That deep focus that exists over time

Το ίντερνετ, το μυθιστόρημα, το Tree of Life και η Ντέινα Σπιότα:

I almost can’t remember a time before the internet. One thing that interests and frightens me is that I don’t really think about privacy when I’m on the internet. I’ve never really known anything else. Just click the “accept the terms” button and attempt to control what people think of you on Facebook and Twitter. 

It’s another layer of artifice. It doesn’t lend itself to a lot of depth, of course. It doesn’t have to be. There can be great, deep things in it. I think that the sustained attention that the novel has is more important than ever. I really think that it’s a good counter – and this is going to make me sound like an old fogey, which is fine – I do resist turning novels into apps, making them into interactive objects. One of the things that’s nice about is is that it requires sustained focus: it isn’t distractable, it isn’t clickable. Part of us has to be a little bit hungry for that as an alternative. It isn’t that I wouldn’t read on the e-reader – I do – but I just don’t like the whole clickability thing. I want that sustained attention. I’m much more of a reader than a writer: I’ve only written 3 books; I’ve read more than 3 books. That deep focus that exists over time is sort of hard to come by.

Like when I saw Tree of Life: if you watch it at home, you can be interrupted, you can check your messages, you can do whatever. But you go to the theater and it’s this oppressive thing: it’s going to be giant, you’re going to be small, you have to turn off your phone, you’re in the dark. That’s the way I think a novel is, too. I know it’s a pain in the ass to get out of your house, but you’re going to have this experience that you’re not going to have if you were distracted. Maybe a novel is a bit more obnoxious, because you’re asking for more than 2 ½ hours. But my book’s not  very long. You could read it in 2 ½ hours!

Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ, κι εδώ το ποστ μου για το πιο πρόσφατο βιβλίο της, το Stone Arabia, βιβλίο του αναγνωστικού μου τοπ τεν για το 2011.

Memory distorts memory

It does not help, having a photo. I believe –I know– that photos have destroyed our memories. Every time we take a photograph, we forget to embed things in our minds, in our actual brain cells. The taking of the photograph gets us off the hook, in a way, from trying to remember. I’ll take a photo so I can remember this moment. But what you are actually doing is leaving it out of your brain’s jurisdiction and relying on Polaroids, Kodak paper, little disintegrating squares glued in albums. Easily lost or neglected in a box in your waterlogged garage. Or you bury it in some huge digital file, waiting to be clicked open. All you have done is postponed the looking, and so the actual engaging, until all you are left with is this second-generation memory, a memory of an event that is truly only a memory of a photograph of the event. It is not a real, deep memory. It is a fake, fleeting one, and your mind can’t even tell the difference.

Ντέινα Σπιότα, Stone Arabia

Δύο αδέλφια: ο Νικ και η Ντενίς. Εκείνος είναι προορισμένος για τη ζωή του καλλιτέχνη: συστηματικός, αποφασισμένος, μαθαίνει μόνος του κιθάρα. Δεν θα γίνει ποτέ του βιρτουόζος, θα ανακαλύψει όμως σύντομα ότι μπορεί να γράψει όμορφα τραγούδια. Εκείνη τον παρακολουθεί από μια πυρετική απόσταση, καταδικασμένη από νωρίς να πατά γερά στην πραγματικότητα που ο αδελφός της αποφεύγει.

Όταν οι ελπίδες του Νικ να κάνει τον πρώτο του δίσκο γκρεμίζονται, βάζει μπροστά ένα τεράστιο μουσικό πρότζεκτ, μεγαλύτερο από την ίδια του τη ζωή αφού πολύ απλά την περιέχει: φτιάχνει τον ένα δίσκο μετά τον άλλον μόνος του, (άλλοτε με μπάντες που αποτελούνται, στην πραγματικότητα, μονάχα από τον ίδιο,  άλλοτε σόλο) τους στέλνει σε συλλεκτικές, αριθμημένες χειροποίητες εκδόσεις σε ένα περιορισμένο κοινό που αποτελείται από την αδελφή του, την ανιψιά του, τις πρώην του, τους φίλους του, και καταγράφει μεθοδικά αποθεωτικές κριτικές, εξαιρετικά αρνητικές κριτικές, συνεντεύξεις που δεν δόθηκαν ποτέ έξω από τον κόσμο του μυαλού του – η απίθανη τεκμηρίωση μιας φανταστικής καριέρας που θα ολοκληρωθεί το 2004, με την κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ μιας επικής σειράς 20 πειραματικών δίσκων, το magnum opus του Νικ.

