Ο βήχας του Ιουλίου

Caprimulgus_europaeus_-Coloured_figures_of_the_birds_of_the_British_Islands_(1885-1897)Σ’ αυτόν τον τόπο σηκώνεται παράξενος αέρας κάθε Ιούλιο («Άρχισε πάλι τον κακό του βήχα» λένε οι γεροντότεροι)· στο πρώτο φύσημα, με το που μπαίνει ο μήνας, αρχίζουν και βροντούν οι πόρτες, τρίζουν τα παραθυρόφυλλα, ανακατώνονται τα μακριά μαλλιά των κοριτσιών, σηκώνονται τα φορέματά τους και οι άντρες για λίγο ξεχνούν τον αέρα και λαχταρούν τη σάρκα που προβάλλει από κάτω· τα δέντρα τινάζουν τα κλαδιά για ν’ αποδιώξουν τα αρπακτικά τους βλέμματα, τα βλέμματα όμως δεν τα σαλεύει ο αέρας· τα φύλλα πέφτουν και σκορπούν στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, στις αυλές, και τα πουλιά σκαρφαλώνουν στον ουρανό με τις φωνές κλεισμένες.

Τη μέρα, ο κόσμος κάνει κουράγιο και βγαίνει για τις δουλειές του και παριστάνει πως δεν τρέχει τίποτα. Κατά το μεσημέρι, δίνει το σύνθημα ο αέρας και εν χορώ φέρνουν τα χέρια στον λαιμό και ξεροβήχουν σαν να τους στάθηκε άγανο από ψάρι που δεν έφαγαν· κοιτούν την αγριεμένη θάλασσα, κοιτούν το ασάλευτο βουνό, μετρούν τις μέρες που περάσαν, ονειρεύονται άλλους τόπους κι ας ξέρουν πως ποτέ δεν θα τους δουν.

Όταν πέσει ο ήλιος, όμως, το χωριό αμπαρώνεται, επειδή ο αέρας του Ιουλίου φέρνει μαζί του κάτι πλάσματα παράξενα· πριν από χρόνια, βρέθηκε επιτέλους ένας ξένος και τους είπε ότι είναι οι προδομένες προσευχές, που επιστρέφουν σ’ αυτούς που χάσαν την ελπίδα και την πίστη τους κι έπαψαν να τις λένε (δυστυχώς, ο ξένος έφυγε χωρίς τους πει πώς να απαλλαγούν από δαύτες· ίσως να μην ήξερε). Ορισμένες από αυτές τις προσευχές είναι τόσο γριές που μήτε νύχια έχουν, μήτε δόντια, βγάζουν όμως από τα βάθη του λαιμού έναν τριγμό που πήζει το γάλα και το κάνει βούτυρο, κι όπως τα γέρικά τους κόκαλα σέρνονται σε δρόμους και αυλές, οι γάτες σκιάζονται και σκαρφαλώνουν στα δέντρα και στους στύλους του ηλεκτρικού, όπου ουρλιάζουν απελπισμένα και μάταια, αφού κανένας δεν τολμά να ξεπορτίσει για να τις σώσει. Άλλες προσευχές είναι στην ακμή τους· η πίκρα τους έχει φτάσει στο απόγειο, έτσι που όταν ακουμπούν τις τριανταφυλλιές αυτές ευθύς ξεραίνονται μ’ έναν ψιλό στεναγμό που τον καταπίνει ο αέρας λυσσασμένος. Είναι και κάποιες προσευχές που μπουσουλούν στον δρόμο, κι από το στόμα τους στάζει σάλιο, κι από τη μύτη τους στάζει μύξα, κι από τα μάτια τους στάζουν δάκρυα έξαλλα, και η φωνή τους σκιάζει τους λύκους στο βουνό. Όλο το βράδυ ουρλιάζουν, κλαίνε και κοπανάνε πόρτες· οι λίγοι στο χωριό που κάπως καταφέρνουν να κοιμηθούν είναι αυτοί που ακόμα έχουν στα χείλη μια ζώσα προσευχή (συνήθως προσεύχονται να τελειώσει ο Ιούλιος, μια προσευχή απολύτως ακίνδυνη, μια και πράγματι ο Ιούλιος πάντα κάπως τελειώνει, αν και όχι για όλους, αφού κάποιοι τελειώνουν πριν από αυτόν), αλλά κι αυτοί ξέρουν πως αργά ή γρήγορα θα έρθει η σειρά τους, κι αυτή η γνώση διαλύεται στο μαύρο νερό του ύπνου σα χάπι, κι όπως διαλύεται βγαίνουν φλέβες κόκκινες στο μαύρο, και ανεβαίνουν στην επιφάνεια φυσαλίδες, και έπειτα σηκώνονται στον αέρα ατμός, και ο αέρας του Ιουλίου φυσά πιο δυνατά, πιο άγρια, και σβήνει το φεγγάρι, και τότε έρχονται οι πιο βαθιές και προδομένες προσευχές και σβήνουν και τα υπόλοιπα, γιατί μόνο τον ήχο της δικής τους φωνής ανέχονται, μόνο το χρώμα του δικού τους δέρματος αντέχουν (caput mortuum, που το αγαπούσαν οι ζωγράφοι του παλιού καιρού για τις ρόμπες των αρχιερέων)· οπότε, ακόμα και οι λυγμοί της γυναίκας που κάθεται δίπλα στο παράθυρο και προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό της πως βλέπει από τις χαραμάδες την πρώτη υποψία της ανατολής είναι βουβοί, και τα μάτια της δεν φαίνονται, επειδή έτσι θέλει ο αέρας του Ιουλίου. Τα παιδιά ανοιγοκλείνουν στόματα και μάτια ανώφελα ώσπου όλο το πρόσωπό τους παγώνει ανοιχτό, ξάστερο σαν τους ουρανούς που φέρνει το φως μετά από χιλιετίες που διασχίζει το διάστημα, επειδή έτσι θέλει ο αέρας του Ιουλίου. Μόνο κάτι παράξενα νυχτοπούλια, ακριβοθώρητα, τολμάνε να πετάξουν τέτοιες ώρες· κι αυτό γιατί η δική τους προσευχή ποτέ δεν σβήνει και ποτέ δεν εγκαταλείπεται: ζητούν το ένδοξο όνομα των αμερικανών εξαδέλφων τους, νυχτογέρακα, αντί του δικού τους (γιδοβύζια, ποιος το σκέφτηκε αυτό;)· τους είχε φέρει έναν από αυτούς τους συγγενείς ο αέρας του Ιουλίου κάποτε από τις μακρινές Αμερικές, κι όταν τους συστήθηκε, όχι απλά νυχτογέρακο, νυχτοβάτης, ντράπηκαν και πέταξαν μακριά, κι όταν γύρισαν, ο νυχτοβάτης δεν ήταν πουθενά, και συνέχισαν να γλιστρούν στον μαύρο μανδύα της νύχτας αθέατα.

Ο Ιούλιος σ’ αυτόν τον τόπο ψεύδεται· κρύβει· συσκοτίζει· σκοτώνει τη βαθύτερη καρδιά του κάθε ανθρώπου και του αφήνει σκέτο έναν μυ να κοπανιέται μέσα στο στήθος. Κι έπειτα όταν φεύγει ξεγελιούνται όλοι από το εκτυφλωτικό φως του Αυγούστου και θαρρούν πως πάει, αυτό ήταν, ο επόμενος Ιούλιος θα είναι απλά ένας μήνας. Αλλά ο κακόβουλος αέρας δεν ξέρει να φεύγει, παρά μόνο για να ξανάρθει· άπαξ και φύγει, πάντα επιστρέφει.

