Perfection is less interesting

Χειρόγραφο της ποιήτριας Αν Κάρσον, δημοσιευμένο το φθινόπωρο του 2004 στο Paris Review – από τη συνέντευξή της στο ίδιο τεύχος:

I was wondering about your preference for things that are old and battered, flawed and tattered.

In surfaces, perfection is less interesting. For instance, a page with a poem on it is less attractive than a page with a poem on it and some tea stains. Because the tea stains add a bit of history. It’s a historical attitude. After all, texts of ancient Greeks come to us in wreckage and I admire that, the combination of layers of time that you have when looking at a papyrus that was produced in the third century BC and then copied and then wrapped around a mummy for a couple hundred years and then discovered and put in a museum and pieced together by nine different gentlemen and put back in the museum and brought out again and photographed and put in a book. All those layers add up to more and more life. You can approximate that in your own life. Stains on clothing.

In Michael’s book, you also used only the backgrounds of family photos. [1]

In most cases that’s true. I found that the front of most of our family photos look completely banal, but the backgrounds were dreadful, terrifying, and full of content. So I cut out the backgrounds, especially the parts where shadows from the people in the front fell into the background in mysterious ways. The backgrounds are full of truth.

Did it help you to understand your brother?

No. I don’t think it had any effect whatsoever on my understanding. Another failure of the personal, I guess. I finally decided that understanding isn’t what grief is about. Or laments. They’re just about making something beautiful out of the ugly chaos you’re left with when someone dies. You want to make that good. And for me, making it good means making it into an object that’s exciting and beautiful to look at.

[Portrait of Anne Carson by Graeme Mitchell]

[1] Το βιβλίο του Μάικλ που αναφέρει η Κάρσον τελικά εκδόθηκε ως ΝOX (το σχετικό κείμενό μου με φωτογραφίες από την υπέροχη έκδοση εδώ).

The strongest fingers in the world

Σελίδα από το The Tortilla Curtain (1995) του Τι Σι Μπόιλ (βλέπω ότι το βιβλίο στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο Αμέρικα): το δακτυλογραφημένο κείμενο και οι χειρόγραφες αλλαγές και διορθώσεις του συγγραφέα.

Ο Μπόιλ για τις εποχές που έγραφε στη γραφομηχανή:

In the old days, the days of this artifact, I would have retyped this page during the following day’s work, incorporating the changes you see here and feeling my way. When the novel was completed, I would make additional notes and then type a clean final draft. In the case of The Tortilla Curtain, which weighs in at 355 finished pages, this process would have occupied the better part of a month (producing, along the way, countless eraser shreds and dribbles of Wite-Out). Now I’m able to accomplish the same thing in three or four days.

Still, there was a pleasant rhythm to those hard-typing times, during which I would neatly stack up 10 to 12 finished pages daily, the whole business accumulating in a very satisfying way before I headed off to stroll through the woods or quaff a drink or two at the local bar. It was restful. Contemplative. Deeply satisfying. And let me tell you—and this is no small consideration—back then, I had the strongest fingers in the world.

Κι εδώ ο Μπόιλ, απολαυστικός στις συνεντεύξεις και τις δημόσιες εμφανίσεις του, απαντά σε ερωτήσεις του κοινού του.

(Σε προηγούμενα ποστ: σελίδες από τα χειρόγραφα του Πολ Όστερ, του Χαρούκι Μουρακάμι και του Ντέιβιντ Μίτσελ.)

1Q84

Από το χειρόγραφο του A Wild Sheep Chase του Χαρούκι Μουρακάμι (ελληνικός τίτλος: Το κυνήγι του αγριοπρόβατου, μετάφραση: Στέλιος Παπαζαφειρόπουλος, Καστανιώτης 1993). Δημοσιευμένο στο τεύχος 170 του The Paris Review (καλοκαίρι 2004). Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Μουρακάμι στο ίδιο τεύχος:

I myself, as I’m writing, don’t know who did it. The readers and I are on the same ground. When I start to write a story, I don’t know the conclusion at all and I don’t know what’s going to happen next. If there is a murder case as the first thing, I don’t know who the killer is. I write the book because I would like to find out. If I know who the killer is, there’s no purpose to writing the story.

Ο συγγραφέας διά χειρός Τζέφρι Μπράουν, μέσω του Hey Oscar Wilde! Και παρακάτω, η πρώτη παράγραφος από το πολυαναμενόμενο 1Q84 του Μουρακάμι που κυκλοφορεί στα αγγλικά τον Οκτώβριο, όπως δημοσιεύτηκε στο The Millions:

The taxi’s radio was tuned to a classical FM broadcast. Janáček’s Sinfonietta—probably not the ideal music to hear in a taxi caught in traffic. The middle-aged driver didn’t seem to be listening very closely, either. With his mouth clamped shut, he stared straight ahead at the endless line of cars stretching out on the elevated expressway, like a veteran fisherman standing in the bow of his boat, reading the ominous confluence of two currents. Aomame settled into the broad back seat, closed her eyes, and listened to the music.

The novelist as a pregnant woman

Από τα χειρόγραφα του Ντέιβιντ Μίτσελ. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 193 του The Paris Review (καλοκαίρι 2010), μαζί με συνέντευξη του συγγραφέα που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Μεταξύ άλλων ο Μίτσελ λέει και το εξής:

The novelist is more like a pregnant woman who delivers her own child unaided. A messy procedure, with lots of groaning.

Oracle Night


Μια σελίδα από το χειρόγραφο του Oracle Night του Πολ Όστερ (2003, ελληνική έκδοση: H Νύχτα των Χρησμών, Ζαχαρόπουλος, 2004), όπως δημοσιεύτηκε το 2003 στο The Paris Review, μαζί με μια εκτενή συνέντευξη του συγγραφέα. Ο Όστερ λέει ότι δουλεύει τα βιβλία του παράγραφο την παράγραφο: μόλις μια παράγραφος ολοκληρωθεί στο χαρτί, την δακτυλογραφεί αμέσως, γιατί αν την αφήσει για αργότερα δεν θα μπορεί να βγάλει άκρη (είναι εμφανές, νομίζω, το γιατί από την εικόνα). Μετά επιστρέφει στο χειρόγραφο για να γράψει την επόμενη παράγραφο, και συνεχίζει έτσι μέχρι να τελειώσει το βιβλίο.