A pastiche of freedom


O Αλεχάντρο Σάμπρα για το βιβλίο του, Ways of Going Home, η αγγλική μετάφραση του οποίου κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο:

Ways of Going Home presents your parents’ generation as either victims or accomplices of the Pinochet regime. It was hard to remain neutral. Is trying to establish what happened during those dark years essential to moving on?

It is essential, necessary and also inevitable, and Chilean society has understood it as such. Those of us who were children during those years were able to take shelter in the idea that we were not really there, that we knew nothing; and in one sense it actually was like that. But there were certain things, certain movements, certain ideas that we did understand and that we were able to intuit. I feel that it is extremely important to recover that world which we half inhabited. We could never have known whether our parents were the way they were because that is how adults are, or whether they were actually scared.

Your generation lives with the spectre of the past, yet, as you say in the novel, they were only secondary characters. ‘We grew up believing that the novel belonged to our parents. We cursed them, and also took refuge in their shadows, relieved. While the adults killed or were killed, we drew pictures in a corner.’ That must be a heavy burden to live with. Is that how you see it?

I see it like a responsibility or a burden that one can never relinquish, and I suppose one has to learn to live with it. You see, it is not only about personal stories; it is about a first-person plural ‘we’, a community of voices who only begin to define themselves late in life, with a sense of collective shyness, but also with determination and drive. Our adolescence coincided with the so-called return to democracy, and yet the grave error of those years –the early 1990s– was, precisely, believing that it was a democracy, when all the while Pinochet was still very much in power. We had no idea what a democracy looked like; we had been born in a dictatorship and for that reason we accepted the limited freedom –that pastiche of freedom– as if it were some wonderful prize. Democracy only really began to return when Pinochet was arrested in London in 1998.

Η συνέχεια της συνέντευξης εδώ. Και αυτό το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα ο Σάμπρα γράφει και ξαναγράφει ένα και μοναδικό μυθιστόρημα, το οποίο εμπλουτίζεται, συμπληρώνεται, και ανατρέπεται από βιβλίο σε βιβλίο. Κοινώς, καλό θα ήταν να διαβαστούν όλα του τα βιβλία, το ένα μετά το άλλο. Ούτως ή άλλως, και τα τρία είναι ολιγοσέλιδα – όλα μαζί ίσα που φτιάχνουν ένα σύντομο μυθιστόρημα.


[πρίβιουσλι: The Auster Effect]

The Auster effect

Στο βιβλιαράκι-κόσμημα The Private Lives of Trees του Χιλιανού Αλεχάντρο Σάμπρα, ο ήρωας παραγγέλνει μια τούρτα για τα γενέθλια της κοπέλας του, της Κάρλα – η σχέση είναι στα τελευταία της. Πηγαίνει να την παραλάβει και συγκινείται από την γυναίκα που φτιάχνει τις τούρτες και την μικρή της κόρη.

Αργότερα η Κάρλα του γράφει στον τοίχο με κόκκινη μπογιά: Get out of my house motherfucker. Κι ο άντρας φεύγει. Αναζητώντας καινούργιο σπίτι, βρίσκει στις αγγελίες μια γνωστή διεύθυνση: είναι το σπίτι της γυναίκας με τις τούρτες. Αν και το σπίτι είναι υπερβολικά μεγάλο κι ακριβό γι’ αυτόν, το νοικιάζει και ζει σ’ αυτό με τα βιβλία του κι ένα ταλαίπωρο μπονσάι.

Δύο φίλοι τον επισκέπτονται:

After apologizing for the sad state of the bonsai, Julián told them the story he really wanted to tell them: that he had been in that apartment before, he had met its previous denizens (he used that somewhat pompous word, denizens), a young woman and her daughter. It was easy to discern a mysterious force in his story, a kind of wonder that to his friends seemed revealing.


“And that’s why you rented this place,” said Bernadita, with friendly irony. “Out of love for coincidences.”

“No,” responded Julián, ashamed. Forcefully, with even a certain unnecessary violence, he replied: “I rented it because it seemed convenient.”