(Παλιότερα, ένας κοινοτάρχης είχε επιχειρήσει, μήπως και επιτέλους βουβαθεί ο αέρας, να θεσπίσει την ολοκληρωτική κατάργηση της προσευχής, αλλά δεν τα κατάφερε: πέρα από τη σθεναρή αντίσταση του παπά, διαπιστώθηκε ότι ακόμα και των απίστων η καρδιά σαν πηγαίνει στην κούλουρη κάποιον παρακαλά, ανώνυμο άγιο ή πνεύμα του νερού, για να επιστρέψει αποκεί. Κι έτσι έληξε άδοξα εκείνη η απόπειρα. Τον επόμενο Ιούλιο, ο κοινοτάρχης κρεμάστηκε ένα βράδυ που η περσινή του προσευχή –να πάψουν τέλος πάντων να προσεύχονται– κατάφερε να ρίξει την πόρτα του και να μπουκάρει στο σπίτι. Ο επόμενος κοινοτάρχης αποφάσισε ότι δεν θα διέταζε απολύτως τίποτα, εκτός του να βγάλουν τον Ιούλιο όπως μπορούσε ο καθένας, και όταν η κόρη του πρότεινε να διατάξει να μην εγκαταλείπει πια κανείς τις προσευχές του, της ανακοίνωσε ότι ευθύς αμέσως θα την έστελνε στη θεία της στην πόλη να γλιτώσει, όπως και έκανε, και δεν ακούστηκε γι’ αυτήν και για την ιδέα της λέξη.)

Σ’ αυτόν τον τόπο, τα πρωινά του Ιουλίου το κύμα ξεβράζει στην άμμο λεπτότατα φύκια, και τα σκαλίζουν με τα πόδια τα παιδιά, τραγουδώντας ένα ξόρκι που περνάει από γενιά σε γενιά, ένα ξόρκι που αλλάζει λέξεις ανά πέντε χρόνια και νόημα ανά δεκαπέντε, ενώ ο αέρας γύρω τους σφυρίζει, γνωρίζοντας καλά πως ξόρκια δεν υπάρχουν να τον σβήσουν, και μέσα στο σφύριγμά του ταξιδεύει το ουρλιαχτό των προσευχών. Τέτοιες ώρες η άμμος είναι λες και σαλεύει, αλλά δεν σαλεύει η άμμος: σαλεύουν κάτι μικροσκοπικά ζωΰφια, διάφανα (συγγενικά του Cancer emeritus, άγνωστα στον Λινναίο και σ’ όσους ακολούθησαν, γι’ αυτό και ανώνυμα), εξόχως σοφά παρά τον σχεδόν ανύπαρκτο εγκέφαλό τους· αν καταλάβαιναν τον ψίθυρό τους τα παιδιά, θα μάθαιναν και πώς να απαλλαγούν από τον φαρμακερό βήχα του Ιουλίου, αλλά σ’ αυτόν τον τόπο τους μαθαίνουν τις ίδιες ξένες γλώσσες που μαθαίνουν τα παιδιά στους άλλους τόπους.

*Πρώτη δημοσίευση: Fractal. Εικονογράφηση: Caprimulgus europaeusJ. G. Keulemans.

Σώχωρα

ktel
Έντεκα το πρωί μιας καλοκαιρινής μέρας που κανένας δεν θα σκεφτεί να καταγράψει στην ώρα της, κι έτσι θα μείνει έρμαιο της μνήμης και των αφηγήσεων, ένας ψηλός ξερακιανός άντρας κατεβαίνει από το καταϊδρωμένο λεωφορείο του ΚΤΕΛ στα Σώχωρα, ορεινό χωριό του νομού Δ., υψόμετρο 720 μέτρα, πληθυσμός 17 ψυχές καταπώς ακούγεται αλλά όχι καταπώς φαίνεται, χωριό που το γνωρίζουν μόνο όσοι κάνουν τη διαδρομή του ΚΤΕΛ προς τα επόμενα χωριά, κι όσοι το διασχίζουν βιαστικοί με τα αγροτικά για άλλους προορισμούς, και ο καθένας μόνο μια-δυο φορές στη ζωή του έχει δει άνθρωπο να περπατά στους δρόμους του, συνήθως έναν γέρο διπλωμένο στα δύο από τα χρόνια που, το ξέρουν αλλά δεν το ομολογούν, αν γυρνούσε να τους κοιτάξει καταπρόσωπο θα πέτρωναν.

Αλλά να τώρα που ο ψηλός ξερακιανός σηκώνεται και λέει «Στάση» και αισθάνονται οι συνεπιβάτες του να απλώνεται ακαριαία από τους κροτάφους ως τα ακροδάχτυλα ηλεκτρισμός, και πασχίζουν να θυμηθούν πότε, αν ποτέ, έχουν οι ίδιοι δει να ξαναγίνεται αυτό, να κατεβαίνει οποιοσδήποτε στα Σώχωρα, αλλά η μνήμη ανασύρει μια μόνο φορά ακόμα –μια άλλη αξιομνημόνευτη μέρα που ωστόσο ούτε εκείνη είχε σκεφτεί κανείς να την καταγράψει στην ώρα της κι έτσι σύντομα πέρασε στη ζοφερή επικράτεια του «Πριν καναδυό χρόνια», όπου αυτά τα καναδυό χρόνια μπορεί να ήταν και δεκαετίες–, όταν στη διαδρομή της επιστροφής προς την πόλη, στο μισοξεχαρβαλωμένο στέγαστρο της στάσης στα Σώχωρα στεκόταν μια γυναίκα, και μάλιστα νέα γυναίκα, όχι ο καμπούρης εκείνος γέροντας, μια γυναίκα που έκανε νόημα στον οδηγό να σταματήσει και ανεβαίνοντας στο λεωφορείο του επέδειξε αντί εισιτηρίου –άρα όχι πριν από καναδυό δεκαετίες, αν είναι αλήθεια, σκέφτεται τώρα ο Κώστας του Ζηρού στη γαλαρία, που θυμάται ότι πριν από καναδυό δεκαετίες ακόμα πλήρωναν εισπράκτορα για τη διαδρομή– ένα κόκκινο πούλι από αυτά που έχουν τα τάβλια, το οποίο ο οδηγός δέχτηκε σαστισμένος, αφού ποτέ σε όλα τα χρόνια του στο ΚΤΕΛ δεν του είχε τύχει να παραλάβει επιβάτη από τα Σώχωρα. Η γυναίκα ανέβασε στο λεωφορείο ένα δερμάτινο βαλιτσάκι που ζήτημα να χωρούσε ένα νυχτικό και μια βούρτσα, κι ένα κομψό κλουβάκι με έναν ζωηρόχρωμο μελισσοφάγο, ράχη και κεφάλι καστανοκόκκινα, σώμα γαλαζωπό, λαιμός αξέχαστα κίτρινος· ο οδηγός δεν την κατσάδιασε να τα βάλει στον χώρο των αποσκευών κάτω παρά την άφησε να πιάσει δύο καθίσματα, ένα αυτή, ένα ο μελισσοφάγος κι η βαλίτσα, και στο λεωφορείο βούιζαν οι ερωτήσεις που θα της έκαναν οι συνεπιβάτες της αν κατάφερναν να ξαναβρούν τη λαλιά τους, αλλά όταν την ξαναβρήκαν, η γυναίκα είχε κατέβει στην πόλη κι είχε τρέξει κι είχε προλάβει να περάσει τη διάβαση και να χαθεί σε ένα σοκάκι και δεν την ξανάδαν, μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν για εκείνη –ότι ήταν ψηλή, ότι δεν ήταν, ότι ήταν ξανθιά, όχι, ήταν καστανή, όχι, τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα με σκόρπια λευκά, ότι φορούσε ένα φόρεμα γκριζογάλανο, όχι, φορούσε ένα μαύρο φόρεμα που μπλάβιζε στο φως, ότι τα νύχια της ήταν μακριά και βαμμένα μαύρα, όχι, τα νύχια της ήταν κοντά και ροζ σαν του παιδιού, ότι σε όλη τη διαδρομή τους έλεγε ότι έφευγε, επιτέλους, για τα καλά από τα Σώχωρα, όχι, σε όλη τη διαδρομή δεν είχε βγάλει λέξη–, έτσι που πλέον όλα τα γύρω χωριά ήξεραν για τη γυναίκα και τον μελισσοφάγο και όσοι είχαν έστω μια φορά περάσει από τα Σώχωρα με το ΚΤΕΛ ισχυρίζονταν ότι κι αυτοί τους είχαν δει, μιαν εκδοχή τους έστω –ανάλογα το χρώμα του φουστανιού και των μαλλιών και της ομιλιτικότητας που είχε αποφασίσει καθένας τους για τη γυναίκα· για τον μελισσοφάγο κανείς δεν είχε να πει τίποτα πέρα από το ότι ήταν στο κλουβί του–, ότι κι αυτοί ήταν στο λεωφορείο, από πεντάχρονα μειράκια έως ογδοντάχρονα γερόντια.

