The year of the magpie

When a parent dies, a filing cabinet full of all the fascinating stuff also ceases to exist.

Ντέιβιντ Μίτσελ, The Bone Clocks

We want other people to have a centre, a history, an account that makes sense. We want to be able to say This is what he did and Here’s why. It forms a lock against oblivion. Does it?

Αν Κάρσον, NOX

gould-magpie

[το 2013 ήταν σαφώς καλύτερο]

The distant brush

anne-carson-78841-530-351

What departs at death is 19 grams (= 7/8 ounce) of you shedding a soft blue light. What remains behind is various. Within a year of the passing of Emily Dickinson’s dog Carlo (1848-1866) there were 5 other Carlos in Amherst and 2 in novels. Some centuries later workers digging the Athens metro unearthed the grave of a dog, small paws still folded, collar studded with a row of blue beads. Use a distant brush to paint these things. Do not redip.

Αν Κάρσον, Short Talk on the Withness of the Body

The common sense of humans

red-doc

You
know the Carthaginians
liked to use oxen for night
fighting. I’m talking about
Hannibal I’m talking about
the battle of Ager Falernus
217 BC. Like tanks but
more frightening. They’d
tie lit torches to the horns
and stampede them toward
the enemy. The Romans
panicked some ran into the
herd some got knocked off
the path to the crags below
others tried to retreat and
were lost in the tundra
never seen again. But what
about I’m asking what
happens when the torches
burn down to the horn to
the hair to the head to the
bone beneath. So much
human cruelty is simply
incidental is simply
brainless. Simply no
common sense. You could
take the entirety of the
common sense of humans
and put it in the palm of
your hand and still have
room for your dick.

Αν Κάρσον, Red Doc>

anne_carson

[πρίβιουσλι: NOX | Νύχτα]

Η πέτρα

antigonick antigonick2 antigonick3 antigonick4

Εκεί κάτω, δίπλα στην αρχαία πόλη, τρία χιλιόμετρα απ’ τους αρχαίους τάφους είναι άλλοι τάφοι, δύο, αντάμα.  Στον έναν είναι εννιά δεξιοί, φασιστοσυμμορίτες όλοι, στον άλλο εννιά δικοί μας.  Τους δικούς τους τούς περιποιήθηκαν με πλάκα και μνημείο, πηγαίναν οι συγγενείς κι ανάβαν τα καντήλια όπως έπρεπε. «Σφαγιασθέντες υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών» έχει ένα μάρμαρο και γράφει πάνω.  Στους άλλους δίπλα τίποτα, ούτε ένα σημάδι ότι είναι θαμμένοι εκειδά άνθρωποι δεν άφηναν.  Ήθελαν οι γυναίκες να ανάψουνε ένα καντήλι ν’ αναπαυθούν οι ψυχές των σκοτωμένων κι έπρεπε να πηγαίνουνε στα κλεφτά και νύχτα, μην τις πάρει κανείς μυρωδιά.  Εννιά άνθρωποι στο λάκκο αδιάβαστοι, οι ψυχές τους και στο θάνατο ακόμα φτώχεια και καταφρόνεση, κι οι γυναίκες να μη μπορούνε ούτε να θυμιάσουνε όπως πρέπει, το διανοάσαι;  Το σηκώνει ο νους σου, τέτοια ντροπή, τέτοια απανθρωπιά;  Κι αυτό για χρόνια ολόκληρα, αυτό που θα σου πω έγινε, να ξέρεις, το ογδόντα, όχι το εξήντα, είχε πάει ογδόντα κι ένα μάρμαρο να λέει ότι εδώ μαρτύρησαν εννιά δεν υπήρχε, ογδόντα κι οι γυναίκες πηγαίνανε να προσκυνήσουνε με φόβο.  Ένα δέντρο είχανε βάλει σημάδι να ξέρουν εδώ είναι ο τάφος, ό,τι άλλο επιχείρησαν ν’ αφήσουνε στο μέρος, μα σταυρό ξύλινο, μα οτιδήποτε, αμέσως το σήκωναν οι άλλοι, κανένας να μη θυμάται ότι ψυχές είχαν κι αυτοί οι εννιά.  Κι έρχεται μια μέρα η ξαδέλφη, η Δέσποινα του Βολοκόπου, και μου το λέει και μου σηκώνεται η τρίχα.  Η μια από τους εννιά, δε, γκαστρωμένη και τη ρίξανε στο λάκκο αδιάβαστη.  Γκαστρωμένη κι αδιάβαστη, οι θεομπαίχτες. Τρελάθηκα. Άλλος ήτανε δεκαεφτά χρονώ παλικαράκι, μα εκείνο το αγέννητο το σκοτωμένο, αυτό είχε βγάλει φωνή στ’ αφτί μου και δεν μ’ άφηνε. Να σκέφτομαι τη γκαστρωμένη αδιάβαστη στο λάκκο