“Yeah Julián, admit it,” said Sergio. “You rented it because you’ve been reading too much Paul Auster.”

Sergio and Bernadita could not contain their ill-considered laughter. Julián laughed too, but without wanting to, or maybe wishing his friends would leave and come back only when the attack of laughter had passed. Because of that uncomfortable joke, Julián never again read anything by Paul Auster. On more than one occasion, he even advised others against reading Auster, arguing that, except for some pages of The Invention of Solitude, he was nothing more than watered-down Borges.

Παρότι, όμως, ο ήρωας σταματά να διαβάζει Όστερ, ψάχνει επίμονα τη γυναίκα που έμενε στο διαμέρισμά του, κι όταν τη βρίσκει, καταλήγει να παραγγέλνει συνέχεια τούρτες για να μην την χάσει ξανά.

Αυτές οι μικρές και μεγάλες συμπτώσεις που κυριαρχούν στο έργο του Όστερ είναι αλήθεια ότι άλλους τούς μαγεύουν, κι άλλους τούς απωθούν. Για τον Όστερ, δεν είναι παρά ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος.

*Στα ελληνικά κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Αλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι (μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, Πατάκης, 2008). Μερικές ακόμα εμφανίσεις του Όστερ στα έργα άλλων μπορείτε να δείτε εδώ.

Η κρεμμυδόπιτα, #1

Μερικές φορές μια εικόνα, μια φράση, μια ιστορία από ένα βιβλίο που διάβασα παλιότερα έρχεται στο μυαλό μου. Είναι κάπως σαν να πετυχαίνω έναν παλιό γνωστό στο δρόμο (σωστότερα: σαν να με πετυχαίνει ένας παλιός γνωστός στο δρόμο, αφού περπατάω εντελώς χαμένη στις σκέψεις μου, οχυρωμένη πίσω από τ’ ακουστικά μου, και δύσκολα παίρνω χαμπάρι ποιος με προσπερνά). Η μνήμη μου είναι ελεεινή, δύσκολα θυμάμαι ονόματα και πρόσωπα, και για λίγο μοιάζω εντελώς χαμένη. Οι ξαφνικές αναλαμπές από παλιά διαβάσματα είναι, συχνά, εξίσου αμήχανες. Πού σε ξέρω εσένα; Και, σαν τις γιαγιάδες στα χωριά: Τίνος είσαι εσύ;

Πριν από καναδυό μήνες είχα άλλη μια τέτοια συνάντηση. Προφανώς βραχυκύκλωσε κάποια απ’ τις συνάψεις στο μυαλό μου και ξαφνικά θυμήθηκα την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού που βρίσκεται στη γαλλική εξοχή. Έχουν αναλάβει, έναντι μικρής αμοιβής, να μένουν σε ένα εξοχικό όσο οι ιδιοκτήτες του απουσιάζουν, και να φροντίζουν τα σκυλιά τους. Tα χρήματά τους είναι λιγοστά· φτάνει μια στιγμή που δεν τους βρίσκονται ούτε ψιλά, και τα τρόφιμα τελειώνουν κι αυτά. Ψάχνοντας στα ντουλάπια βρίσκουν μόνο λίγα κρεμμύδια, λάδι κι ένα κουτί φύλλο. Δεν έχουν άλλη επιλογή, λοιπόν, από το να φτιάξουν κρεμμυδόπιτα – κι όσο τους φτάσει. Μόνο που όταν τη δοκιμάζουν, καταλαβαίνουν ότι θέλει λίγο ψήσιμο ακόμα. Την ξαναβάζουν στο φούρνο αλλά ξεχνιούνται και η κρεμμυδόπιτα καίγεται.