Τώρα, λοιπόν, ο ψηλός ξερακιανός είναι όρθιος στον διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, και κόβει τον κακοκλιματισμένο αέρα του λεωφορείου στα δυο, και ξαναλέει στον οδηγό, «Στάση», ενώ οι συνεπιβάτες κοιτούν πότε τον ξερακιανό, πότε τα κόκκινα κουμπιά της στάσης, πότε τον οδηγό, πότε τον δρόμο έξω να βεβαιωθούν, εδώ είναι Σώχωρα, να η έρημη, μισοξεχαρβαλωμένη στάση, τα ίδια δέντρα που θεριεύουνε αφρόντιστα, ακλάδευτα, τα ίδια αμπαρωμένα σπίτια μαζεμένα σαν γατιά να λιάζονται πίσω από την πλατεία, η ίδια σωχωρίτικη ακινησία και σιωπή, και ο οδηγός αναρριγεί και γυρνά και τον κοιτά, «Εδώ;» ρωτά, και ο ξερακιανός μονάχα γνέφει. Το λεωφορείο σταματά· ο άντρας κατεβαίνει· τεντώνονται στα παράθυρα να προλάβουν μια τελευταία φορά το πρόσωπό του πριν φύγουν (αργότερα ο Κώστας του Ζηρού θα υποστηρίξει ότι είχε μούσι πυκνό κι ο Αλέξης του Καπάνταη ότι στα μάγουλα δεν είχε μήτε σκιά). «Πού πας;» του φωνάζει ο οδηγός, κι εκείνος, τα πόδια του σταθερά δρασκελίζοντας προς την άδεια πλατεία, η γυρισμένη πλάτη του μια τέλεια καστανοκόκκινη ευθεία, το παντελόνι του ανεξήγητα γαλάζιο, απαντά χωρίς να γυρίσει να τους ρίξει ματιά, «Πάω στη θάλασσα».

*Πρώτη δημοσίευση στη σειρά «Ο ήρωας του καλοκαιριού» του Έθνους και στο Fractal.

Σπαθόλουρο

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ειπώθηκε, όταν πέθανε, ότι ήταν μανιώδης του στοιχήματος, κι αυτό ήταν που του κόστισε τη ζωή του, αφού πρώτα κατέστρεψε τη ζωή της οικογένειάς του, παρότι η οικογένειά του παρευρέθηκε σύσσωμη στην κηδεία και δεν έλειψαν μάλιστα και τα δάκρυα («Τι να κάνουν κι αυτοί» σχολίασε κάποια κυρία· ήθελε να προσθέσει ότι και τα καθάρματα όλο και κάποιος βρίσκεται να τα πενθήσει, εφόσον για κάποιους δεν ήταν καθάρματα ή τέλος πάντων ήταν τα δικά τους καθάρματα, δεν πρόλαβε όμως να το πει επειδή κάποιος από παραδίπλα ξερόβηξε κοιτάζοντάς τη με νόημα· έπρεπε να τηρηθεί η ευπρέπεια που ο μακαρίτης είχε μέχρι τέλους αποφασίσει να μην τηρεί, ακόμα και μετά θάνατον να μην του γίνει το χατίρι). Το τελευταίο στοίχημα το είχε βάλει με τον εαυτό του (αυτό, βεβαίως, δεν το γνώριζαν οι μακαρίως ή άλλως πώς πενθούντες): πόσο θα ζήσω ακόμα· ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κοιτούσε εναγωνίως το ρολόι στον τοίχο ενώ δίπλα του η γυναίκα του ακολούθησε το βλέμμα του και μετά γύρισε στον γιο του (τον μεγάλο, ο μικρότερος είχε πάει στην κουζίνα να πιει νερό) «Πάει, χάθηκε»· εννοούσε ότι ο άντρας της είχε πια χάσει την επαφή με τον κόσμο τούτο (τη λίγη που είχε, τέλος πάντων) και ό,τι στερνές κουβέντες είχαν να του πουν θα πήγαιναν στον βρόντο (όπου, βεβαίως, είχαν πάει και όλες οι προηγούμενες)· στον ίδιο βρόντο θα έπρεπε να πάνε, μπαίνοντας από το ένα αφτί και βγαίνοντας από το άλλο, τυχόν στερνές κουβέντες που είχε εκείνος να πει σε αυτούς· όσο για τον τότε ετοιμοθάνατο και νυν μακαρίτη, για λίγο νόμισε πως η γυναίκα του ήξερε τα περί στοιχήματος και αυτό εννοούσε πως είχε χαθεί· πράγμα που δεν ήταν αλήθεια (ότι το ήξερε, αλλά κυρίως το ότι είχε χαθεί), είχε ήδη ζήσει μάλιστα και σχεδόν μισό λεπτό παραπάνω· οπότε, «Όχι» είπε, και με αυτό το όχι τους άφησε, ευχαριστημένος· «Οχιά» είπε ο γιος του, μα ο πατέρας του αυτό δεν το άκουσε.

*Πρώτη δημοσίευση: Ανθρώπινο #2

Η καρακάξα

Η γυναίκα του είναι κρεμασμένη πλάι στο τραπέζι· σκαλώνει το φως στο κορμί της και πέφτει μια μακριά σκιά ως τον τοίχο, μαυρίζει την πεσμένη καρέκλα που κλότσησαν τα πόδια της πριν πεθάνει, τα καδράκια που είδαν τα μάτια της πριν πεθάνει, κι από το παράθυρο βλέπει μια καρακάξα καθισμένη στον φράχτη απάνω, μπορεί κι αυτή να την είδε πριν πεθάνει· τις αγαπούσε τις καρακάξες η γυναίκα του, της άρεσαν οι ουρές τους· κομψά πουλιά, του έλεγε, και παρεξηγημένα.

