Αfter the quake

Σκόρπιες σκέψεις μετά την… κρυάδα της πρώτης παρουσίασης:

Η τηλεοπτική εμφάνιση (τη Δευτέρα, στην εκπομπή Καλό Μεσημέρι, στο ΚΡΗΤΗ TV) παραδόξως πήγε μάλλον συμπαθητικά. Τουλάχιστον, δεν λιποθύμησα. Από την άλλη, υπήρχε μια μύγα που με γυρόφερνε συνεχώς. Όλο την έδιωχνα κι όλο επέστρεφε. Κι επειδή φοβόμουν ότι έμοιαζα τουλάχιστον ηλίθια, προσπαθώντας συνέχεια να διώξω τη μύγα απ’ το πρόσωπο, αποφάσισα να εξομολογηθώ το δράμα μου: Έχω και μια μύγα να με γυροφέρνει. Είναι του σπιτιού, μου απάντησε η Ανδριανή. Α, ναι; Έχει κι όνομα; (Εγώ θα με είχα πετάξει από το στούντιο με τις κλοτσιές. Εκείνη διατήρησε την ψυχραιμία της. Η μύγα τελικά με βαρέθηκε κι έφυγε.)

[Νόουτ του σελφ: Την επόμενη φορά που θα πάω σε ραδιόφωνο, να κρατάω τα τραγούδια του REWIND σε mp3. Ανοργάνωτη μια ζωή.]

Και, το ζουμί: η παρουσίαση. Είχε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι περίμενα: τα αντίτυπα του REWIND που υπήρχαν δεν έφτασαν για όλους. Κάποιοι ήταν όρθιοι, άλλοι κάθονταν στις σκάλες κι άλλοι σε κάτι χαμηλά ράφια που άδειασαν βιαστικά οι υπάλληλοι, όσο για τα ανιψάκια μου, κάθονταν σε μαξιλάρες στο πάτωμα. Από ένα σημείο και μετά τα έχασα τελείως, έβλεπα πρόσωπα κι αδυνατούσα να θυμηθώ ονόματα – το λέω κι αποδώ, δεν είναι τίποτα προσωπικό, αλτσχάιμερ λέγεται.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω ότι όταν σηκώθηκα να μιλήσω έμοιαζα με παιδάκι που λέει το ποίημά του σε σχολική γιορτή. Το πόδι κι η φωνή να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Μετά βρέθηκα καθιστή με το μικρόφωνο στο χέρι να απαντάω σε ερωτήσεις. Έχω την εντύπωση ότι απείλησα πως θα τραγουδήσω κιόλας (δεν το έκανα, γιατί το Ξυλουρέικο έχει δώσει υπερβολικά πολλά στη μουσική για να του αξίζει τέτοια δυσφήμιση). Τα ξαδέλφια μου με πληροφόρησαν ότι τα πηγαδάκια στη γαλαρία έδωσαν ρέστα: την επόμενη φορά πιο δυνατά για να σας ακούω, παρακαλώ, δεν μου αρέσει να τα χάνω κάτι τέτοια. (Τι σημαίνει REWIND; Ε… Κοίτα, wind είναι ο άνεμος, αλλά και win σημαίνει νικάω, οπότε πρέπει να είναι αλληγορικό. Ρε, σοβαρευτείτε, σημαίνει προς τα πίσω.)

Πολλά ευχαριστώ σε όσους έτρεξαν για την παρουσίαση, στην αδελφή μου και τον αρραβωνιαστικό της που παρίσταναν τους ταξιτζήδες μου, σε όσους ήρθαν – και ειδικά στους συμμαθητές μου· κάποιους είχα να τους δω χρόνια ολόκληρα.

REWIND_10-11 (3)

Όσο η Ρένα Τζωράκη μιλά για το βιβλίο μου, εγώ παίζω αμήχανα με το λαστιχάκι του Moleskine τετραδίου μου. (Ναι, όσοι δεν φτάνουμε ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Έρνεστ Χέμινγουεϊ πνίγουμε την πίκρα μας γράφοντας στα τετράδια που προτιμούσε. Αλλά φυσικά δεν κάνει το τετράδιο τον συγγραφέα.)

REWIND_10-11Μαρία: Τώρα που έχω και μικρόφωνο στα χέρια μου, θα σας πω κι ένα τραγούδι. Λοιπόν, πάμε όλοι μαζί: φωτιάααααααααααα στα σαββατόβραδα
Ευγενία (η ανιψιά μου που διακρίνεται να κάθεται στο πάτωμα – φυσικά το λέει από μέσα της): Ωχ, πάλι βλακείες λέει η θεία. Κάποιος να τη μαζέψει, δεν αντέχω άλλο.
(Το κεφάλι που διακρίνεται στη γωνία μάλλον είναι του Αντώνη – ή όχι;)

