Disappearances

«Πες μου μια ιστορία για τη γραφομηχανή σου, μπαμπά». Η Μπάρμπαρα Νιούχολ Φόλετ, τεσσάρων χρόνων, πεινά για ιστορίες. Θα γράψει τις δικές της. | Επινοεί τον πλανήτη Φαρκσόλια, και φτιάχνει το λεξικό της γλώσσας του. Δουλεύει το πρώτο της μυθιστόρημα με αφοσίωση που λείπει από πολλούς ενήλικες. | Τον Οκτώβριο του 1923, μια πυρκαγιά ξεσπάει στο σπίτι των Φόλετ. Ανάμεσα στα άλλα, καίγεται και η πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος. Με την ενθάρρυνση του πατέρα της, η Μπάρμπαρα στρώνεται στη δουλειά και το ξαναγράφει. | Το αρχικό σχέδιο είναι το βιβλίο να τυπωθεί ιδίοις αναλώμασι για οικογενειακή κατανάλωση, ως δώρο στη μητέρα της. Ο πατέρας της, όμως, επιμελητής στον Knopf, πιστεύει ότι η δουλειά της κόρης του αξίζει μια κανονική έκδοση. Οι άνθρωποι στον εκδοτικό συμφωνούν. | Το μυθιστόρημα εκδίδεται τον Ιανουάριο του 1927. Η Μπάρμπαρα είναι δώδεκα χρόνων. Η πρώτη κριτική δημοσιεύεται στην εφημερίδα New York Times και είναι αποθεωτική. Όπως και όλες όσες θα ακολουθήσουν. Η Μπάρμπαρα δεν είναι απλώς ένα παιδί που γράφει: είναι ένα παιδί συγγραφέας. | Το καλοκαίρι, πείθει τους γονείς της να την αφήσουν να ταξιδέψει με πλοίο από το Νιου Χέιβεν στη Νέα Σκοτία, μια περίεργη επιβάτισσα που επιμένει να βοηθάει με τις δουλειές στο πλοίο και βομβαρδίζει το πλήρωμα με ερωτήσεις. Πίσω στη στεριά, δουλεύει πυρετωδώς για την αποτύπωση της ναυτικής της περιπέτειας. Το βιβλίο εκδίδεται το 1928. Η Μπάρμπαρα παύει να είναι παιδί συγγραφέας και γίνεται συγγραφέας, τελεία. | Όμως δεν μπορεί να χαρεί την επιτυχία της. Μια βδομάδα πριν από την έκδοση, ο πατέρας της ζητάει διαζύγιο. Ο λόγος, κοινότοπος: μια νεότερη γυναίκα τον έχει γοητεύσει. Ίσως μια γραμματέας του Knopf. Η Μπάρμπαρα δακτυλογραφεί με μανία ένα γράμμα στον πατέρα της. Το γράμμα δεν πρόκειται να αλλάξει την τροπή των πραγμάτων. Η Μπάρμπαρα το ξέρει. Αλλά το στέλνει. | Και μετά πείθει τη μητέρα της, αντί να αφεθούν στη λύπη, να ταξιδέψουν. Σχεδόν άφραγκες, κουβαλούν τις γραφομηχανές τους και ελάχιστες αποσκευές από καράβι σε καράβι και από νησί σε νησί. Ο Μάιος του 1929 τις βρίσκει στη Χονολουλού. Στο ταξίδι της επιστροφής, η Μπάρμπαρα ερωτεύεται έναν υποπλοίαρχο, 25 χρόνων. | Πίσω στις ΗΠΑ, οι δυο γυναίκες συγκρούονται. Η Μπάρμπαρα αποκτά κηδεμόνα κι αυτός ο κηδεμόνας αποφασίζει ότι πρέπει, επιτέλους, να αποκτήσει επίσημη μόρφωση. Όμως το περιβάλλον του κολεγίου δεν της ταιριάζει.  