Σ’ αυτό το σημείο, αισθανόμουν σα να έχω θυμηθεί τα πάντα για μια παλιά φίλη -ήταν συμφοιτήτριά μου, της άρεσαν οι Radiohead, είχαμε πάει μαζί στην τάδε συναυλία, φορούσε κάτι κόκκινα σταράκια χειμώνα καλοκαίρι- εκτός από τ’ όνομά της. Σε ποιανού το βιβλίο βρίσκεται αυτή η ιστορία; Σκέφτηκα -μάλλον λόγω Γαλλίας και σκύλων- ότι ίσως είναι από το Black Dogs του Ίαν ΜακΓιούαν. Σκέψη απελπισίας, μια και δεν έμοιαζε με ΜακΓιούαν.

Ούτως ή άλλως, μέχρι να φτάσω σπίτι όπου θα μπορούσα να κατεβάσω το βιβλίο απ’ το ράφι και να το ελέγξω, το είχα κιόλας ξεχάσει.


Πριν από μερικές βδομάδες ξεκίνησα να διαβάζω το Collected Stories της Λίντια Ντέιβις. Ο τόμος περιλαμβάνει τα διηγήματα των συλλογών Break Ιt Down (1986), Almost No Memory (1997), Samuel Johnson Ιs Indignant (2001) και Varieties of Disturbance (2007). Η Ντέιβις μου ήταν γνωστή σαν όνομα εξαιτίας του γάμου της με τον Πολ Όστερ· διαβάζοντας διάφορα άρθρα γι’ αυτήν, αλλά και κάποια από τα διηγήματά της που υπάρχουν στο ίντερνετ, καταλάβαινα ότι πρόκειται για αξιοπρόσεκτη περίπτωση -και υποτιμημένη, θα πρόσθεταν πολλοί-, οπότε είπα να την διαβάσω.

Ξεκίνησα το διάβασμα μάλλον ανορθόδοξα: αντί να πάρω τα διηγήματα με τη σειρά, άνοιγα τις σελίδες στην τύχη και διάβαζα όποιο μου χτυπούσε στο μάτι, είτε λόγω του τίτλου (Cockroaches in Autumn, French Lesson I: Le Meurtre, From Below, as a Neighbor), είτε, απλούστερα, επειδή μερικά διηγήματα -αν όντως πρόκειται για διηγήματα- είναι τόσο σύντομα (μια γραμμή, δύο γραμμές) που τα διαβάζεις σχεδόν με μια ανάσα, όπως, για παράδειγμα, το The Busy Road που ακολουθεί:

Ι am so used to it by now
that when the traffic falls silent,
I think a storm is coming.

Κάποτε έφτασα και σ’ ένα διήγημα, το St. Martin, που, με μια διαγώνια ματιά, έμοιαζε να λέει μια γνωστή ιστορία. Ένα ζευγάρι χωρίς χρήματα κάνουν τους επιστάτες σ’ ένα σπίτι στη γαλλική εξοχή και προσέχουν τα σκυλιά των ιδιοκτητών… Κάποτε τα χρήματα τελειώνουν… Ό,τι έχει απομείνει από τρόφιμα στο σπίτι φτάνει για να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα.

The following day, for dinner, we had one sausage. The only money left now was a pile of coins in the living-room table collected from saucers around the house and amounting to 2.97 francs, less than fifty cents, but enough to buy something for dinner the next day.

Then we had no money at all anywhere in the house, and almost nothing left to eat. What we found, when we searched the kitchen carefully, was some onions, an old but unopened box of pastry crust mix, a little fat, and a little dried milk. Out of this, we realised, we could make an onion pie. We made it, baked it, cut ourselves two pieces, and put the rest back in the hot oven to cook a little more while we ate. It was surprisingly good. Our spirits lifting, we talked as we ate and forgot all about the pie as it went on baking. By the time we smelled it, it had burned too badly to be saved.

Το ίδιο βράδυ, σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται ένας φωτογράφος που επισκέπτεται αραιά και πού το ζευγάρι και τους βγάζει για δείπνο. Πριν καν το διαβάσω ολόκληρο, είχα θυμηθεί πια πού είχα ξανασυναντήσει την ιστορία: στο The Red Notebook του Πολ Όστερ.