—τα καθάρματα—,

και τις γυναίκες να μην έχουνε ούτε ένα μάρμαρο να ψηλαφήσουνε για τους πεθαμένους τους, κι οι άλλοι δίπλα με το μνημείο λες και μόνο αυτοί πέθαναν. Δεν το σήκωνε το μυαλό μου. Είχα, που λες, δίπλα στο μαγαζί τότε, έτσι όπως το είχα στήσει με τα μάρμαρα και τις βρύσες του και τα λουλούδια, μια πέτρα μεγάλη

—τι πέτρα, βράχο, τόνους—

και σκόπευα να τηνε πελεκήσω για να τη βάλω στο έμπα του χωριού καλωσόρισμα, ότι εδώ είμαστε άνθρωποι μερακλήδες, να έρχεται ο άλλος ν’ ανοίγει το μάτι του με λίγη ομορφιά, ποια ομορφιά, είπα τότε, η άλλη γκαστρωμένη αδιάβαστη και τη ρίξανε στο λάκκο να μην προσευχηθεί κανείς για την ψυχή της, για του αγέννητου την ψυχή

— στα τσακίδια τα καλωσορίσματα.

Αγκαζάρησα μια μπουλντόζα και πήγαμε την πέτρα μέσα στη νύχτα στο βουνό, με είχε πάει η Δέσποινα, ο θεός να την αναπαύει, και μου είχε δείξει, εκεί το μνημείο των άλλων, εδώ το δέντρο, εδώ οι δικοί μας, πήγα, λοιπόν, κι εγώ μέσα στη νύχτα και την άφησα την πέτρα εκεί, κι ας τολμούσε κανείς να τη σηκώσει, αν στέλνανε να τη μαζέψουνε, θ’ ανέβαζα άλλη κι άλλη μέχρι να τα παρατήσουνε, γιατί δεν το χωρούσε ο νους μου να μην ανάβει φανερά ένα καντηλάκι για τις ψυχές τους

— όταν με καλέσει ο θεός κοντά του, θα ’χω το μέτωπό μου καθαρό εγώ, όσο μπορώ είμαι καλός άνθρωπος, τις στραβές μου τις έχω κάνει, αμαρτίες στην πλάτη μου μπόλικες, και πώς αλλιώς, μα αυτό το άδικο δεν το άφησα, θα μπορώ τουλάχιστον να του πω ότι αυτό το άδικο δεν το άφησα.

Και δεν τη σήκωσε κανείς την πέτρα.  Πρωί πήγαινα, κάθε πρωί, φανερά, και σκάλισα το σταυρό, και χάραξα το Λειβαδίτη, να αγαλλιάσουνε, επιτέλους, οι ψυχές τους, πελέκησα και ξύλο κι έφτιαξα ένα σταυρό δυο μέτρα κι έβαλα δίπλα, να μπορούνε οι γυναίκες να θυμιάσουνε, επιτέλους, σαν άνθρωποι, για την ανθρωπιά τους σκοτωθήκανε οι εννιά, για την ανθρωπιά τους, δεν άντεχα και στο θάνατό τους ακόμα να μη θέλουνε να τους την αναγνωρίσουνε αυτή την αξιοπρέπεια, αυτήν την ανθρωπιά.  Με αξίωσε ο θεός, αυτό να μπορέσω να το κάνω, και είπα όσο ζω θα του σκαλίζω βρύσες, το έχω πει και στο δήμο, όπου έχει νερό θα φτιάχνω μια βρύση να σταματά ο κόσμος και να πίνει, κι αυτό το μέρος εδώ το ’φτιαξα και το φτιάχνω να μπορεί ο άλλος να καθίσει και να πει, είναι ωραίο μέρος ο κόσμος, είναι ωραίο μέρος, κι ας χάσαμε, και μια ζωή να χάνουμε, μια ζωή θα προσπαθούμε να ξανασηκωθούμε, τι άλλο να κάνουμε;