Στα τέλη Σεπτεμβρίου, η Μπάρμπαρα το σκάει. Προορισμός της το Σαν Φρανσίσκο. Σκοπός της να δουλέψει δακτυλογράφος και να ζήσει ανεξάρτητη. Η αστυνομία την εντοπίζει σε ένα ξενοδοχείο. Προσπαθεί να το σκάσει από το παράθυρο. Αργότερα θα πουν ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για απόπειρα αυτοκτονίας. | Οι δυο γυναίκες θα καταλήξουν σε ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη. Η Μπάρμπαρα ζει γράφοντας περιλήψεις ταινιών για τη Fox και δακτυλογραφώντας. Παράλληλα, δουλεύει το τρίτο της βιβλίο. Αλληλογραφεί με τον υποπλοίαρχο. | Το καλοκαίρι του 1931 πηγαίνει με τη μητέρα της για διακοπές στο Βερμόντ. Εκεί, γνωρίζει μια παρέα φοιτητών. Με έναν από αυτούς θα ταξιδέψει επί μήνες στην Ευρώπη. Παντρεύονται με την επιστροφή τους στις ΗΠΑ. | Η συζυγική ζωή είναι μίζερη. Τα χρήματα είναι λιγοστά. Ο άντρας της λείπει όλο και περισσότερες ώρες. Εκείνη δεν πολυθέλει τη ζωή της γραμματέως. Το τρίτο βιβλίο της δεν βρίσκει εκδότη. Τα ταξιδιωτικά της κείμενα δεν δημοσιεύονται. Και της λείπουν τα ταξίδια. Γράφει λίγο. Χορεύει περισσότερο. | Η Μπάρμπαρα έχει παγιδευτεί σε μια από τις κοινότερες των ιστοριών – μια ιστορία την οποία η ίδια δεν θα έγραφε ποτέ. Και η κοινοτοπία ολοκληρώνεται περίφημα όταν, στα τέλη του καλοκαιριού του 1939, ο άντρας της ομολογεί ότι έχει άλλη. Η Μπάρμπαρα προσπαθεί να μαντάρει τα κουρέλια της ζωής και του γάμου της. | Είναι 7 Δεκεμβρίου του 1939. Βράδυ. Η Μπάρμπαρα κι ο άντρας της καβγαδίζουν για μια ακόμα φορά. Με τριάντα δολάρια στην τσέπη κι ένα τετράδιο στα χέρια, η Μπάρμπαρα αποχωρεί από την παράσταση της ζωής της. | Ο άντρας της επί μήνες αρνείται να δηλώσει την εξαφάνισή της. Ισχυρίζεται ότι περιμένει την επιστροφή της. Τελικά η εξαφάνιση ανακοινώνεται. Η Μπάρμπαρα αναφέρεται με το επώνυμο του συζύγου της. Κανένας δεν μαθαίνει ότι το παιδί που δεν ήταν παιδί αλλά συγγραφέας αγνοείται. | To a Daughter, One Year Lost.

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου |  (Άννα;) | ευχαριστώ για χθες]

(Άννα;)

For the first few months Eepersip was delighted with her flowers, and the butterflies and birds pleased her even more. But she was not a child who could be contented easily, and pretty soon she began to feel lonely again. One July day a fresh idea came into her head. She packed some sandwiches and some crackers in a small lunch-basket. Without telling a soul, the next morning before dawn she slipped out of bed, dressed, and picked up her basket; then stole out of the cottage and away. She went east from her home on a shady path through beautiful woodlands, with here and there a grove of great massive pines. And as she walked she sang merrily.

After quite a while she stepped out of the woodlands on to a large lawn. Close to the path there was a pool with some tiny goldfishes swimming about in it. Then she knew that she was nearing a house, and instead of pacing slowly along the path she began to run; for she was afraid that someone would see her and send her back home.

Μπάρμπαρα Νιούχολ Φόλετ, The House Without Windows and Eepersip’s Life There

[λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου | το τέλος του κόσμου στον Ιανό, 21/11]