Τα κορν φλέικς μουλιάζουνε μέσα στο γάλα· λίγο ακόμα ν’ αργήσουν τα παιδιά και δεν θα τρώγονται, θα γίνουν χυλός. «Παιδιά, ελάτε», φωνάζει, η φωνή του πολύ σταθερή, βγάζει λέξη τη λέξη με κόπο μην του βγει ψιλή και τ’ ανησυχήσει· το φόρεμά της το ανασαλεύει μια πνοή αέρα· η καρακάξα ανοίγει τα φτερά, απογειώνεται· τα βήματα των παιδιών ακούγονται απ’ τη σκάλα· φτάνει η μέντα απ’ την ανάσα τους, φρεσκοπλυμένα δόντια· στη γωνιά των χειλιών του μικρού έχει μείνει λίγος λευκός αφρός. Σκύβει και με τ’ ακροδάχτυλα τον σκουπίζει, πολύ απαλά, ξαφνιασμένος απ’ την αφή – το δέρμα του γιου μου υπάρχει ακόμα, σκέφτεται· ο γιος μου υπάρχει ακόμα, σκέφτεται· το δέρμα του γιου μου είναι ακόμα ζεστό, σκέφτεται· εγώ είμαι κρύος· κι ο γιος του τον κοιτάζει, «Μπαμπά;» του κάνει, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– τραβάει το χέρι του και του χαμογελά, τάχα ότι είναι εντάξει. Πρέπει να προσέχει, του είπαν, μη φοβηθούν τα παιδιά· μην ταραχτούν πολύ, δεν κάνει· να προσέχει, η ζωή τους να είναι όσο το δυνατόν κανονική, φαγητό στο τραπέζι τις ώρες που πρέπει, ξύπνημα τις ώρες που πρέπει, ύπνος τις ώρες που πρέπει· να τους μιλάει ήρεμα· να μην τους κρύψει πως είναι λυπημένος· να μην τους δείξει πόσο. Δουλειά ταχυδακτυλουργού. Δουλειά γίγαντα. Δουλειά θεού. Μπορεί, αν θέλει,να τους μιλήσει για τον θεό, του είπαν, αλλά με προσοχή: μην πιστέψουν ότι ο θεός τιμώρησε τη μητέρα για κάποια αμαρτία· μην πιστέψουν ότι ο θεός τα τιμωρεί για κάποια αμαρτία, δεν κάνει. «Τι δεν κάνει, μπαμπά;» ρωτάει ο γιος του, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– ψάχνει τη λέξη στα χείλη του, ούτε που το κατάλαβε ότι μίλησε, γεμίζει το ποτήρι του γιου του χυμό και γεμίζει το ποτήρι της κόρης του χυμό και λέει στα παιδιά του «Καθίστε» και τα παιδιά του κάθονται, και κάθεται κι ο ίδιος, και κοιτάζει τα πόδια της – έπεσαν οι παντόφλες της, βγήκαν όπως έπεσε η καρέκλα, μείναν τα δάχτυλά της γυμνά, τα νύχια της βαμμένα ένα βερνίκι κόκκινο, λίγο φθαρμένο στις άκρες· του είπε η αδερφή της πως πριν τη βάλουνε στην κάσα τα ξέβαψαν, γιατί δεν κάνει να βάζουνε τις πεθαμένες στο χώμα με τα νύχια κόκκινα. «Δεν θέλω να πάω σχολείο, μπαμπά», λέει ο γιος του· πρέπει να τον ρωτήσει γιατί· αν τον κοιτάνε τα παιδιά παράξενα, αν λένε τίποτα, αν τον ρωτάνε· αλλά δεν ρωτάει· «Πρέπει να πας», του λέει, και πίνει μια γουλιά καφέ – τα νύχια της κόκκινα, και δεν κάνει· η γυναίκα του νεκρή, και δεν κάνει· τα νύχια τα ξεβάφεις· τους ανθρώπους δεν τους ξεπεθαίνεις· ωστόσο, του είπαν, η ζωή πρέπει να συνεχιστεί· πρέπει να συνεχίσεις, για το καλό των παιδιών σου – κι ο γιος του πίνει μια γουλιά χυμό και δεν επιμένει και η κόρη του λέει, «Εντάξει, μπαμπά, θα πάμε σχολείο», κι αυτός – εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ· κι ακόμα σκέφτεται, η κόρη μου έγινε μάνα μου, γιατί σωπαίνει όσο πρέπει, γιατί όταν μιλάει κάτι στη φωνή της την κάνει να ακούγεται πολύ μεγάλη, κάτι στα μάτια να φαίνεται πολύ μεγάλη, μπορεί να φταίει το φως ή που δεν είναι πολύ στα καλά του, γιατί στην άκρη του ματιού κοκκινίζουν τα νύχια της γυναίκας του.

Ψάχνει με το βλέμμα την καρακάξα, μα καρακάξα δεν φαίνεται. Κάθε πρωί έρχεται και τον κοιτάζει που κοιτάζει τη γυναίκα του. Μετά φεύγει και τον αφήνει με τα παιδιά. Δεν τους έχει πει πως εδώ είναι κρεμασμένη η γυναίκα του, η μάνα τους, εδώ, σ’ αυτό το δωμάτιο. Του είπαν, μην μπεις σε λεπτομέρειες, όχι ακόμα· του είπαν, πες πως ήτανε άρρωστη η μαμά, πως τώρα ξεκουράστηκε, πως είναι σ’ έναν ήρεμο τόπο και από εκεί που είναι τους αγαπάει ακόμα. Ο γιος του ρώτησε όταν του το είπε: «Δηλαδή εδώ δεν ήταν ήρεμα; Γιατί δεν μας το είπε να κάνουμε ήρεμα; Γιατί να μην μας αγαπάει ακόμα από εδώ;» Δεν ήξερε τι να του πει. Δεν του είχαν πει τίποτα να του απαντήσει σ’ αυτό.

Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα κρεμασμένη ανάμεσα στο τραπέζι της κουζίνας και τον τοίχο. Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα πεθαμένη με τα νύχια κόκκινα. Η μητέρα σας σας αγαπάει ακόμα με την καρέκλα πεσμένη, τις παντόφλες βγαλμένες, τη θηλιά στον λαιμό. Η γυναίκα μου με αγαπάει ακόμα με το φως να τη δέρνει λοξά από το παράθυρο και τη μάνα της να μου λέει πως εγώ φταίω που. Εγώ φταίω που. Πού φταίω εγώ; Για ποιο πράγμα να ζητήσω συγνώμη και πόσες συγνώμες θα τη φέρουνε πίσω κι από πού να τη φέρουνε πίσω;

Τα παιδιά τρώνε τα κορν φλέικς. Τα μάτια τους πάνω του με προσοχή, άκρη άκρη. Τα μαλλιά του μικρού θέλουνε κούρεμα. Και των δυο τα νύχια, κόψιμο. Προχθές πήγε να κόψει τα νύχια της μικρής – δεν τον άφηνε και δεν επέμεινε, μην τη ζορίσει. Ήταν κι η καρακάξα που φάνηκε εκείνη την ώρα στο περβάζι και κάρφωσε τα μάτια της στο ψαλιδάκι που γυάλιζε. Η κόρη του κοίταξε την καρακάξα και είπε, και κάτι στη φωνή της την έκανε να ακούγεται πολύ μεγάλη, κάτι στα μάτια να φαίνεται πολύ μικρή, «Ωραίο πουλί η καρακάξα, μπαμπά· μην τη φοβάσαι, δεν είναι κακή». «Όχι, καλό μου, δεν είναι κακή, τα πουλιά δεν είναι κακά», της είπε. Η κρεμασμένη γυναίκα του τ’ άκουσε μα δεν μίλησε· η άλλη του γυναίκα, η ζωντανή, θα του ’λεγε, μόλις έφευγε το παιδί, σα μεγαλώσει να της εξηγήσεις ποια πουλιά εννοείς, ότι μόνο τις καρακάξες, τα πουλιά τα φτερωτά εννοείς, και θα γέλαγε. Είχε ωραίο γέλιο η γυναίκα του εκείνη, ως το βάθος των ματιών της έφτανε, αλλά δεν της ήταν αρκετό· τίποτα δεν είναι αρκετό τελικά, σκέφτεται. Στο τραπέζι τού είχε αφήσει ένα σημείωμα· φοβάμαι πως δεν είμαι αρκετή, του έγραφε· να προσέχεις τα παιδιά, του έγραφε· για εσάς θα είναι καλύτερα έτσι, του έγραφε· συγνώμη, του έγραφε, κι εκεί στο συγνώμη τελείωναν όσα είχε να του γράψει ή δεν ήξερε τι άλλο να του γράψει ή δεν είχε κουράγιο να του γράψει εκείνο το άλλο, γιατί όσο της απέμενε το χρειαζόταν για την καρέκλα, και τη θηλιά, κι έτσι άφησε τη συγνώμη χωρίς μια τελεία από δίπλα και το σημείωμα χωρίς τ’ όνομά της και το χαρτί πάνω στο τραπέζι και πάνω στο τραπέζι είχε μείνει ένα βραχιόλι υγρασία από ένα ποτήρι και το χαρτί βράχηκε και τα γράμματα πότισαν.

