Σπαθόλουρο

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ειπώθηκε, όταν πέθανε, ότι ήταν μανιώδης του στοιχήματος, κι αυτό ήταν που του κόστισε τη ζωή του, αφού πρώτα κατέστρεψε τη ζωή της οικογένειάς του, παρότι η οικογένειά του παρευρέθηκε σύσσωμη στην κηδεία και δεν έλειψαν μάλιστα και τα δάκρυα («Τι να κάνουν κι αυτοί» σχολίασε κάποια κυρία· ήθελε να προσθέσει ότι και τα καθάρματα όλο και κάποιος βρίσκεται να τα πενθήσει, εφόσον για κάποιους δεν ήταν καθάρματα ή τέλος πάντων ήταν τα δικά τους καθάρματα, δεν πρόλαβε όμως να το πει επειδή κάποιος από παραδίπλα ξερόβηξε κοιτάζοντάς τη με νόημα· έπρεπε να τηρηθεί η ευπρέπεια που ο μακαρίτης είχε μέχρι τέλους αποφασίσει να μην τηρεί, ακόμα και μετά θάνατον να μην του γίνει το χατίρι). Το τελευταίο στοίχημα το είχε βάλει με τον εαυτό του (αυτό, βεβαίως, δεν το γνώριζαν οι μακαρίως ή άλλως πώς πενθούντες): πόσο θα ζήσω ακόμα· ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κοιτούσε εναγωνίως το ρολόι στον τοίχο ενώ δίπλα του η γυναίκα του ακολούθησε το βλέμμα του και μετά γύρισε στον γιο του (τον μεγάλο, ο μικρότερος είχε πάει στην κουζίνα να πιει νερό) «Πάει, χάθηκε»· εννοούσε ότι ο άντρας της είχε πια χάσει την επαφή με τον κόσμο τούτο (τη λίγη που είχε, τέλος πάντων) και ό,τι στερνές κουβέντες είχαν να του πουν θα πήγαιναν στον βρόντο (όπου, βεβαίως, είχαν πάει και όλες οι προηγούμενες)· στον ίδιο βρόντο θα έπρεπε να πάνε, μπαίνοντας από το ένα αφτί και βγαίνοντας από το άλλο, τυχόν στερνές κουβέντες που είχε εκείνος να πει σε αυτούς· όσο για τον τότε ετοιμοθάνατο και νυν μακαρίτη, για λίγο νόμισε πως η γυναίκα του ήξερε τα περί στοιχήματος και αυτό εννοούσε πως είχε χαθεί· πράγμα που δεν ήταν αλήθεια (ότι το ήξερε, αλλά κυρίως το ότι είχε χαθεί), είχε ήδη ζήσει μάλιστα και σχεδόν μισό λεπτό παραπάνω· οπότε, «Όχι» είπε, και με αυτό το όχι τους άφησε, ευχαριστημένος· «Οχιά» είπε ο γιος του, μα ο πατέρας του αυτό δεν το άκουσε.

