.

Μαρία Ξυλούρη

*Ο τίτλος Θεατής στο όνειρο ενός άλλου είναι από το Oracle Night.