Μαζεύει τα πιάτα των παιδιών, μεγάλες γαβάθες με τον Σιλβέστερ και τον Τουίτι πάνω, και τ’ αφήνει στον νεροχύτη, ενώ ο αέρας ανασαλεύει το φόρεμά της, ένα μπλε φουστάνι που είχε χρόνια να το φορέσει επειδή είχε παχύνει και δεν της χώραγε, το είχε ξεθάψει τους τελευταίους μήνες που είχε χάσει καμιά δεκαριά κιλά και τ’ άλλα της ρούχα κρεμούσαν πάνω της μέχρι που κρεμάστηκε, ξεθάβονται τα φουστάνια και ξαναζούν, οι νεκροί και να ξεθαφτούνε όχι, δεν ξαναζούν, κι αυτός τώρα λέει στα παιδιά του, «Να είστε καλά παιδιά σήμερα, ήσυχα», και τα καλά, ήσυχα παιδιά του κουνάνε τα κεφάλια πως ναι, αυτό θα κάνουν, και ο καθόλου καλός, καθόλου ήσυχος και καθόλου παιδί πατέρας τους πιάνει από ένα χεράκι σε κάθε χέρι και προσεκτικά διασχίζει την απόσταση έως την πόρτα, πολύ προσεκτικά, μην κι ακουμπήσει την καρέκλα, το φουστάνι, τα νύχια, την κρεμασμένη γυναίκα του, κι όταν η κόρη του ανύποπτη ακουμπάει άκρη άκρη το φουστάνι την τραβάει απότομα, κι εκείνη τον κοιτάζει, στα μάτια πολύ μικρή, στη φωνή ακόμα μικρότερη, «Μπαμπά;» μισορωτάει-μισοπαραπονιέται, κι αυτός –εγώ είμαι ο μπαμπάς, σκέφτεται· ο μπαμπάς είμαι εγώ– της ψελλίζει, «Συγνώμη, μωρό μου», κι είναι παρήγορο που μπορεί να της ζητήσει συγνώμη, παρήγορο που ξέρει γιατί της ζητάει συγνώμη, παρήγορο που μπορεί να τον ακούσει κι ίσως ακόμα και να τον συγχωρέσει, παρήγορο μα όχι αρκετό, και βγάζει τα παιδιά του στην αυλή –η καρακάξα πουθενά· πέντε κατακόκκινες παπαρούνες σύρριζα του φράχτη· παραδίπλα η μεγάλη κόκκινη τριανταφυλλιά, το καμάρι της ζωντανής γυναίκας του, το καμάρι της κρεμασμένης· σκέφτεται ότι είναι περικυκλωμένος από κόκκινο· σκέφτεται, θα κοκκινίσει στο τέλος η όρασή μου και θα πεθάνω, αλλά του είπαν πως ούτε να το σκεφτεί να πεθάνει, να κάνει ό,τι κι η κρεμασμένη γυναίκα του, δεν κάνει – και τα βάζει στο αυτοκίνητο και ξεκινάνε για το σχολείο. Του είπαν να μην τ’ αφήνει πολύ μόνα τους τώρα στην αρχή. Μετά ήρθαν άλλοι και του είπαν να συνεχίσει ακριβώς όπως πριν, να τ’ αφήνει τόσο μόνα, όσο ήταν πριν. Σκέφτεται το πριν. Σκέφτεται το τώρα, αυτό το μαύρο το κατάστικτο από κόκκινο, την κρεμασμένη του γυναίκα, την επισκέπτρια καρακάξα. Σκέφτεται ότι δεν ξέρουν τι να του πουν και γι’ αυτό ακριβώς του λένε τόσο πολλά, να καλύψουν την άγνοια, να γεμίσουν τη σιωπή, να προλάβουν την ερώτηση για το μετά. Ποιο μετά; Σκέφτεται ότι ο τόπος είναι γεμάτος απότομες στροφές και γκρεμούς σπλαχνικά άσπλαχνους· θα μπορούσαν να ρουφήξουν το αυτοκίνητο ωραία, τακτικά και γρήγορα και μέσα στο αυτοκίνητο αυτόν, και τον μικρό, και τη μικρή, να τους ξεράσουν σ’ εκείνον τον ήρεμο τόπο όπου η μαμά ξεκουράζεται, απ’ όπου η μαμά τούς αγαπάει ακόμα. Σκέφτεται ότι ο ήλιος παραείναι λαμπρός, οι παπαρούνες παραείναι κόκκινες, τα σπίτια παραείναι όρθια, ότι αυτά που παραείναι θα έπρεπε να είναι αρκετά αλλά δεν είναι, ότι ούτε αυτός είναι αρκετός: τα παιδιά του δεν έχουν ανάγκη αυτόν, μα κάποιον άλλον. Έναν ταχυδακτυλουργό. Έναν γίγαντα. Έναν θεό.

Η διαδρομή είναι μικρή· ο γιος του σφυρίζει· κι η κόρη του απλώνει το χέρι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο και του δείχνει, «Εκεί, μπαμπά, μια καρακάξα».

*Πρώτη δημοσίευση: 15 βγαίνουν με κόκκινο, εκδόσεις Τόπος, 2014.

Αύριο

στον Θάνο Μυλωνέρο

Όταν πρωτόρθανε, ο παλιός είπε ότι ήτανε οι πρόγονοί μας, οπότε σαν σκοτώσανε τον πρώτο, είπαμε πως θα του άξιζε.

Μετά ξανάρθανε, μικροί στις μεγάλες βάρκες τους, μεγάλοι στα μικρά ακρογιάλια μας, κι άρχισανε να πυκνώνουνε οι νεκροί, έτσι που πια ξέραμε ότι ούτε οι νεκροί ήτανε προδότες, ούτε οι άλλοι ήτανε πρόγονοι.

Τ’ ακόντιά τους ξερνούσανε μαύρη σκόνη και φωτιά και κανένας δεν γλίτωνε. Είχανε παράξενες λέξεις για τον κόσμο και τα πράγματα, ονόματα που δεν ξέραμε, πράγματα που δεν είχαμε ξαναδεί.

*

Μας κυνηγήσανε πέρα απ’ την κοιλάδα. Κατάλαβα ότι δεν θα ξαναγυρνούσαμε ίδιοι, όταν περάσαμε απ’ το μέρος όπου είχαμε θάψει τη μάνα τον καιρό που πρωτόρθανε οι μεγάλες τους βάρκες. Βιαζόμασταν τόσο που ούτε σταματήσαμε να χορέψουμε στον τάφο της. Ξοπίσω μας φωνάζανε εκείνα τα ζώα τους που τα λένε σκυλιά. Έπρεπε να φύγουμε. Αν καταφέρναμε να φτάσουμε πίσω απ’ το βουνό, λέγαμε, θα ’μασταν καλά. Πίσω απ’ το βουνό δεν θα ’ταν κανείς, και να ’ταν, θα ’ταν δικός μας. Θα φτάσουμε, αύριο, αύριο. Η αγαπημένη λέξη της μάνας, γιατί ποτέ δεν βγαίνει ψέμα, τ’ αύριο πάντα έρχεται.

Όταν φτάσαμε πίσω απ’ το βουνό, είδαμε που ’φτιαχναν κι εκεί αυτά που λένε σπίτια. Έπεσε η νύχτα και γλίστρησε ο αδελφός μου κατακεί να δει. Τον πρόφτασε ένας απ’ αυτούς που κυνηγούσαν πιο κοντά στη θάλασσα, ντυμένος με ρούχα λευκού. Ξέπνοος. Το σκάω, του είπε. Γυρνώντας στην κρυψώνα μας τον έφερε μαζί.

Μας είπε: Στα σπίτια μάς έπιασε όλους μεγάλο κακό. Δυο παιδιά απ’ τους ανατολικούς πέθαναν. Ένα πέθαινε τώρα που ’φευγα. Η άσπρη αρρώστια. Γι’ αυτό φεύγω. Ξέρω ότι μερικοί, ανατολικοί, βόρειοι, ανάκατοι, αρνηθήκανε ν’ ακολουθήσουνε τον άνθρωπο του θεού, και θα τους γυρέψω.

Κοιταχτήκαμε με τον αδελφό μου. Δεν είπαμε τίποτα. Κι εμείς είχαμε αρνηθεί ν’ ακολουθήσουμε τον άνθρωπο του θεού. Κι εμείς τους γυρεύαμε. Να τους βρούμε αδύνατο.

