Things don’t all necessarily work out well

O Τσάινα Μιέβιλ σε συνέντευξή του το 2005:

In all the books, there is some kind of moral or political resolution, but it always comes at a cost. The story is not about the good getting their rewards and the bad getting punished. The story is about something different from that. I remember someone saying once that they really hated my books because they weren’t “inspiring,” but I just can’t get with this idea that literature is a twelve-step program. If someone wants to read a book to feel better, and the way they want to feel better is to see that the good people get rewarded and the bad people get punished, that’s fine, but essentially what they want then is a fairy tale. I don’t mean this in really kind of a denigrating fashion, but I don’t think that’s what fiction should necessarily be about. This is in part my reaction against a tendency that has been reasonably strong in fantasy, which is precisely the attempt to depict narratives like fairy tales. Abstract morality has had a fairly strong position in genre fantasy, and so there is still a certain necessity to react against that, and to say that things don’t all necessarily work out well, and the attempt to create a more realistic, more nuanced world is precisely manifested in a world in which you can’t take nice moral lessens for granted.

Διπρόσωπο νουάρ

Update, 27/6/2011: Το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis, σε μετάφραση του Γιώργου Καρατζήμα, με τίτλο Η πόλη και η πόλη.

[Η παρουσίαση περιέχει σπόιλερ, αφού είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για το συγκεκριμένο βιβλίο χωρίς να αποκαλύψεις ουσιώδη πράγματα. Διαβάστε με δική σας ευθύνη.]

Δύο πόλεις κάπου στην Ανατολική Ευρώπη μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού αποτελούν το χώρο όπου διαδραματίζεται το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Τσάινα Μιέβιλ. Αυτές οι δύο πόλεις, όμως, έχουν μια σημαντική ιδιαιτερότητα, που θα έκανε έναν αδαή παρατηρητή να τις θεωρήσει μία: είναι χτισμένες στον ίδιο χώρο, συνυπάρχουν στην ίδια πραγματικότητα, γνωρίζουν η μία την ύπαρξη της άλλης αλλά επιμένουν να αγνοούν η μία την άλλη, σε μια πολύπλοκη συνύπαρξη-αμοιβαία άρνηση. Οι κάτοικοί τους εκπαιδεύονται συστηματικά από πολύ μικροί να αγνοούν την άλλη πόλη, να «ξεβλέπουν» άμεσα την πραγματικότητά της, είτε περπατούν στο δρόμο, είτε οδηγούν, είτε διασταυρώνονται με τους κατοίκους της «άλλης» πλευράς, είτε απλώς κοιτάζουν από το παράθυρο του σπιτιού τους. Οι παραβάσεις ελέγχονται από μια σκοτεινή αρχή και οι παραβάτες εξαφανίζονται από προσώπου γης. Ακόμα και οι τουρίστες, για να μπορέσουν να επισκεφτούν τις πόλεις, περνάνε από εκπαίδευση· σε περίπτωση παράβασης, οι αρχές τους διώχνουν και στο εξής δεν τους επιτρέπεται να επιστρέψουν. Για να μετακινηθεί ένας κάτοικος από τη μία πόλη στην άλλη, πρέπει να περάσει από ένα κτίριο κοινό και στις δύο, έναν συνοριακό σταθμό στο κοινό τους κέντρο. Όταν βρεθεί στην έξοδο, στην ουσία θα βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου ήταν και πριν – αλλά, τώρα, σε διαφορετική πόλη, όπου επιβάλλεται να βλέπει όσα πριν έπρεπε να αγνοεί και να αγνοεί όσα πριν επιτρεπόταν να βλέπει.