Το απόσπασμα από το βιβλίο Ο Χρόνος Πάλι της Σώτης Τριανταφύλλου που διάβασα στην παρουσίαση, προσπαθώντας να εξηγήσω τι σημαίνει για μένα το γράψιμο – με τον τρόπο των ηρώων μου που όταν δυσκολεύονται να εκφράσουν αυτό που νιώθουν καταφεύγουν σε λόγια δανεισμένα (και εξαιτίας της τύχης να έρχονται κάποια βιβλία στα χέρια σου ακριβώς τη στιγμή που τα χρειάζεσαι: διάβασα το Ο Χρόνος Πάλι κατεβαίνοντας στην Κρήτη, με την αγωνία του τι να πω στην παρουσίαση):

Όταν ρώτησαν τον Ουμπέρτο Έκο πώς του ήρθε η ιδέα να γράψει το Όνομα του Ρόδου, απάντησε: «Ξαφνικά, είχα την παρόρμηση να σκοτώσω έναν καλόγερο».

Τι είναι έμπνευση: δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν αν έχω το δικαίωμα να επικαλούμαι κάτι που δεν μπορώ να ορίσω με ακρίβεια. Μήπως πρόκειται για διαδικασία που αφορά μόνον τους μεγάλους δημιουργούς; Μήπως το μόνο που απομένει σ’ εμάς τους υπόλοιπους είναι να μαζεύουμε τα ρινίσματα, τα πριονίδια, τα απορρίμματα της έμπνευσης των «μεγάλων»; Ούτε σ’ αυτό έχω απάντηση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι, άθελά μου, κοιτάζω με δυσπιστία όσους μας περιγράφουν τη Μούσα τους: πόσο πομπώδεις και αυτάρεσκοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι! Πόσο γελοίοι!

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που νιώθω να ορμάει καταπάνω μου ένα σκυλί· ένα πεινασμένο σκυλί από την Κόλαση· το αγρίμι ακολουθεί τις κηλίδες του αίματος καθώς πιτσιλιούνται στη λευκή σελίδα. Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. Κι όμως, ενώ επιστρέφω στο σπίτι έτοιμη να διεκπεραιώσω μια σειρά από άχαρα πράγματα –να κατεβάσω τα σκουπίδια, να συνεννοηθώ με τη θυρωρό για την παραλαβή κάποιου δέματος, να βάλω πλυντήριο-, πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει στις σκάλες, να μπαίνει ασθμαίνοντας στο δωμάτιο και να κάθεται μπροστά στην οθόνη· η λευκή σελίδα γεμίζει σημαδάκια και οι μικρές αγγαρείες της καθημερινότητας αναβάλλονται.

Έμπνευση: κάθε μέρα, κάθε ώρα, γεννιέται μια καινούργια ιστορία. Πολλές φορές οι ιστορίες συνυφαίνονται· σχεδόν πάντα αρχίζουν, συνεχίζονται και τελειώνουν προτού γραφτούν: δεν μου μένει παρά να τις δακτυλογραφήσω. Στο μετρό, στο ασανσέρ, στην ατέλειωτη ουρά του ταχυδρομείου, καθώς διασχίζω το δρόμο, καθώς σέρνω το καροτσάκι του σουπερμάρκετ ή περπατάω με αβέβαιο βήμα φορώντας τις ψηλοτάκουνες γόβες που δεν αποχωρίζομαι ποτέ, σκέφτομαι: «Μια φορά λοιπόν, νωρίς το πρωί…», «Και τότε σήκωσε το βλέμμα και τι είδε;…», «Στο βαγόνι του τρένου που το έλεγαν Κοράλλι…», «Ήταν καλοκαίρι, Ιούνιος…» κι έπειτα, να, ορίστε, ανεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά και κάθομαι να γράψω την ιστορία. Αν δεν τη γράψω θα με στοιχειώσει. Γι’ αυτό τη γράφω.

(Κλέβω και τον τίτλο του ποστ, από τη συλλογή διηγημάτων του Χαρούκι Μουρακάμι που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά.)

Books behind a book

Υποψιάζομαι ότι πίσω από το βιβλιαράκι μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κρύβεται ό,τι είχα διαβάσει μέχρι να το γράψω, όμως υπάρχουν και μερικά βιβλία στα οποία χρωστάω κάτι παραπάνω:

Το Πλήθος (Α & Β), του Αντρέα Φραγκιά· το Σάββατο Βράδυ στην Άκρη της Πόλης, της Σώτης Τριανταφύλλου· τα The New York Trilogy, Moon Palace, The Book of Illusions και Oracle Night του Πολ Όστερ· και φυσικά το Gravity’s Rainbow του Τόμας Πίνσον, βιβλίο που κατάφερα να διαβάσω ολόκληρο μόνο αφότου τελείωσα το REWIND, κάποια αποσπάσματά του όμως είχαν ήδη καρφωθεί στο μυαλό μου (ένα από αυτά θυμάται ο Πέτρος στη σελίδα 87 του βιβλίου μου).
books&sketches2 (6)books&sketches2 (4)