Ο άνθρωπος του θεού γυρνούσε πολλά φεγγάρια τον τόπο, και σ’ όσους συναντούσε έλεγε να τον ακολουθήσουνε· και σ’ εμάς το ίδιο είχε πει. Όσοι πιστέψετε στον θεό, δεν θα σας πειράξουνε. Θα σας δώσουνε φαγητό, γη. Θα ζήσετε. Από ζώα θα γίνετε άνθρωποι. Τους άλλους θα σας κυνηγήσουνε και δεν θα ησυχάσουνε, αν δεν σας σκοτώσουνε όλους. Και θα σας σκοτώσουνε όλους, σαν τα ζώα που είστε. Έτσι έλεγε. Έτσι τους μάζεψε στα σπίτια.

Μας είχε πει ότι ο θεός είναι ο πιο παλιός πρόγονος. Ο πρόγονος όλων των προγόνων. Αυτός που είδε τα βουνά να φτιάχνονται κι άνοιξε τις κοιλάδες με τα βήματά του κι ονόμασε όλα τα ζωντανά. Αλλά ο άνθρωπος του θεού δεν ήξερε να μας πει πώς λεγότανε η αράχνη που περπατούσε στο πόδι του αδελφού μου, ενώ εμείς ξέραμε. Έτσι καταλάβαμε ότι, αν ήτανε πρόγονος, αυτός ο θεός δεν ήτανε δικός μας πρόγονος, κι αποφασίσαμε ότι δεν θ’ ακολουθούσαμε τον άνθρωπό του. Πριν μαυρίσει πάλι η νύχτα, η μια απ’ τις γυναίκες που είχε μαζί του για να μας εξηγούνε τις λέξεις του, η κόρη ενός παλιού από πίσω απ’ το βουνό, με πήρε στην άκρη και μου είπε πως αν δεν ακολουθούσαμε, οι άλλοι λευκοί μαζί του θα μας χτυπούσανε με τ’ ακόντιά τους που ξερνούσανε μαύρη σκόνη και φωτιά. Αλλού, μου είπε, βγαίνανε τα βράδια και μας σκοτώνανε, και κόβανε τα χέρια των νεκρών για να τα πάνε στον παλιό τους, κι όσο πιο πολλά χέρια του πηγαίνανε, τόσο πιο ευχαριστημένος ήτανε, και τους έταζε τις κοιλάδες και τα βουνά για δικά τους. Μου είπε, αν θέλετε να ζήσετε, πρέπει ν’ ακολουθήσετε, γιατί ο δικός μας καιρός έχει τελειώσει. Οι κοιλάδες τώρα είναι δικές τους. Τ’ αύριο δικό τους κι αυτό.

Έτσι φύγαμε κρυφά, πριν ξημερώσει, αφού πήραμε με τη χούφτα και κατάπιαμε λίγη απ’ τη στάχτη της φωτιάς να σβήσουμε κι εμείς, να μην μας βλέπουνε.

Ο άλλος είπε ότι θα ’ρθει μαζί μας. Έβγαλε τα ρούχα του λευκού, τα ’θαψε στη ρίζα ενός δέντρου. Στο σπίτι με φωνάζανε Ιερεμία, είπε. Δεν είχε καταλάβει τι σήμαινε τ’ όνομα. Μας είπε, όπως μακραίναμε, ότι κάποια κορίτσια τα ’χανε πουλήσει για γυναίκες στο πέρα νησί, στους λευκούς του. Τις παίρνανε μαζί τους στις βάρκες και μαζεύανε ψάρια, έτσι ζούσανε. Αυτές, τουλάχιστον, δεν τις κυνηγούσε κανένας να τους κόψει τα χέρια, γιατί αυτοί έχουνε τόσο λίγες γυναίκες, που καταδέχονται τις δικές μας.

Περπατήσαμε όλο το βράδυ μακριά απ’ τις φωτιές τους, μακριά απ’ το βουνό και απ’ την κοιλάδα, ακολουθώντας το μεγάλο αστέρι, προς τα κει όπου ίσως ζούσαν ακόμα αυτοί που λένε πως φτάσανε εδώ πρώτοι, όχι με βάρκα μεγάλη σαν των λευκών, μα περπατώντας ένα μακρύ μονοπάτι που ’χανε φτιάξει ρίχνοντας βουνά στη θάλασσα οι πρόγονοι για να γεμίσει αυτός ο κόσμος, μονοπάτι που μετά το κατάπιε το νερό. Ο παλιός μας έλεγε ότι το κατάπιε για να μην έρθει ο λευκός, μα ο λευκός ήρθε, και τώρα την αρρώστια του την έπιασε και ο Ιερεμίας, και ο αδελφός μου, και καίνε, και πεθαίνουνε. Κατεβαίνει ο ήλιος κι ανεβαίνει ο ήλιος, και καίνε, και πεθαίνουνε. Ο Ιερεμίας είπε ότι η άσπρη αρρώστια πηδάει από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως πηδάει από δέντρο σε δέντρο η φωτιά. Νόμιζε πως φεύγοντας είχε τρέξει γρηγορότερα, μα όχι, και τώρα μου λένε και οι δυο να φύγω και να τους αφήσω. Και φεύγω και τους αφήνω.

Έπεσα σε μια στοίβα πτώματα. Θαρρώ τον έναν τον ήξερα, κάποτε που πηγαίναμε με τον πατέρα για κυνήγι τον συναντούσαμε. Είχε μια φωνή σαν πουλί και μας άρεσε όταν μ’ αυτή τη φωνή έλεγε ποιοι τον γεννήσανε και ποιοι είχανε γεννήσει αυτούς που τον γέννησανε και με ποιους ζούσε και πού κυνηγούσε. Πήγα πιο κοντά, η μπόχα μεγάλη, η στοίβα ψηλή, τα μάτια ήδη φαγωμένα. Χέρια δεν είχανε. Δεν έμεινα να τους θάψω, έτρεξα.

Εκείνο το βράδυ έφαγα χώμα μαζί με το φαΐ μου. Τα ξημερώματα άκουσα τα σκυλιά να φωνάζουνε, κι έφυγα, έφυγα.

Απ’ όπου περνώ δεν βλέπω δικό μου ζωντανό. Λίγα ίχνη βλέπω, παλιά, μισοσβησμένα, ασήμαντα. Στα σπίτια της άσπρης αρρώστιας μπορεί να ’χουνε όλοι πεθάνει. Μπορεί γι’ αυτό να μυρίζω αίμα όπου πατώ. Στο νησί οι γυναίκες θα βγαίνουνε για ψάρεμα. Θα γεννάνε λευκά παιδιά ή μαύρα; Λένε πως το δικό τους αίμα είναι δυνατότερο. Γι’ αυτό κάθε τόπος δικός τους.

*

Είναι ένα όνομα που ο λευκός δεν ξέρει. Μας το μαθαίνει η μάνα μας σαν πρωτοβγαίνουμε για κυνήγι, και δεν επιτρέπεται να το ξαναπούμε, παρά μόνο στα παιδιά μας, για να το πούνε στα δικά τους παιδιά. Είναι τ’ όνομα που θα ρωτήσουνε οι πρόγονοι όταν ξαναφτιάξουνε το μονοπάτι για να γυρίσουμε στον κόσμο απ’ όπου ήρθαμε.

Τις νύχτες τους βλέπω στον ύπνο μου να ρίχνουνε τα βράχια για να το φτιάξουνε. Σαν ξυπνώ μονοπάτι δεν φαίνεται· ένα μονάχα αστραφτερό λουρί στη θάλασσα όπως βυθίζονται ο ήλιος και το φεγγάρι. Η θάλασσα γυαλίζει γιατί ξεπλένεται η σκόνη τ’ ουρανού απ’ τον ήλιο, απ’ το φεγγάρι, όπως βυθίζονται. Κάθομαι και κοιτάζω. Μπορεί από μάνα σε παιδί τ’ όνομα ν’ άλλαξε. Μια και κανένας δεν το ’χει ακούσει από άλλον, μια και κανένας δεν το ’χει πει παρά μόνο μια φορά, μπορεί τ’ όνομα να ’γινε σαν τη σκόνη του φεγγαριού. Μπορεί να φαίνεται πως είναι η ίδια σκόνη, μα το φεγγάρι κάθε που βυθίζεται τη χάνει· κάθε φορά που βγαίνει απ’ το νερό την ξαναβρίσκει, μα όχι ίδια.