*Πρώτη δημοσίευση: Ανθρώπινο #2

Η περιφορά

Αργότερα, κανείς δεν θυμόταν —κι ακόμα κι αν κάποιος το θυμόταν, βολικά παρίστανε πως δεν το θυμόταν— ποιος είχε ρίξει την ιδέα πρώτος, πάντως, εκείνη τη χρονιά, οι τέσσερίς τους βρέθηκαν να περιφέρουν στο Νιόφυτο έναν επιτάφιο εν είδει αποκριάτικου άρματος ή ένα αποκριάτικο άρμα εν είδει επιταφίου — άκουγες και τις δύο εκδοχές, ανάλογα του καθενός την πίστη.  Κάποιοι, βεβαίως, σκανδαλίστηκαν τόσο που προτίμησαν να το ξεχάσουν, το πράγμα ωστόσο αναντίρρητα συνέβη· «Ξέρετε τι θα είχε πλάκα», θα είπε εκείνος ο πρώτος, «Τι», θα τον ρώτησαν οι άλλοι τρεις, «Να περιφέρουμε τον επιτάφιο», και εφόσον όντως το έκαναν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ακόμα και ο συνήθως σιωπηλός και σοβαρός τέταρτος.  Βέβαια, δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν αυθεντικό επιτάφιο· τους απασχόλησε κάπως το θέμα αυτό, πού να φύλαγε ο παπάς τον επιτάφιο και πώς να τον πάρουν, αλλά παραήταν μεθυσμένοι ή τεμπέληδες ή και τα δύο για να το πολυσκεφτούν· θυμήθηκε, ευτυχώς —γι’ αυτούς· άλλοι θα διαφωνούσαν—,  ο Ματθαίος εκείνα τα τραπέζια, ορθογώνια, ψηλοπόδαρα και μεγαλούτσικα, που είχανε ξεμείνει στην αποθήκη του πατέρα του, απομεινάρια της ταβέρνας που είχε κάποτε —χρόνια κλειστή πια—, και νύχτα μπήκαν στην αποθήκη και βούτηξαν δυο από δαύτα κι ύστερα τα κάρφωσαν το ένα πάνω στο άλλο κι έτσι έκαναν τον επιτάφιο.  Στο κάτω τραπέζι αντί για την εικόνα του νεκρού Ιησού κάρφωσαν έναν χάρτη της Ελλάδας γιατί νεκρό Ιησού δεν είχαν εύκαιρο, είχαν όμως εύκαιρο τον χάρτη, κι είπαν να παραστήσουν ότι το όλο δρώμενο θα ήταν μια δήλωση πολιτική, ιδέα του Σταύρου αυτή που άκουγε τον μεγάλο του αδελφό όλο και πιο θυμωμένο να τα βάζει με όσους είχανε στο στόμα καραμέλα την Κρίση —που δεν ήξερε πώς ο Σταύρος μα πάντα τα κατάφερναν να την προφέρουν με το κάπα κεφαλαίο, το άκουγες—, για όλα λοιπόν την είχανε δικαιολογία, «Είναι κι η Κρίση, δεν λέω, μα η μαλακία μάς είχε βαρέσει απ’ τα πριν», έλεγε ο αδελφός του Σταύρου κι έφτυνε.  Πήγαν κι αγόρασαν ό,τι λουλουδικό βρήκαν, τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, κάτι άλλα λουλούδια που ούτε ήξεραν πώς τα λένε, και στόλισαν το σεπτό άχραντο πτώμα της Ελλάδος (διατύπωση του Γιώργου) κατεβάζοντας άφθονα τα τσίπουρα, τραγουδούσαν κιόλας ό,τι θυμούνταν από τα Εγκώμια, «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου», «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν», μα δεν τα θυμούνταν όλα και τελικά κατέληξαν να ψελλίζουν μασημένα ό,τι σπαράγματα τους έρχονταν στο μυαλό, Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ και λοιπά και λοιπά, ο Ματθαίος δεν ήταν σίγουρος ότι αυτά έψελναν οι κοπέλες στολίζοντας τον Επιτάφιο αλλά μια και κανείς δεν ήξερε ν’ απαντήσει τον άφησαν στις αμφιβολίες του, γνωστό τοις πάσι εξάλλου ότι είχε δύο βίδες λάσκα.  Τα λουλούδια φυσικά αναγκάστηκαν να τα καρφώσουν καθότι τα τραπέζια δεν είχαν τα βολικότατα εκείνα σκαλίσματα στα οποία έμπηγαν κι έδεναν οι κοπέλες τα άνθη, και κάπως έτσι ξεχύθηκαν στους δρόμους του Νιόφυτου με τους λοιπούς συγχωριανούς λιλιπούτειους καρναβαλιστές (διατύπωση του Γιώργου) κι έναν επιτάφιο που ξερνούσε στραπατσαρισμένα άνθη στο διάβα του και την γριά Σοφία να τους φωνάζει από την αυλή της θεομπαίχτες με τη γάτα της να στριγκλίζει πλάι στη λεμονιά.  «Τι θεομπαίχτες, θειά, κηδεύεται η Ελλάς, δεν βλέπεις τι γίνεται», της φώναζε ο Γιώργος κι ήταν πολύ μεθυσμένοι οι τέσσερίς τους και πολύ ευχαριστημένοι, και δώστου πάλι Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ κι η γριά Σοφία τους απειλούσε με τη μαγκούρα της αλλά είχαν ήδη αλλάξει τετράγωνο κι εξάλλου οι υπόλοιποι συγχωριανοί λιλιπούτειοι καρναβαλιστές γελούσαν και τέλος πάντων είχαν δει ένα σωρό ρεπορτάζ από διάφορα καρναβάλια ανά τη χώρα για να αισθάνονται μια κάποια σιγουριά ότι αυτή ακριβώς ήταν η κατάλληλη στιγμή για βαρύνουσες πολιτικές δηλώσεις και ο παπάς δεν φαινόταν πουθενά και με λίγη τύχη ούτε που θα τους έβλεπε.  Στο επόμενο τετράγωνο, δίπλα στο φαρμακείο, στεκόταν ο υπέροχος εκείνος τρελός του χωριού, ο περιβόητος Αδαμάντιος Ραγκούδης που χρόνια προπαγάνδιζε τον διά του νόμου επιβεβλημένο θάνατο των άνω των σαράντα πέντε για τη σωτηρία της χώρας και την αναγέννησή της, τώρα κοντά στα σαράντα πέντε κι ο ίδιος μα πάντα αβάσταχτα ωραίος στο καλοραμμένο του κοστούμι.  Αυτός μόλις πέρασε από δίπλα του ο επιτάφιος χαμογέλασε και τους είπε, «Να τον κρατήσετε για όταν πεθάνω εγώ, κοντεύει εξάλλου η ώρα, και να τον ξαναπεριφέρετε τότε, θα σας φέρω τη φωτογραφία μου γιατί το πτώμα μου δεν θα βολέψει να το κουβαλήσετε».  «Εντάξει», του είπαν, και συνέχισαν τον δρόμο τους: Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ, κι ο Αδαμάντιος Ραγκούδης έμεινε να τους κοιτάζει και το ήξερε πως δεν τον είχαν πάρει στα σοβαρά, με την εξαίρεση του σιωπηλού τέταρτου της παρέας· αυτός, αργότερα, θα καταλάβαινε.

*Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών, 1/3/2014

Splashes of Red

Splashes of Red~752115-316-1(1)

2009
For the past few months he has slowly, very slowly, worked his way to a point of – not happiness or contentment, this will take more time, he knows; but to a point of numbness, a point where the memory of her skin does not burn his own skin at awkward times and places (most of all, his hands have missed her, so he has taken the habit of frequently washing them with ice cold water), where her absence from her side of the bed in the mornings does not tear through his heart like a knife the way it did at first. He almost feels pleased with himself. So when S. calls for the first time in weeks to wish him for the New Year, her voice crisp (and he cannot help picturing her lips and tongue forming each syllable, movement by tiny movement), he hopes, for few precious, misguided seconds, that either she wants to come back or he will live through it all, but the illusion shatters as his own words burst out, uncontrolled, uncontained, untamed, a flood of words of which he later has no recollection, he only remembers that ten minutes into the phone call -or maybe an hour, he cannot really tell- S. whispers that she is sorry, so very sorry, her whisper barely audible, and then she hangs up and his numbness is gone.

*Splashes of Red, ένα διήγημά μου για το γιορτινό αφιέρωμα του elculture.gr με εικονογράφηση της Κατερίνας Ανδρέου. Χρόνια πολλά!

Γατοδρόμιο

Δεν είναι μεγάλος δρόμος. Ένας ανήφορος (ή κατήφορος, αντίστοιχα) και τέλος. Στην αρχή του είναι ένα ψιλικατζίδικο μ’ ένα σκυλί-λευκή τριχόμπαλα να κοιτάζει απορημένο από την είσοδο, αλλά αποκεί και πέρα ανήκει εξ ολοκλήρου στις γάτες – εξού και γατοδρόμιο.