Βασισμένο σε μια ιστορία του Β.Μ. | Το κείμενο είναι απόσπασμα ενός από τα works in progress | Στις φωτογραφίες της αρχής του ποστ: Antigonick, η μετάφραση-παράφραση της Αντιγόνης του Σοφοκλή από την Αν Κάρσον σε εικονογράφηση της Μπιάνκα Στόουν | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

DSC04997

[The Tom Waits Sessions]

Perfection is less interesting

Χειρόγραφο της ποιήτριας Αν Κάρσον, δημοσιευμένο το φθινόπωρο του 2004 στο Paris Review – από τη συνέντευξή της στο ίδιο τεύχος:

I was wondering about your preference for things that are old and battered, flawed and tattered.

In surfaces, perfection is less interesting. For instance, a page with a poem on it is less attractive than a page with a poem on it and some tea stains. Because the tea stains add a bit of history. It’s a historical attitude. After all, texts of ancient Greeks come to us in wreckage and I admire that, the combination of layers of time that you have when looking at a papyrus that was produced in the third century BC and then copied and then wrapped around a mummy for a couple hundred years and then discovered and put in a museum and pieced together by nine different gentlemen and put back in the museum and brought out again and photographed and put in a book. All those layers add up to more and more life. You can approximate that in your own life. Stains on clothing.

In Michael’s book, you also used only the backgrounds of family photos. [1]

In most cases that’s true. I found that the front of most of our family photos look completely banal, but the backgrounds were dreadful, terrifying, and full of content. So I cut out the backgrounds, especially the parts where shadows from the people in the front fell into the background in mysterious ways. The backgrounds are full of truth.

Did it help you to understand your brother?

No. I don’t think it had any effect whatsoever on my understanding. Another failure of the personal, I guess. I finally decided that understanding isn’t what grief is about. Or laments. They’re just about making something beautiful out of the ugly chaos you’re left with when someone dies. You want to make that good. And for me, making it good means making it into an object that’s exciting and beautiful to look at.

[Portrait of Anne Carson by Graeme Mitchell]

[1] Το βιβλίο του Μάικλ που αναφέρει η Κάρσον τελικά εκδόθηκε ως ΝOX (το σχετικό κείμενό μου με φωτογραφίες από την υπέροχη έκδοση εδώ).

NΟΧ | Νύχτα

Το 1978 ο αδελφός της Αν Κάρσον, o Μάικλ, φεύγει από τη χώρα του για να γλιτώσει τη φυλακή. Οι δικοί του δεν πρόκειται να τον ξαναδούν. Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Μάικλ αλλάζει ονόματα και ταξιδεύει· στέλνει μερικές καρτποστάλ και τηλεφωνεί σπάνια (θα μιλήσει με την αδελφή του λιγότερες από δέκα φορές συνολικά).

Στο μοναδικό γράμμα που στέλνει στη μητέρα του μιλά για τον θάνατο της Άννας, της γυναίκας τής ζωής του.

Το 2000 –χρονιά που η Κάρσον κερδίζει την περίφημη υποτροφία ΜακΆρθουρ–, ο άνθρωπος που κάποτε ονομαζόταν Μάικλ πεθαίνει στην Κοπεγχάγη, μετά από μια ουσιαστικά άγνωστη στους δικούς του ζωή. Η είδηση του θανάτου του φτάνει στην Κάρσον με καθυστέρηση: η χήρα του δεν μπορούσε να βρει τη διεύθυνσή της.

When my brother died (unexpectedly) his widow couldn’t find a phone number for me among his papers until two weeks later. While I swept my porch and bought apples and sat by the window in the evening with the radio on, his death came wandering slowly towards me across the sea.