Οπότε κανένας, όταν ανοίξει το μονοπάτι, αν, δεν θα ξέρει να το πει, ακόμα κι αν ζει για να το πει. Για μας αυτός είναι ο τόπος. Άλλον δεν θα δούμε. Αύριο, πάλι αύριο, ο ίδιος τόπος.

Τ’ άλλο πράμα με τ’ αύριο, έλεγε η μάνα, είναι ότι ενώ πάντα έρχεται, δεν σε φέρνει πάντα μαζί του.

*Πρώτη δημοσίευση: Fractal, #16

Φεύγει το νησί

Πριν τους ανθρώπους, λέγαν, στη θέση του νησιού έβλεπες μόνο θάλασσα, φουσκωμένη και γκρίζα· έπειτα αναδύθηκε απ’ τα νερά το ηφαίστειο με μια μεγάλη έκρηξη, και κάποτε, όταν υπήρχαν πια άνθρωποι κι ανθρώπινα χρόνια, κατοικήθηκε. Οι εκρήξεις του ηφαιστείου άφηναν εύφορα χώματα και αλαφρόπετρα· οι κάτοικοι το καθησύχαζαν και το ευχαριστούσαν με θυσίες στον ναό κάποιου παλιού θεού στο ύψωμα. Αιώνες μετά, όταν είχαν σκοτωθεί οι παλιοί θεοί, στη θέση του ναού χτίστηκε μια Παναγιά, που την είπαν της Λάβας, κι εκεί ανέβαιναν κάθε δεκαπενταύγουστο τάχα για να γιορτάσουν τις Μαρίες, μα στο βάθος, για να λατρέψουν, όπως άλλοτε, το ηφαίστειο, και, μερικοί νεότεροι, για να λατρεύουν άλλα ηφαίστεια, εφόσον ο τόπος, λόγω απομόνωσης και θέας, ήταν ιδανικός για εραστές. Η Παναγιά τα κοιτούσε όλα αυτά κι άχνα δεν έβγαζε, ως συνηθίζουν άλλωστε οι άγιοι — μόνο το ηφαίστειο μερικές φορές ανέβαζε καπνό όταν άκουγε υποσχέσεις που δεν ήταν για να τηρηθούν. Άρχιζαν οι κάτοικοι τις λιτανείες, και το ηφαίστειο έπαυε, όχι ότι έπειθαν την Παναγιά οι προσευχές — απλώς η μυρωδιά του λιβανιού τη λίγωνε, και το ηφαίστειο τη λυπόταν.
Στα 1912, το ηφαίστειο παρακολούθησε τα ραντεβουδάκια της Λενιώς με τον Ηλία, της Φυλαχτής με τον Θωμά και της Άννας με τον Ζαχαρία· ο Ηλίας την πήρε τη Λενιώ —ο γάμος έγινε στην ίδια Παναγιά—, ο Θωμάς έκλεψε τη Φυλαχτή —παντρεύτηκαν σ’ άλλο νησί, δεν ξαναγύρισαν— και μόνο η Άννα έμεινε να περιμένει τον Ζαχαρία, που έφυγε να κάνει την τύχη του για να τη ζητήσει, έτσι της είπε· το πρώτο γράμμα και στερνό ήρθε απ’ την Τεργέστη — έπιασε η αδελφή του την Άννα μετά τη λειτουργία και της είπε, «Πήραμε γραφή». Ο Ζαχαρίας δεν είχε γράψει στην Άννα, επειδή ήταν αγράμματη, και ο τόπος μικρός με μεγάλα τα στόματα, κι αυτή δαχτυλίδι δεν είχε, τον λόγο του μόνο, μα δίχως μάρτυρες· έγραφε, της είπε η αδελφή του, πως περίμενε το καράβι για την Αμερική — έστελνε χαιρετισμούς σε όλους, κι είχε πλάι στ’ όνομά του ζωγραφίσει έναν κύκλο, συμφωνημένο σημάδι πως σκεφτόταν την Άννα κι η καρδιά του ήταν στη θέση της.
Στις 15 Απριλίου 1913, ένας υπάλληλος στο Έλις Άιλαντ κατέγραψε την άφιξη του Ζαχαρία Π., 25 ετών, με το Παννονία εκ Τεργέστης· η Άννα, ανήξερη, είχε κλειστεί στο σπίτι· δυο-τρία προξενιά που φτάσανε τ’ αρνήθηκε και οι δικοί της ήταν έξαλλοι. Καλοκαίρι του ’14 έφτασε το τελευταίο προξενιό — τ’ αρνήθηκε κι αυτό, κι όταν αποφάσισε επιτέλους ο πατέρας της πως το επόμενο δεν θα ήταν στο χέρι της να τ’ αρνηθεί, η Άννα ανέβηκε ως την Παναγιά, μέρα πανηγυριού, κι άρχισε απ’ τον βράχο να ραίνει το εκκλησίασμα λεμονανθούς και ροδοπέταλα φωνάζοντας, «Αμέρικα, Αμέρικα», έτσι που είπαν, «Πάει αυτή, τρελάθηκε», και άλλο προξενιό δεν ήρθε. Ξεσπούσε πόλεμος στο μεταξύ, μα αυτό συνέβαινε αλλού, κι από τ’ αλλού δεν έφταναν συχνά νέα στο νησί· στους σεισμούς του κόσμου η Άννα περίμενε, σκαρφαλωμένη στην Παναγιά να κοιτάζει τη θάλασσα, κι ό,τι καράβι έβλεπε, νόμιζε πως της έφερνε τον Ζαχαρία.
Δεκαπενταύγουστο του ’19, με τη θάλασσα φουσκωμένη από ένα ύπουλο όγκωμα που το κοιτούσαν οι παλιοί και έλεγαν, «Για καλό δεν είναι», έφτασε, επιτέλους, γράμμα απ’ τον Ζαχαρία, «Υγιαίνω, εργάζομαι, ενυμφεύθην Ελληνίς εκ Στερεάς», κι έγινε σούσουρο μεγάλο· μα όταν η Άννα έπιασε την αδελφή του μετά τη λειτουργία και της είπε, «Πήρατε γραφή;», η άλλη ούτε την κοίταξε, κι η Άννα, που κατάλαβε, ρώτησε παρόλα αυτά, «Κύκλο πλάι στ’ όνομά του έχει;» Η αδελφή του κούνησε το κεφάλι, όχι, κι η Άννα έγνεψε κι έφυγε. Περπατούσε αργά κι έκαιγε ο ήλιος τα μαλλιά και τα ρούχα της μα αυτή δεν έλεγε ν’ ανοίξει το βήμα, και μουρμούριζε, «Αμέρικα, Αμέρικα».
Σκεφτόταν, αν είναι να ραγίσει η καρδιά μου και να σπάσει, να ραγίσει τώρα, να σπάσει τώρα· μα αντί να σπάσει η καρδιά της, άρχισε να σπάει το νησί απ’ τη ρίζα του, να γλιστράει, μ’ έναν μακρόσυρτο στεναγμό, ένα ξεφύσημα θειάφι απ’ το ηφαίστειο — γλιστρούσε αργά, και δεν το κατάλαβαν στην αρχή, μα έπειτα είδαν τον βράχο στο λιμάνι να βαδίζει, και κατάλαβαν ότι δεν βάδιζε ο βράχος, μα το νησί, κι ο καπετάνιος του Άη Γιώργη τους είπε ότι για να καταφέρει να πιάσει στο λιμάνι το κυνήγησε στη θάλασσα, και στήθηκαν απορημένοι πάνω απ’ τους χάρτες και το βράδυ σήκωσαν τα μάτια στ’ άστρα κι αναρωτιούνταν πού θα τους οδηγούσαν οι παλιές τους ρότες, αν όχι εδώ.
Έτσι περνούσανε οι μήνες και τα χρόνια στο εξής, με το νησί πότε να ξαποσταίνει, και πότε να βαδίζει, έτσι που τα καράβια ψάχνοντας το έβρισκαν, αν το έβρισκαν· μόνο ο Άη Γιώργης πάντα τα κατάφερνε και το ’βρισκε, και άρχισαν να λένε, «Αυτό το καράβι, ποτέ το άλλο»· και κάθε που πήγαινε να σπάσει μια καρδιά, δεν έσπαγε, μόνο έπρεπε οι άνθρωποι να ζούνε με το όγκωμα του αίματος στο στήθος, και το νησί όλο έκανε πέρα δώθε, ώσπου αναγκάστηκαν, στο τέλος, γύρω του να σχεδιάσουνε στους χάρτες έναν κύκλο, κι ο κύκλος έδειχνε πού, περίπου, θα το έβρισκαν· αποκεί και πέρα ήταν θέμα τύχης.

*Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών, 4/7/2015

Η περιφορά

Αργότερα, κανείς δεν θυμόταν —κι ακόμα κι αν κάποιος το θυμόταν, βολικά παρίστανε πως δεν το θυμόταν— ποιος είχε ρίξει την ιδέα πρώτος, πάντως, εκείνη τη χρονιά, οι τέσσερίς τους βρέθηκαν να περιφέρουν στο Νιόφυτο έναν επιτάφιο εν είδει αποκριάτικου άρματος ή ένα αποκριάτικο άρμα εν είδει επιταφίου — άκουγες και τις δύο εκδοχές, ανάλογα του καθενός την πίστη.  Κάποιοι, βεβαίως, σκανδαλίστηκαν τόσο που προτίμησαν να το ξεχάσουν, το πράγμα ωστόσο αναντίρρητα συνέβη· «Ξέρετε τι θα είχε πλάκα», θα είπε εκείνος ο πρώτος, «Τι», θα τον ρώτησαν οι άλλοι τρεις, «Να περιφέρουμε τον επιτάφιο», και εφόσον όντως το έκαναν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ακόμα και ο συνήθως σιωπηλός και σοβαρός τέταρτος.  Βέβαια, δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν αυθεντικό επιτάφιο· τους απασχόλησε κάπως το θέμα αυτό, πού να φύλαγε ο παπάς τον επιτάφιο και πώς να τον πάρουν, αλλά παραήταν μεθυσμένοι ή τεμπέληδες ή και τα δύο για να το πολυσκεφτούν· θυμήθηκε, ευτυχώς —γι’ αυτούς· άλλοι θα διαφωνούσαν—,  ο Ματθαίος εκείνα τα τραπέζια, ορθογώνια, ψηλοπόδαρα και μεγαλούτσικα, που είχανε ξεμείνει στην αποθήκη του πατέρα του, απομεινάρια της ταβέρνας που είχε κάποτε —χρόνια κλειστή πια—, και νύχτα μπήκαν στην αποθήκη και βούτηξαν δυο από δαύτα κι ύστερα τα κάρφωσαν το ένα πάνω στο άλλο κι έτσι έκαναν τον επιτάφιο.  Στο κάτω τραπέζι αντί για την εικόνα του νεκρού Ιησού κάρφωσαν έναν χάρτη της Ελλάδας γιατί νεκρό Ιησού δεν είχαν εύκαιρο, είχαν όμως εύκαιρο τον χάρτη, κι είπαν να παραστήσουν ότι το όλο δρώμενο θα ήταν μια δήλωση πολιτική, ιδέα του Σταύρου αυτή που άκουγε τον μεγάλο του αδελφό όλο και πιο θυμωμένο να τα βάζει με όσους είχανε στο στόμα καραμέλα την Κρίση —που δεν ήξερε πώς ο Σταύρος μα πάντα τα κατάφερναν να την προφέρουν με το κάπα κεφαλαίο, το άκουγες—, για όλα λοιπόν την είχανε δικαιολογία, «Είναι κι η Κρίση, δεν λέω, μα η μαλακία μάς είχε βαρέσει απ’ τα πριν», έλεγε ο αδελφός του Σταύρου κι έφτυνε.  Πήγαν κι αγόρασαν ό,τι λουλουδικό βρήκαν, τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, κάτι άλλα λουλούδια που ούτε ήξεραν πώς τα λένε, και στόλισαν το σεπτό άχραντο πτώμα της Ελλάδος (διατύπωση του Γιώργου) κατεβάζοντας άφθονα τα τσίπουρα, τραγουδούσαν κιόλας ό,τι θυμούνταν από τα Εγκώμια, «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου», «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν», μα δεν τα θυμούνταν όλα και τελικά κατέληξαν να ψελλίζουν μασημένα ό,τι σπαράγματα τους έρχονταν στο μυαλό, Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ και λοιπά και λοιπά, ο Ματθαίος δεν ήταν σίγουρος ότι αυτά έψελναν οι κοπέλες στολίζοντας τον Επιτάφιο αλλά μια και κανείς δεν ήξερε ν’ απαντήσει τον άφησαν στις αμφιβολίες του, γνωστό τοις πάσι εξάλλου ότι είχε δύο βίδες λάσκα.  Τα λουλούδια φυσικά αναγκάστηκαν να τα καρφώσουν καθότι τα τραπέζια δεν είχαν τα βολικότατα εκείνα σκαλίσματα στα οποία έμπηγαν κι έδεναν οι κοπέλες τα άνθη, και κάπως έτσι ξεχύθηκαν στους δρόμους του Νιόφυτου με τους λοιπούς συγχωριανούς λιλιπούτειους καρναβαλιστές (διατύπωση του Γιώργου) κι έναν επιτάφιο που ξερνούσε στραπατσαρισμένα άνθη στο διάβα του και την γριά Σοφία να τους φωνάζει από την αυλή της θεομπαίχτες με τη γάτα της να στριγκλίζει πλάι στη λεμονιά.  «Τι θεομπαίχτες, θειά, κηδεύεται η Ελλάς, δεν βλέπεις τι γίνεται», της φώναζε ο Γιώργος κι ήταν πολύ μεθυσμένοι οι τέσσερίς τους και πολύ ευχαριστημένοι, και δώστου πάλι Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ κι η γριά Σοφία τους απειλούσε με τη μαγκούρα της αλλά είχαν ήδη αλλάξει τετράγωνο κι εξάλλου οι υπόλοιποι συγχωριανοί λιλιπούτειοι καρναβαλιστές γελούσαν και τέλος πάντων είχαν δει ένα σωρό ρεπορτάζ από διάφορα καρναβάλια ανά τη χώρα για να αισθάνονται μια κάποια σιγουριά ότι αυτή ακριβώς ήταν η κατάλληλη στιγμή για βαρύνουσες πολιτικές δηλώσεις και ο παπάς δεν φαινόταν πουθενά και με λίγη τύχη ούτε που θα τους έβλεπε.  Στο επόμενο τετράγωνο, δίπλα στο φαρμακείο, στεκόταν ο υπέροχος εκείνος τρελός του χωριού, ο περιβόητος Αδαμάντιος Ραγκούδης που χρόνια προπαγάνδιζε τον διά του νόμου επιβεβλημένο θάνατο των άνω των σαράντα πέντε για τη σωτηρία της χώρας και την αναγέννησή της, τώρα κοντά στα σαράντα πέντε κι ο ίδιος μα πάντα αβάσταχτα ωραίος στο καλοραμμένο του κοστούμι.  Αυτός μόλις πέρασε από δίπλα του ο επιτάφιος χαμογέλασε και τους είπε, «Να τον κρατήσετε για όταν πεθάνω εγώ, κοντεύει εξάλλου η ώρα, και να τον ξαναπεριφέρετε τότε, θα σας φέρω τη φωτογραφία μου γιατί το πτώμα μου δεν θα βολέψει να το κουβαλήσετε».  «Εντάξει», του είπαν, και συνέχισαν τον δρόμο τους: Η ζωή εν τάφω ο Αριμαθαίας έραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα ω γλυκύ μου έαρ, κι ο Αδαμάντιος Ραγκούδης έμεινε να τους κοιτάζει και το ήξερε πως δεν τον είχαν πάρει στα σοβαρά, με την εξαίρεση του σιωπηλού τέταρτου της παρέας· αυτός, αργότερα, θα καταλάβαινε.

*Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα των Συντακτών, 1/3/2014