Έξω από την κάβα ζει ένα κλαν γάτες, ασπρόμαυρες οι περισσότερες. Έχουν τακτικά μοιραστεί σε βάρδιες: άλλες συναντάς το πρωί κι άλλες το βράδυ. Είναι θρασύτατες· αράζουν καταμεσής του πεζοδρομίου κι όταν πας να περάσεις μένουν ακίνητες και σε κοιτάζουν προκλητικά μέχρι ν’ αναγκαστείς ν’ αλλάξεις δρόμο.

Παρακάτω, στα σκαλάκια, αράζει άλλο κλαν. Αυτών τα χρώματα είναι περισσότερα αλλά το θάρρος λιγότερο: όταν πας να περάσεις τρέχουν να κρυφτούν κάτω απ’ τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

Όπως ανηφορίζουμε ανάμεσα στις γάτες, ο Γ. μου λέει ότι ώρες ώρες έχει την αίσθηση πως ζει για τη γάτα του. Χωρίς το μουσούδι της να τρίβεται στα πόδια του θα είχε, μάλλον, ολότελα τρελαθεί.

 ***

Για λίγο ο Γ. είχε νιώσει ένας από τους τυχερούς – η εξαίρεση που όλοι κοιτάζαμε απορημένοι κι ακουμπούσαμε με προσοχή μην και διαλυθεί μέσα στα χέρια μας: μετά από μήνες στην ανεργία, τον προσέλαβαν σε μια μεγάλη διαφημιστική. Η πρόσληψή του ήταν μια μικρή ανωμαλία στην κοσμική ισορροπία και σύντομα αποκαταστάθηκε: η διαφημιστική βάρεσε κανόνι. Ο Γ. ξανάρχισε να στέλνει βιογραφικά. Ακόμα απαντάει με ελπίδα στις κλήσεις από άγνωστους αριθμούς αλλά ποτέ δεν τον καλούν για συνέντευξη – συνήθως πρόκειται για προσφορές κινητής τηλεφωνίας.

Ευτυχώς, η γάτα του δεν καταλαβαίνει από κρίση κι επιδόματα ανεργίας και μνημόνια – όλα αυτά είναι ανόητα ζητήματα που απασχολούν ανόητους ανθρώπους. Έρχεται να τριφτεί στα πόδια του και να δαγκώσει τα χέρια του και να ζητήσει φαγητό: η ακατανίκητη απαίτησή της για ζωή προς το παρόν μπορεί και τον κρατάει όρθιο.

 ***

Σε μια παράλληλη πραγματικότητα οι φίλοι μου παίρνουν προαγωγές, δεν αρνούνται με προφάσεις να έρθουν για καφέ επειδή δεν τους φτάνουν τα λεφτά, περιμένουν στο μαιευτήριο τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού· κοντολογίς, ζουν όπως φαντάζονταν, δέκα χρόνια πριν, ότι θα ζούσαν τα τριάντα τους, σ’ εκείνα τα ταπεινά όνειρα που τότε φάνταζαν μίζερα, μικρά, και τώρα έχουν γίνει πολυτέλεια.

Στην εδώ πραγματικότητα ο Π. έκανε προχθές το λάθος να συγκρίνει τον εαυτό του με τον πατέρα του στα τριάντα τέσσερα. Τον έπιασε ένας οξύς πόνος στους κροτάφους και από τότε δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Σηκώνεται σε νύχτα βαθιά και χαζεύει τον Αγά Χαν να κόβει βόλτες στο ενυδρείο του. Ο Π. θα προτιμούσε ένα σκυλί, αλλά τα σκυλιά δεν ευημερούν σε γκαρσονιέρες των 27 τετραγωνικών, οπότε πήρε πριν από τρία χρόνια τον Αγά Χαν και αποφάσισε, σε ένα εντελώς προσωπικό στοίχημα, να τον μετατρέψει στον υπερμαθουσάλα όλων των χρυσόψαρων. Έκανε εξαντλητική έρευνα για τις ιδανικές συνθήκες ζωής του χρυσόψαρου· αν όλα πάνε καλά, λέει, ο Αγά Χαν θα ζήσει εφτά, ίσως και δέκα χρόνια ακόμα· τον φαντάζομαι να φτάνει στα πενήντα, στα εξήντα· η πολυκατοικία θα σωριαστεί σε ερείπια αλλά ανάμεσά τους το ενυδρείο θα απομείνει άθικτο και μέσα στο ενυδρείο ο Αγά Χαν θα κολυμπάει ατάραχος, τέλειος. Ο Π., πάλι, ξέρει ότι αν θέλει να ζήσει κι άλλο ο Αγά Χαν, θα πρέπει σύντομα να τον μεταφέρει σε άλλο ενυδρείο, μεγαλύτερο, όμως το τωρινό είναι το μεγαλύτερο ενυδρείο που μπορεί να βολέψει στη μικροσκοπική κουζίνα του, κι η μικροσκοπική κουζίνα του η μεγαλύτερη που μπορεί να πληρώνει, για πόσο ακόμα δεν ξέρει.