To The Red Notebook πρωτοδημοσιεύτηκε το 1993 στο Granta. To 1995 κυκλοφόρησε στον ομώνυμο τόμο με κείμενα του Όστερ. Το διήγημα της Ντέιβις, από την άλλη, κυκλοφόρησε το 1997, στη συλλογή Almost No Memory.


Το The Red Notebook δεν είναι βιβλίο μυθοπλασίας. Περιλαμβάνει συνεντεύξεις του Όστερ, ένα κείμενο υποστήριξης του φίλου του, του Σαλμάν Ρουσντί, την εποχή του φετβά, κείμενα για την γαλλική ποίηση, ένα κείμενο για τη γνωριμία του Όστερ με τον περίφημο ακροβάτη Φιλίπ Πετί, τον άνθρωπο που περπάτησε σε ένα σύρμα ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους το 1974: ο Όστερ τον είχε πρωτοδεί στη Γαλλία το 1971, και αργότερα μετέφρασε στα αγγλικά το βιβλίο του Πετί, On the High Wire. (Η βόλτα του Πετί είναι ο συνδετικός κρίκος των ιστοριών στο Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν, του οποίου η ελληνική μετάφραση –Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει– κυκλοφόρησε πρόσφατα.) Τα σημαντικότερα, όμως, κείμενα του βιβλίου είναι οι ιστορίες, πραγματικές ιστορίες με οστερική λογική ή, καλύτερα, παραδείγματα λειτουργίας της μηχανικής τής πραγματικότητας (διαβάστε μία απ’ αυτές τις ιστορίες εδώ).

Το περιστατικό με την κρεμμυδόπιτα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου. Η χρονιά είναι το 1973. Το ζευγάρι είναι ο Όστερ και η Ντέιβις, τότε ακόμα νέοι, άγνωστοι και άφραγκοι. Στα χαρτιά, το σχέδιο να μείνουν στο εξοχικό φαίνεται μια χαρά. Θέλουν την απομόνωση για να δουλέψουν τις μεταφράσεις τους και τα ποιήματά τους. Τα λίγα χρήματα που θα τους στέλνουν οι ιδιοκτήτες μαζί με όσα θα κερδίζουν μεταφράζοντας θα τους είναι αρκετά για να τα βγάλουν πέρα.

Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα αποδεικνύονται πιο δύσκολα. Οι πληρωμές για τις μεταφράσεις καθυστερούν κι όταν φτάνουν… δεν φτάνουν. Ο Όστερ καταλήγει να ψαρεύει ψιλά από τους καναπέδες για τα τσιγάρα του:

I remember savage nicotine fits, my body numb with need as I scrounged among sofa cushions and crawled behind cupboards in search of loose coins. For eighteen centimes (about three and a half cents), you could buy a brand of cigarettes called Parisiennes, which were sold in packs of four. I remember feeding the dogs and thinking that they ate better than I did. I remember conversations with L. when we seriously considered opening a can of dog food and eating it for dinner.

Κάπως έτσι έρχεται η στιγμή που ό,τι έχει απομείνει στο σπίτι είναι τα υλικά για την κρεμμυδόπιτα. Βέβαια, ο Όστερ δίνει μερικές διαφορετικές λεπτομέρειες:

The worst moments came for us in the late winter and early spring. Checks failed to arrive, one of the dogs was stolen, and little by little we ate our way through the stockpile of food in the kitchen. In the end, we had nothing left but a bag of onions, a bottle of cooking oil, and a packaged pie crust that someone had bought before we ever moved into the house – a stale remnant from the previous summer. L. and I held out all morning and into the afternoon, but by two-thirty hunger had gotten the better of us, and so we went into the kitchen to prepare our last meal. Given the paucity of elements we had to work with, an onion pie was the only dish that made sense.

After our concoction had been in the oven for what seemed a significant length of time, we took it out, set it on the table, and dug in. Against all our expectations, we both found it delicious. I think we even went so far as to say that it was the best food we had ever tasted, but no doubt that was a ruse, a feeble attempt to keep our spirits up. Once we had chewed a little more, however, disappointment set in. Reluctantly -ever so reluctantly- we were forced to admit that the pie had not yet cooked through, that the center was still too cold to eat. There was nothing to be done but put it back in the oven for another ten or fifteen minutes. Considering how hungry we were, and considering our salivary glands had just been activated, relinquishing the pie was not easy.

