Αλήθεια

Ο Ανδρέας Κούνιος στην κυπριακή Αλήθεια για το REWIND (21/1/2010):

Η Μαρία Ξυλούρη γράφει μια πυκνή και μελαγχολική, σαν ομίχλη, ιστορία

REWIND: σκοτάδι στο φως ή φως στο σκοτάδι;

Τον λένε Πέτρο, αλλά κάποιοι τον φωνάζουν Μέι Ντέι, όνομα που του έδωσε η μητριά του, πριν πέσει σ’ έναν άγρυπνο ύπνο που κράτησε χρόνια

Σε εκπλήσσει ευχάριστα το βιβλίο της Μαρίας Ξυλούρη. Και, κυρίως, δεν σε κουράζει καθόλου, μολονότι είναι βουτηγμένο στη θλίψη. Ναι, αλλά και η θλίψη, στα χέρια, και στα μυαλά, ανθρώπων που γνωρίζουν πώς να ανοίξουν ένα παράθυρο, ή απλώς να ζωγραφίσουν μια χαραμάδα κάτω από την πόρτα, αποκτά άλλες διαστάσεις, που ξεφεύγουν από τα παραδοσιακά στερεότυπα. Εδώ πέρα έχουμε να κάνουμε με τον Πέτρο και τα αμφιλεγόμενα συναισθήματά του για τον πατέρα του, τη μητέρα του και τη μητριά του. Επίσης, έχουμε να κάνουμε με μια αποκάλυψη που πυρπολεί το τέλος της ιστορίας αλλά, ανεξαρτήτως αυτής, η ουσία του μυθιστορήματος είναι η έννοια της απώλειας και οι δονήσεις που προκαλεί.

Η Μαρία Ξυλούρη, με γλώσσα ζωντανή, καταγράφει, εκφραστικά, σχεδόν ανάγλυφα, την εσωτερική πάλη του Πέτρου. Η μάνα του πνίγηκε σε ένα, τουλάχιστον παράξενο, δυστύχημα, η μητριά του είναι καθηλωμένη, ανάπηρη σωματικά και ψυχολογικά, ο ίδιος επιχειρεί να ανοίξει τούνελ συνεννόησης με τον πατέρα του, ο οποίος, καταδιώκεται από φαντάσματα του παρελθόντος. Ίσως και του παρόντος.

Ναι, η Μαρία Ξυλούρη δεν ανακάλυψε δα και τον τροχό. Μυριάδες τέτοια, ή παρόμοια, σενάρια, μαζεύουν σκόνες στα ράφια των βιβλιοπωλείων αλλά, σημειώνω ξανά, η γραφή της μαγνητίζει. Τουλάχιστον το νεανικό κοινό. Ακόμη, κρατά σε διέγερση τον αναγνώστη, και χάρη στον τρόπο που χειρίζεται τους χαρακτήρες της και γιατί, λίγο ή πολύ, καλλιεργεί, με εξυπνάδα, την περιέργεια και την αγωνία. Επίσης, η αληθοφάνεια ξεχειλίζει στο βιβλίο, από την πρώτη έως την τελευταία γραμμή. Γάμοι που, ενώ φαινομενικά λάμπουν, τρεμοσβήνουν σαν κεριά. Σχέσεις που μένουν θαμμένες μέχρι να τις ανακαλύψει το χέρι της μοίρας. Αγάπες που φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν σαν μπαλόνια. Και, φυσικά, πόνος που νεκρώνει όνειρα και φιλοδοξίες, και φορμόλη που πνίγει το σύμπαν. Ή απλώς ένα μικρό δωμάτιο, σε ένα μικρό διαμέρισμα, σε μια μικρή πολυκατοικία.

Διαβάστε το Rewind. Μπορεί να στάζει, σαν χαλασμένη βρύση, απογοήτευση και απελπισία, αλλά δεν παύει να είναι μια κυνική ωδή στις δυνάμεις και στις αδυναμίες του ανθρώπου.

Πρώτες παράγραφοι του βιβλίου:

Η λιγότερο φωτεινή κατάσταση

Είναι ξαπλωμένη πλάι του με τα μάτια κλειστά, το στόμα πετρωμένο σ’ ένα προσποιητό χαμόγελο που τεντώνει τις κλωστές, μα θα έχει συνηθίσει τον πόνο πια. Είναι εδώ από πάντα, μοιράστηκε το κρεβάτι του με όσες κοιμήθηκαν μαζί του, κι είναι παράξενο που μοιάζει να το συνειδητοποιεί μόλις σήμερα, που έχει ξυπνήσει με πονοκέφαλο απ’ τα χθεσινά ποτά, ενώ από τις μισόκλειστες γρίλιες μπαίνει στο δωμάτιό του μια υποψία μέρας βροχερής.

Ο Πέτρος Ραγκούδης, για τους φίλους Μέι Ντέι, για τους εχθρούς πολλά κιλά μαλάκας, είκοσι έξι χρόνων, θυμάται ότι η συγκάτοικός του εγκαταστάθηκε στο σπίτι σχεδόν απ’ όταν το πρωτονοίκιασε, τρία χρόνια πριν. Έφερε μαζί της ελάχιστα πράγματα, μια αδιάφορη γκαρνταρόμπα που ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να ανανεώσει και μερικές στοίβες βιβλία, των οποίων τους τίτλους ο Πέτρος ξεχνά. Περιφερόταν στα δωμάτια γελώντας ένα γέλιο μάγισσας και σχολίαζε κάθε μικρό ή μεγάλο του λάθος με φωνή στριγκή που του τρυπούσε τ’ αυτιά και του τσάκιζε τα νεύρα. Μέχρι που μια μέρα έφερε κλωστή και σακοράφα και της έραψε τα χείλη. Και μόνο του χαμογελάει πια.

Συχνά τον ακολουθεί στη βόλτα του ή στη δουλειά. Τη βρίσκει να τον περιμένει έξω από την Εταιρεία. Τον ακουμπάει με τα μονίμως κρύα χέρια της, τον κοιτάζει με κάτι μάτια τεράστια που δεν κρύβουν τίποτα, μάτια ολότελα άδεια, σε χρώμα απροσδιόριστο.

Ο Πέτρος σηκώνεται και πάει στο μπάνιο. Από το φωταγωγό φτάνει στ’ αυτιά του ο συνηθισμένος καυγάς των από κάτω – σήμερα ουρλιάζουν εν πλήρη απαρτία, μάνα, πατέρας, γιος. Ο Πέτρος είναι σίγουρος ότι κανένας τους δεν θυμάται πότε και πώς ξεκίνησε ο καυγάς και σε ποιο επεισόδιό του βρίσκονται. Το μόνο που φαίνεται να θυμούνται είναι ότι για κάποιο λόγο είναι αθεράπευτα θυμωμένοι. Άλλο τίποτα (σ.σ. 11-12).