Τώρα που ξέρει τις ιδανικές συνθήκες ζωής του χρυσόψαρου, ο Π. ψάχνει στο ίντερνετ για τις συνθήκες ζωής στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, ελπίζοντας να μάθει και τις ιδανικές συνθήκες ζωής για τον ίδιο.

 ***

Τα ζώα των φίλων μου είναι τα παιδιά που φοβούνται να κάνουν, οι γονείς που δεν μπορούν να στηρίξουν όπως θα ήθελαν. Τα ζώα των φίλων μου είναι προσομοιώσεις ενηλικίωσης και ευθύνης. «Security blankets», μου λέει ο Γ. Ταΐζουν αδέσποτα για να ταΐσουν την ψυχή τους, όπως έλεγε η γιαγιά κάποιου. Ή για να νιώσουν ότι κάτι, τέλος πάντων, μπορούν να κάνουν.

Οι φίλοι μου δεν έχουν φύγει ακόμα, αλλά όλοι τους ξέρουν κάποιον που έχει φύγει κι όλοι σκέφτονται να φύγουν. Οι πιθανοί προορισμοί όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο μακρινοί. Αυτό συμβαίνει επειδή η Ευρώπη σιγά σιγά μετατρέπεται σε μια κουκκίδα στο χάρτη – ένα από εκείνα τα νησιά του Ειρηνικού, πέτρες στη θάλασσα, μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα σε εμβαδόν κι ελάχιστα μέτρα υψόμετρο, προορισμένα να βυθιστούν με την άνοδο της στάθμης των ωκεανών.

Αν κάποτε κάνουμε παιδιά, τελικά, ίσως να μην τους εξηγήσουμε τίποτα για την εποχή που σαν άλλοι Γαλάτες φοβόμασταν πως θα έπεφτε ο ουρανός και θα μας πλάκωνε· δεν θα τους πούμε ότι ανακαλύψαμε μια μέρα πως ο ουρανός μας είχε ήδη πλακώσει και δεν το είχαμε καταλάβει ως τότε γιατί σ’ εκείνο το παράξενο υπόγειο που ξέραμε για χώρα η οροφή ήταν βαμμένη ένα γαλάζιο-ξεφτισμένο αποφόρι της ποίησης και μια δυνατή ηλεκτρική λάμπα παρίστανε τον ήλιο. Ίσως η εξήγηση να είναι ολοφάνερη στο τοπίο που θα μάθουν για δικό τους – τα ερείπια μιας πόλης· τα ερείπια μιας χώρας· μια χώρα-καρτ ποστάλ από τους συγγενείς που έμειναν πίσω.

Αλλά τουλάχιστον –προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη– θα είμαστε εκεί· μπορεί να μην τους πούμε την ιστορία, αλλά θα είμαστε εκεί για να μην την πούμε.

Όταν μιλάμε για όλα αυτά τους δίνουμε τον τίτλο «το ταξικό μελόδραμα της ζωής μας»· αλλάζοντας ένα γράμμα, το ταξικό γίνεται τοξικό.