To stifle our impatience, we went outside for a brief stroll, thinking the time would pass more quickly if we removed ourselves from the good smells in the kitchen. As I remember it, we circled the house once, perhaps twice. Perhaps we drifted into a deep conversation about something (I can’t remember), but however it happened, and however long we were gone, by the time we entered the house again the kitchen was filled with smoke. We rushed to the oven and pulled out the pie, but it was too late. Our meal was dead. It had been incinerated, burned to a charred and blackened mass, and not one morsel could be salvaged.

Λίγο αργότερα καταφτάνει ο φωτογράφος και πηγαίνει το ζευγάρι για δείπνο σ’  ένα εστιατόριο. O Όστερ κλείνει την ιστορία του ως εξής:

We ate copiously and well, we emptied several bottles of wine, we laughed our heads off. And yet, delicious as that food must have been, I can’t remember a thing about it. But I have never forgotten the taste of the onion pie.


Ο Όστερ, όπως είπα παραπάνω, δεν κρύβει ότι η ιστορία είναι πραγματική. Επικεντρώνεται μόνο στην κρεμμυδόπιτα, και στην εμφάνιση του φωτογράφου -ενός ανθρώπου που εμφανιζόταν τόσο ακανόνιστα, ώστε να μην μπορούν να υπολογίζουν σ’ αυτόν για βοήθεια- την κατάλληλη στιγμή.

Η Ντέιβις, από την άλλη, παίρνει το ίδιο περιστατικό και το ντύνει τα ρούχα της μυθοπλασίας. Η ιστορία με την κρεμμυδόπιτα δεν έχει κεντρική θέση στο διήγημά της – είναι απλώς ένα από τα περιστατικά που συμβαίνουν στο ζευγάρι και δείχνει την κατάστασή τους· πιο σημαντική στο St. Martin είναι η εξαφάνιση ενός από τα σκυλιά, κάτι που ο Όστερ αναφέρει μόνο παρεμπιπτόντως στην δική του αφήγηση.

Μάλλον δεν έχει και τόση σημασία: υποψιάζομαι ότι ακόμα κι αν η Ντέιβις ξεκινούσε να αφηγηθεί την ιστορία ως πραγματική, πάλι θα είχαμε δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Το να θυμάσαι και να αφηγείσαι είναι, έως ένα βαθμό τουλάχιστον, μυθοπλασία. Όταν ένα γεγονός περνάει στη μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε αφήγηση. Καθένας απ’ όσους το έζησαν το είδε με τα δικά του μάτια και το φώτισε διαφορετικά, κι έπειτα η μνήμη κι η επανάληψη κάνουν το μοντάζ. Γι’ αυτό κάθε κείμενο είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτοβιογραφικό, και αντίστροφα: δεν είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που είναι.

Ο Ντέιβιντ Σιλντς, στο Reality Hunger: A Manifesto, ένα δοκίμιο που συντίθεται από σπαράγματα κειμένων που έγραψαν -ή αντέγραψαν- άλλοι, γράφει – ή αντιγράφει:

How can we enjoy memoirs, believing them to be true, when nothing, as everyone knows, is as unreliable as memory? […] the first and most unforgettable thing we learn about memory is that it’s fallible. Memories, we know now, can be buried, lost, blocked, repressed, even recovered. We remember what suits us, and there’s almost no limit to what we can forget.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποτε, σ’ ένα σπίτι στη Γαλλία, ο Όστερ και η Ντέιβις αναγκάστηκαν να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα με ό,τι είχε απομείνει στην κουζίνα, και την έκαψαν· κι ότι αργότερα την ίδια μέρα, ένας φίλος τους φωτογράφος τους έβγαλε για φαγητό. Τα υπόλοιπα, όπως θα έλεγε κι ο Αλεχάντρο Σάμπρα, είναι μυθοπλασία.