Όσο ο Νικ μεταμορφώνεται σε μουσικό αντίστοιχο του Χένρι Ντάρτζερ, η Ντενίς αντιμετωπίζει την πραγματική ζωή που εκείνος αγνοεί: την γεροντική άνοια που καταπίνει την μνήμη της μητέρας τους, τους φόβους της για τη δική της, φθίνουσα μνήμη και για την φθίνουσα υγεία του Νικ που εξακολουθεί να καπνίζει πολύ, να πίνει ακόμα περισσότερο και να αδιαφορεί για την ίδια του τη ζωή, εφόσον η ζωή του τον ενδιαφέρει πλέον μόνο ως τμήμα αυτού του τεράστιου έργου εν προόδω. Καθώς η κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου πλησιάζει, κι η κόρη της ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για τον εκκεντρικό θείο, η Ντενίς παρακολουθεί εμμονικά ειδήσεις σε βαθμό που να μην μπορεί να ξεχωρίσει πού τελειώνει ο κόσμος και αρχίζει η ίδια , περνά ξάγρυπνα βράδια προσπαθώντας να κάνει διαγνώσεις για τη μητέρα της, τον εαυτό της και τον αδελφό της στο ίντερνετ, κι αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η ιστορία του αδελφού της φτάνει προς το τέλος.

Η Σπιότα για την καριέρα του Νικ, μια καριέρα που ανήκει σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, και την εμμονή του στην καταγραφή της – εμμονή που, όπως λέει, δεν είναι τόσο ασυνήθιστη τελικά:

Nik chooses writing – on top of recording music, he creates the Chronicles to document his (imagined) life in print.

Which is a novelistic impulse. I’m not a musician, so the actual making of the records to me is not as interesting as the making of the Chronicles, which feels like a book. [Writing one,] you’re immersed in your world and you’re in total control – except that then you do put it out there into the world, and you get a response, which is wonderful. [Nik] just has his sister as his response. Part of what the book is about is this idea of response. I relate also to the sister because my whole life I’ve had response – movies, books and music were always things that kept me going. That was my consolation; I had these things that saved me and made me feel OK. So [Denise], as a responder to his work, their relationship is deep and reciprocal, as artist and audience but also as sister and brother.

I’ve discovered, since I’ve published the book, that there are a lot of people that do not just the basement recordings, which you can imagine is very common, but also keeping fake liner notes and doing a journal and creating a sort of alternative reality. That seems to be less unusual than you would imagine.

It seemed very unusual.

It seemed very eccentric!

This question of artist and audience response – do you think a character like Nik could survive without his sister’s gaze?

I think there are some people who produce things in complete isolation, but most people have somebody who will listen to the CD they’ve made, or watch the movie they’ve made, or look at the painting they’ve made. Because in a way it’s self-preservation. Maybe there’s some narcissism to it; maybe there’s some perversity to it, but [Nik] has found a way to be whole, have his integrity, in the face of what are not great conditions. I think it’s harder than ever to be an artist. I think that you end up, especially as a middle-aged person, you pay such big consequences for saying, I’m just going to devote my life to making art, or I’m going to devote my life to writing novels. You end up with no resources.

Το βιβλίο της Σπιότα (εδώ ένα απόσπασμα) παίζει με την αφοσίωση του καλλιτέχνη στο έργο του, τις οικογενειακές σχέσεις, το πέρασμα του χρόνου και τη σύγχυσή μας απέναντι σε έναν κόσμο που μας βομβαρδίζει με εικόνες, με ιστορίες, με αλλαγές και χάος, και προσφέρεται για παράλληλο διάβασμα με το A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν.

You can go back forever to grab a context for a brother and sister. And even then the backward glance is distorted by the lens of the present. The further back, the greater the distortion. It is not just that emotions distort memory. It is that memory distorts memory, if that makes any kind of sense.