 ***

Ο Γ., που άλλοτε είχε χρήματα και ταξίδευε –δεν έμενε σε πεντάστερα ξενοδοχεία, βέβαια, σε χόστελ έμενε, πάντως ταξίδευε– μου λέει ότι αυτή η εικόνα, ο δρόμος τίγκα στ’ αδέσποτα και τα πεζοδρόμια γεμάτα αποφάγια στ’ αλουμινόχαρτο, είναι μάλλον μεσογειακή, βαλκάνια· δεν την είδε στο Λονδίνο, δεν την είδε στο Βερολίνο, αλλά έμαθε από άλλους ότι την είδαν στην Κωνσταντινούπολη. «Κακή πολιτική για τ’ αδέσποτα», λέει. «Παρήγορο, όμως», πάω να παραστήσω την Πολυάννα εγώ, «ότι ακόμα και τώρα υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν φαγητό για τις γάτες». «Το μέλλον σκέφτονται», μου απαντά, «σε λίγους μήνες μπορεί να χρειαστεί να φάνε αυτές ακριβώς τις γάτες».

Μου λέει ακόμα ότι είχε διαβάσει σ’ ένα βιβλίο για το Σαράγεβο του πολέμου την ιστορία ενός γέρου που παγίδευε περιστέρια για να φάνε οι άνθρωποι της πολυκατοικίας. Αυτή η εικόνα του μετέφερε περισσότερη φρίκη κι εξαθλίωση από τις περιγραφές των νεκρών και των εχθροπραξιών, ακριβώς επειδή μιλούσε για τη ζωή ανάμεσα στους σωρούς των ερειπίων· ζωή που έπρεπε να συνεχιστεί, με κάθε τρόπο και παρόλα αυτά.

Στο Βελιγράδι, στο Σαράγεβο, μου λέει, και παντού όπου ο θάνατος είναι περισσότερος απ’ τη ζωή, ο κόσμος λέει τα σκληρότερα ανέκδοτα· είναι κι αυτός ένας τρόπος για να ζήσει, όπως και το να τρώει περιστέρια. Όπως θα είναι, ίσως, κι εδώ το να τρως γάτες.

Κάποτε θα του ’λεγα ότι λέει υπερβολές. Πλέον αυτές τις υπερβολές μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις διακρίνω γιατί η πραγματικότητα έχει εντελώς σκοτεινιάσει.

Κανένας μας δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Απλώς, είμαστε ζωντανοί κι ελπίζουμε να παραμείνουμε.

Του λέω ότι στον ακάλυπτο τις τελευταίες μέρες εμφανίζεται μια γάτα κομψή και περίεργη. Έχει μετατρέψει τον τοίχο που μας χωρίζει από τις άλλες πολυκατοικίες σε πασαρέλα και την περπατάει αγέρωχη. Τη χαζεύω απ’ το μπαλκόνι – ο Γ. ισχυρίζεται ότι έχουμε γίνει φίλες. Μερικές φορές αράζει και με κοιτάζει, σαν κάτι να περιμένει.

*Πρώτη δημοσίευση: UNFOLLOW #14 (Φεβρουάριος 2013).

Το γατοδρόμιο

harukiscats (13)

Οι φίλοι μου δεν έχουν φύγει ακόμα, αλλά όλοι τους ξέρουν κάποιον που έχει φύγει κι όλοι σκέφτονται να φύγουν. Οι πιθανοί προορισμοί όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο μακρινοί. Αυτό συμβαίνει επειδή η Ευρώπη σιγά σιγά μετατρέπεται σε μια κουκκίδα στο χάρτη – ένα από εκείνα τα νησιά του Ειρηνικού, πέτρες στη θάλασσα, μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα σε εμβαδό κι ελάχιστα μέτρα υψόμετρο, προορισμένα να βυθιστούν με την άνοδο της στάθμης των ωκεανών.

Αν κάποτε κάνουμε παιδιά, τελικά, ίσως να μην τους εξηγήσουμε τίποτα για την εποχή που σαν άλλοι Γαλάτες φοβόμασταν πως θα έπεφτε ο ουρανός και θα μας πλάκωνε· δεν θα τους πούμε ότι ανακαλύψαμε μια μέρα πως ο ουρανός μας είχε ήδη πλακώσει και δεν το είχαμε καταλάβει ως τότε γιατί σ’ εκείνο το παράξενο υπόγειο που ξέραμε για χώρα η οροφή ήταν βαμμένη ένα γαλάζιο-ξεφτισμένο αποφόρι της ποίησης και μια δυνατή ηλεκτρική λάμπα παρίστανε τον ήλιο. Ίσως η εξήγηση να είναι ολοφάνερη στο τοπίο που θα μάθουν για δικό τους – τα ερείπια μιας πόλης· τα ερείπια μιας χώρας· μια χώρα-καρτ ποστάλ από τους συγγενείς που έμειναν πίσω.