Σε μία από αυτές τις δύο πόλεις ζει και ο επιθεωρητής Μπορλού· η κατάσταση των πραγμάτων τον κάνει να νιώθει μάλλον άβολα, όμως την αποδέχεται όπως όλοι. Μέχρι που καλείται να διαλευκάνει έναν φόνο. Αρχικά μοιάζει συνηθισμένη υπόθεση, γρήγορα όμως αποκαλύπτεται ότι δεν είναι: φαίνεται ότι το θύμα δολοφονήθηκε στη μία πόλη και το πτώμα μεταφέρθηκε στην άλλη· τα στοιχεία οδηγούν σε ομάδες στο περιθώριο του νόμου που προσπαθούν να προωθήσουν την ιδέα της ύπαρξης μιας τρίτης πόλης, αόρατης στους πολλούς· η έρευνα τελικά μοιάζει ν’ ανοίγει ρωγμές στην ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων. Πολιτικά συμφέροντα αξιοποιούν τη γραφειοκρατία επιβάλλοντας να παραμείνει η υπόθεση στα χέρια του Μπορλού και να μην περάσει σε ανώτερα κλιμάκια, κι έτσι ο επιθεωρητής θ’ αναγκαστεί να ταξιδέψει στην πόλη που έχει μάθει από μικρός να αγνοεί.

Φυσικά, για να γραφτεί ένα καλό βιβλίο δεν αρκεί μια έξυπνη ιδέα· χρειάζεται κι ένας ικανός συγγραφέας που δεν θα λυγίσει κάτω από το βάρος της και θα μπορέσει να την αξιοποιήσει σωστά. Κι ο Μιέβιλ το καταφέρνει: στήνει τον παράδοξο κόσμο του βιβλίου του με εντυπωσιακή λεπτομέρεια, χωρίς ποτέ η ιστορία να χάσει τον βηματισμό της. Επιτυχημένο κράμα λογοτεχνίας του φανταστικού και νουάρ, με τη σκιά του Ρέιμοντ Τσάντλερ στις σελίδες του και καφκικές αποχρώσεις, το The City & the City είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται ακόμα και σε κοινό που δεν ενδιαφέρεται για το φάνταζι, και λειτουργεί σε δύο επίπεδα: σαν μια εύστοχη αλληγορία για τη σύγχρονη ύπαρξη –μιλώντας για τις πραγματικότητες που υπάρχουν δίπλα μας αλλά μαθαίνουμε να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε λες και δεν μας αφορούν, λες και ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, και με εμφανείς πολιτικές αποχρώσεις– αλλά και σαν μια καλοκουρδισμένη αστυνομική ιστορία, το παράξενο περιβάλλον της οποίας δεν είναι απλώς ντεκόρ, αλλά ζωτικό στοιχείο στην εξέλιξή της.

Ο Μιέβιλ ανήκει σε μια νεότερη γενιά συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού, που επιχειρούν να εξερευνήσουν τα όρια του είδους και να ξεπεράσουν τα κλισέ και τις συμβάσεις του· στο έργο του, εξάλλου, είναι εμφανής και μια συνειδητά πολιτική ματιά, που του δίνει μεγαλύτερο βάθος. Τα τελευταία χρόνια σαρώνει τα βραβεία του είδους· με το The City & the City πρόσθεσε στην εντυπωσιακή συλλογή του το τρίτο του βραβείο Άρθουρ Κλαρκ (ο πρώτος συγγραφέας που το πετυχαίνει) ενώ στις αρχές του Σεπτέμβη τιμήθηκε και με το βραβείο Χιούγκο (από κοινού με τον Πάολο Μπατσιγκαλούπι).

Για τον Τσάινα Μιέβιλ, δείτε και το rejectamentalist manifesto.

*Τσάινα Μιέβιλ, The City & the City, 312 σελίδες, Pan MacMillan, 2009. Πρώτη δημοσίευση του κειμένου, σε ελαφρώς συντομευμένη εκδοχή, στο περιοδικό Διαβάζω που κυκλοφορεί (τεύχος 512, Νοέμβριος 2010). Στο ίδιο τεύχος μπορείτε να διαβάσετε και το αφιέρωμα στον Ίαν ΜακΓιούαν που επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος (η γιορς τρούλι συμμετέχει με ένα κείμενο κι ένα χρονολόγιο).