Όταν η Κάρσον φτάνει στην Κοπεγχάγη ανακαλύπτει ότι δεν έχει τάφο για τον αδελφό της: επιθυμία του ήταν το πτώμα του να αποτεφρωθεί και η στάχτη του να σκορπιστεί στη θάλασσα. Ανακαλύπτει, επίσης, ότι η χήρα του δεν μπορεί να καλύψει τα χάσματα της αφήγησης τής ζωής του.

Πώς να πενθήσει τον αδελφό της, έναν άνθρωπο χωρίς ιστορία; Πώς να βγάλει άκρη από την απουσία μιας απουσίας;

We want other people to have a centre, a history, an account that makes sense. We want to be able to say This is what he did and Here’s why. It forms a lock against oblivion. Does it?

Η Κάρσον προσπαθεί να ανασυνθέσει τα θραύσματα σε μια αφήγηση φτιάχνοντας ένα τετράδιο-λεύκωμα με φωτογραφίες από την παιδική ηλικία του Μάικλ, σπαράγματα των ελάχιστων τηλεφωνικών συνομιλιών τους, το γράμμα του στη μητέρα τους σχισμένο σε κομμάτια και κολλημένο στις σελίδες του τετραδίου, αναμνήσεις που συγκροτούν το περίγραμμα της βιογραφίας του Μάικλ παρά τη βιογραφία την ίδια.

Το τετράδιο αυτό, που εκδόθηκε το 2010 από τον New Directions με τον τίτλο NOX, είναι παράλληλα η ιστορία μιας μετάφρασης: η Κάρσον, που είναι καθηγήτρια αρχαίων ελληνικών, με την κατάδυση στο κλασικό παρελθόν να αποτελεί σημαντικό μέρος και της ποιητικής της δουλειάς, μεταφράζει το ποίημα 101 του Κάτουλλου – άλλος ένας αποχαιρετισμός σε έναν νεκρό αδελφό, για τον οποίο ελάχιστα είναι γνωστά: έζησε, πέθανε κάπου μακριά κι ο Κάτουλλος φαίνεται ότι ταξίδεψε εκεί για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Η Κάρσον παλεύει λέξη τη λέξη με το ποίημα, κι αυτή η πάλη καταγράφεται μέσα από την παράθεση λεξικογραφικών λημμάτων που λειτουργούν και τα ίδια ως ποίηση.

Παρότι το βιβλίο της είναι βαθιά προσωπικό, η Κάρσον μιλά για όλους μας απέναντι στους νεκρούς μας, εξετάζοντας το πένθος της (και το πένθος συνολικά) όχι μόνο σαν πραγματικότητα, αλλά και σαν ανθρώπινη ανάγκη. Ίσως το πένθος να συνοψίζεται στην ανάγκη να οργανώσουμε το χάος της απώλειας σε μια αφήγηση.

Το χαοτικό, αποσπασματικό στοιχείο υπογραμμίζεται από την ίδια τη μορφή του τετραδίου, με τα αποκόμματα, τα λήμματα, τις μουτζούρες, τα κενά και τις επαναλήψεις: ένα παζλ προορισμένο να μην ολοκληρωθεί ποτέ, εφόσον τα περισσότερα κομμάτια λείπουν· κι ωστόσο, τα υπαρκτά κομμάτια κατορθώνουν να σχηματίσουν μια εικόνα (η ίδια η αφήγηση, εξάλλου, μερικές φορές μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό: η προσπάθεια να σχηματίσεις μια εικόνα παρά το ότι λείπουν πολλά κομμάτια του παζλ). Περιεχόμενο και μορφή εδώ είναι αναπόσπαστα, το ένα απαιτεί και υπηρετεί το άλλο.

Η έκδοση είναι ένα κομψοτέχνημα, με την αίσθηση του χειροποίητου να αποδίδεται σχεδόν τέλεια: ένα κουτί που περιέχει την αναπαραγωγή του τετραδίου της Κάρσον, τυπωμένη σε ένα και μοναδικό φύλλο χαρτιού διπλωμένο ξανά και ξανά σαν κονσερτίνα, και σποραδικές εκρήξεις χρώματος να διασπούν το ασπρόμαυρο.

carson_nox (57)carson_nox (21)

Βιογραφία της Αν Κάρσον | Παρουσίαση του NOX στο περιοδικό New Yorker