Από το Γατοδρόμιο. Ολόκληρο το κείμενο στο UNFOLLOW #14. Στη φωτογραφία, μια από τις γάτες του Χαρούκι σε δεύτερη εμφάνιση (πρώτη εμφάνιση εδώ).

Κόκκινη όζα κι ασετόν

Κάποτε έβαφε τα νύχια της με κόκκινη, κατακόκκινη όζα, του έλεγε πως τον αγαπούσε κι αυτός ονειρευόταν να κατεβάσει το φεγγάρι, να το ξεπλύνει απ’ τις πολλές βαφές του και να της το χαρίσει κατακαίνουργιο, και το χειρότερο ήταν πως το εννοούσε, ήθελε πράγματι ένα φεγγάρι απαλλαγμένο από τις ποιητικές μεταμορφώσεις του, ένα φεγγάρι που δεν είχε ξαναζήσει σε καμιά μεταφορά – ένα φεγγάρι δικό της να το κάνει ό,τι ήθελε. Θα έπρεπε σ’ αυτό τον κόσμο να υπάρχουν τόσα φεγγάρια όσα και κορίτσια, σκεφτόταν· άσχημα σχεδιάστηκε ο κόσμος, ανεπαρκής ο πλανήτης από άποψη δορυφόρων.

Κόκκινη όζα κι ασετόν, το διήγημά μου για το Summer fiction issue της Lifo.

Όλες οι ιστορίες / Οικιακός ωκεανός

Για τη Λαυρεντία

Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να περιέχει όλες τις ιστορίες. Όσες πέρασαν, όσες τώρα ξετυλίγουν τα κουβάρια τους, όσες θα ’ρθουν. Κι ακόμα, τις ιστορίες που υπήρξαν μονάχα στη φαντασία· τις ιστορίες που κι αυτή ακόμα η φαντασία απέρριψε και όσες αγνοεί. Ήταν ένα έργο τιτάνειο· ανάγκασα το ένα χέρι μου να γράφει στη μία σελίδα και το άλλο, ταυτόχρονα, στην άλλη, κι αφού έτσι το μυαλό μου έσπασε σε δύο κομμάτια αργότερα έσπασε και σε τρία, και σε τέσσερα, μέχρι που έχασα το μέτρημα αλλά δεν είχε σημασία γιατί έγραφα· έγραφα από το πρωί ως το βράδυ κι έκλεβα ώρες απ’ τον ύπνο μου για να γράψω κι άλλο· αποκοιμιόμουν πάνω στα τετράδιά μου και το πρωί διάβαζα σελίδες που δεν θυμόμουν να έχω γράψει. Δεν ήξερα αν τις είχα γράψει λίγο πριν απ’ τον ύπνο και τις είχε σβήσει απ’ τη μνήμη μου η εξάντληση ή αν τις είχα γράψει στον ύπνο μου, αλλά δεν είχα καιρό να ξεδιαλύνω το μυστήριο· έλυσα το πρόβλημα αποφεύγοντάς το: σταμάτησα να κοιτάζω, κλεφτά έστω, τις προηγούμενες σελίδες, εξάλλου μου έπαιρνε χρόνο απ’ τις σελίδες που δεν είχαν ακόμα γραφτεί.

*Διήγημα γραμμένο για τη συλλογή του Παλαιοβιβλιοπωλείου του Νίκου Χρυσού. Εικονογράφηση: Φίλιππος Παπανικολάου. Η συνέχεια στον συλλογικό τόμο Ιστορίες βιβλίων που κυκλοφορεί στις αρχές Απριλίου 2014 από τον Καστανιώτη.